Έχοντας εισέλθει στο δεύτερο μήνα της σύγκρουσης του Ιράν με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, η οποία τείνει να λάβει διαστάσεις του μεγαλύτερου περιφερειακού πολέμου στη μεταπολεμική ιστορία, έχοντας εμπλέξει έμμεσα ή άμεσα όλες τις χώρες οι οποίες βρίσκονται δυτικά του Πακιστάν έως και τις ακτές του Λεβάντε, δηλαδή ολόκληρη την Νότια Ασία, κάποια πρώτα συμπεράσματα αναφορικά με τη φύση αλλά και την εξέλιξη της πολεμικής αντιπαράθεσης θα μπορούσαν να εξαχθούν με μία σχετική ασφάλεια. Η βασικότερη παρατήρηση αναφορικά με τη σύγκρουση και την παράμετρο που θα κρίνει τον νικητή είναι η έννοια της «Ανθεκτικότητας» (Resilience), ειδικά του Ιράν.

Η σημασία της «Ανθεκτικότητας» στα πλαίσια μίας σύγχρονης σύγκρουσης

Σε όρους στρατηγικής και ασφάλειας με τον όρο «Ανθεκτικότητα», εννοούμε την ικανότητα του κράτους, της κοινωνίας, του συστήματος να απορροφήσει τους κραδασμούς μίας συστημικής κρίσης, όπως είναι αυτή μίας πολεμικής σύγκρουσης, και να είναι σε θέση να προσαρμοστεί στις αναδυόμενες συνθήκες με έναν τρόπο ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ως πάροχος ασφαλείας για τους πολίτες του καθώς και να είναι σε θέση να επιτύχει τους αντικειμενικούς του σκοπούς. Με άλλα λόγια «ανθεκτικότητα» σημαίνει η δυνατότητα του κράτους να μπορεί να ελέγξει και να εγγυηθεί τη λειτουργία κρίσιμων κρατικών δομών, υποδομών και υπηρεσιών έτσι ώστε να υπάρξει συνέχεια λειτουργίας υπό ακραίες συνθήκες πίεσης.

1

Τα τελευταία χρόνια ειδικά το θέμα της στρατιωτικής «ανθεκτικότητας» έχει απασχολήσει κράτη και οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ το οποίο ειδικά μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το θέμα με επικέντρωση στην «προετοιμασία» των κρατών-μελών του αλλά και της συμμαχίας, στην «αντιμετώπιση» της απειλής, αλλά και στην «ταχεία αποκατάσταση» τυχών ζημιών και απωλειών μετά από μία πολυσύνθετη κρίση υβριδικής υφής και φύσεως αλλά και μετά από μία κρίση στρατιωτικού συμβατικού τύπου. Ξεκάθαρα η ενίσχυση της «ανθεκτικότητας» ενός οργανισμούς ή ενός κράτους αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αποτροπής και άμυνας έναντι ενός δυνητικού αντιπάλου.

Τι σημαίνει όμως σε πρακτικό επίπεδο η επικέντρωση σε πολιτικές ενίσχυσης της «ανθεκτικότητας» ενός γεωπολιτικού δρώντα; Έξι είναι οι βασικές παράμετροι που θα πρέπει να ελεγχθούν και να ενισχυθούν, οι οποίοι είναι: (1) εξασφάλιση συνέχειας κυβέρνησης (2) Ασφάλεια κρίσιμων υποδομών (3) Λειτουργία σημαντικών υπηρεσιών (4) Εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών και διαδρομών ενέργειας – με άλλα λόγια ενεργειακή ασφάλεια- αλλά και ασφάλεια εφοδιαστικής αλυσίδας (5) Ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής απέναντι στην παραπληροφόρηση, τον εκφοβισμό και τον καταναγκασμό. (6) Στρατιωτική ανθεκτικότητα υπό την έννοια της ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων να αντέξουν το σοκ ενός χτυπήματος, να μπορούν να λειτουργούν υπό πίεση, και να ανασυγκροτούνται τάχιστα διατηρώντας την μαχητική τους ικανότητα.

Ιράν: Πόσο «ανθεκτικό» είναι απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ;

Λαμβανομένου υπόψη των παραπάνω 6 βασικών παραμέτρων και κρίνοντας από την έως τώρα εξέλιξη των γεγονότων, και φυσικά στηριζόμενοι κατά βάση σε ανοιχτές πηγές μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Το Ιράν φαίνεται να έχει καταφέρει να διατηρήσει την συνέχεια κυβέρνησης παρά τα σημαντικά χτυπήματα που δέχθηκε από την πρώτη ημέρα του πολέμου. Οι Ιρανοί βλέποντας την Ισραηλινή τακτική «αποκεφαλισμού» των εχθρικών ηγεσιών, όπως αυτή εκτυλίχθηκε τα προηγούμενα δύο έτη του πολέμου απέναντι στην Χαμάς και την Χεσμπολλάχ είχαν ετοιμάσει μία αλυσίδα διοίκησης για να αντιμετωπίσουν το συγκεκριμένο ενδεχόμενο. Αναφορικά με την προστασία κρίσιμων υποδομών και υπηρεσιών, είναι εμφανές πως το Ιράν έχει δεχθεί σημαντικότατα πλήγματα σε εγκαταστάσεις, ενώ αναμένουμε να δούμε την εξέλιξη των επιχειρήσεων το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα και το κατά πόσο θα στοχοποιηθούν ενεργειακές εγκαταστάσεις και εργοστάσια αφαλάτωσης, όπου τότε θα μιλάμε για χαρακτηριστικά «ολοκληρωτικού πολέμου» με στόχο την δυσκολία διαβίωσης του άμαχου πληθυσμού και στις δύο ακτές φυσικά του Περσικού Κόλπου.

Το Ιράν στον τομέα των εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών και αλυσίδων εφοδιασμού, έχει προχωρήσει σε διαφοροποίηση ενεργειακών οδών για τις εξαγωγές του – δεν είναι πλέον μόνο η νήσος Χαργκ – ενώ στα βόρεια σύνορά του και η Κασπία αποτελούν πύλες εισόδου κρίσιμων υλικών και εφοδίων χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως οι κινήσεις αυτές μένουν εξολοκλήρου κρυφές ή πως οι διαδρομές δεν μπορούν έως ένα βαθμό να πληγούν όπως τα πρόσφατα Ισραηλινά χτυπήματα σε Ιρανικά λιμάνια στην Κασπία καταδεικνύουν. Αναφορικά με την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, τα σημάδια είναι διφορούμενα. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν σημαντικότατοι παράγοντες αστάθειας.

Οι χιλιάδες των νεκρών του Ιανουαρίου καθώς και η ύπαρξη ημι-οργανωμένης αντιπολίτευσης καταδεικνύει έμπρακτη αντίσταση στην καθεστηκυία τάξη. Επιπροσθέτως η χώρα είναι ένα πολυεθνικό κράτος με εκατομμύρια Κούρδους, Αζέρους, Άραβες και Βαλούχους να αποτελούν άμεση ή/και δυνητική απειλή για την ακεραιότητα της χώρας αφού τουλάχιστον οι Κούρδοι και οι Βαλούχοι επιζητούν την ελευθερίας τους. Από την άλλη το καθεστώς μετά από πενήντα σχεδόν έτη έχει γερά θεμέλια στην Ιρανική κοινωνία με εκατομμύρια Ιρανών να το υποστηρίζουν φανατικά με εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς να αποτελούν μέλη των Φρουρών της Επανάστασης, και των πολιτοφυλακών των Μπασίτζ.

Στην εικόνα θα πρέπει να συμπληρώσουμε πως όπως σε κάθε άλλη περίπτωση υπάρχει και το «Rally ‘round the flag’ Effect» δηλαδή η συσπείρωση του πληθυσμού γύρο από την ηγεσία του, ανεξαρτήτως του κατά πόσο τη συμπαθεί, κατά τη διάρκεια επίθεσης από ξένη δύναμη. Φυσικά όλα τα παραπάνω συγκροτούν ένα εκρηκτικό μείγμα για την εσωτερική σταθερότητα της χώρας η οποία διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία υπό συνθήκες θα μπορούσαν να την οδηγήσουν από εμφύλιο έως και διάσπαση. Τέλος, ο βασικότερος παράγοντας «ανθεκτικότητας» για το Ιράν έχει να κάνει με την στρατιωτική του δυνατότητα. Ο σχεδιασμός τους έχει να κάνει με την έννοια του «Πόλεμου Μωσαϊκού» (Mosaic Warfare) δηλαδή την δημιουργία ημιαυτόνομων περιφερειών και μονάδων με ικανοποιητικό βαθμό προστασίας και αυτάρκειας οι οποίες θα μπορούν να λειτουργούν ακόμα και εάν είναι αποκομμένες από τα κέντρα διοίκησης.

Αντί επιλόγου…

Εάν θα ήθελε κάποιος να εκτιμήσει το τι θα επακολουθήσει, η πιθανότητα μίας ειρηνικής διευθέτησης του πολέμου υπό τις σημερινές συνθήκες κρίνεται ως μικρή. Η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται πως η μέχρι τώρα στρατηγικής της έχει φέρει σε δύσκολη πολιτική θέση την Ουάσιγκτον ενώ το καθεστώς φαίνεται, τουλάχιστον επιφανειακά, να αντέχει παρά τα σημαντικότατα πλήγματα που έχει δεχθεί. Ο πρόεδρος Τραμπ, αντιλαμβάνεται πως μία αποκλιμάκωση τώρα, στην ουσία θα χρεωθεί ως ήττα για τον ίδιο και τις ΗΠΑ αφού δεν θα έχει καταφέρει τον βασικό του στόχο ο οποίος είναι η αλλαγή καθεστώτος, όπως ξεκάθαρα αναφέρθηκε στο διάγγελμά του την 28η Φεβρουαρίου.

Επίσης, οι τοποθετήσεις των δύο πλευρών αναφορικά με τους όρους για μία ειρηνική διευθέτηση δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζουν τη διάθεση εξεύρεσης μίας συμβιβαστικής λύσης, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο με ποιους ακριβώς και εάν διαπραγματεύεται η Αμερικανική πλευρά. Τέλος, στην εξίσωση θα πρέπει να βάλουμε το Ισραήλ το οποίο με τη σταδιακή κινητοποίηση 400.000 εφέδρων και τις επιχειρήσεις στον Λίβανο δεν φαίνεται διατεθειμένο να προχωρήσει για την ώρα σε κάποια συμφωνία.

Κατά συνέπεια η πιθανότητα όπως φαίνεται να έχουν τα πράγματα είναι να οδηγηθούμε το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, μέσα στον Απρίλιο, σε μία ‘κάθετη’ και ‘οριζόντια’ κλιμάκωση είναι μεγάλη.

Με τον όρο ‘κάθετη’ κλιμάκωση εννοείται η αύξηση της έντασης των πολεμικών επιχειρήσεων αφού στην περιοχή συγκλίνουν επίλεκτες δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων, πεζοναυτών καθώς και αερομεταφερόμενες των ΗΠΑ, μαζί με το απαραίτητο υλικό, οι οποίες προϊδεάζουν επιχειρήσεις κατάληψης νήσων ή/και εδαφών πέριξ του Στενού του Ορμούζ και του Περσικού Κόλπου. Προφανέστατα μία τέτοια επιχείρηση θα πρέπει να υποστηριχθεί από βάσεις διοικητικής μέριμνας και λογιστικής υποστήριξης ο οποίες δεν μπορεί να βρίσκονται πουθενά αλλού παρά στις γειτονικές του Ιράν χώρες του Κόλπου και της Μέσης Ανατολής. Είναι προφανές πως οι χώρες αυτές θα θεωρηθούν άμεση στρατιωτική απειλή για το Ιράν, με αποτέλεσμα η κλιμάκωση να είναι και ‘οριζόντια’ δηλαδή να εμπλέξει άμεσα και άλλες χώρες της περιοχής.

Μέσα σε αυτό πλαίσιο η έννοια της «ανθεκτικότητας» προσλαμβάνει κρίσιμες διαστάσεις. Από την πλευρά των ΗΠΑ η έννοια αυτή έχει να κάνει με την πολιτική ανθεκτικότητα του προέδρου Τραμπ, την οικονομική ανθεκτικότητα των ΗΠΑ, και την κοινωνική ανθεκτικότητα των Αμερικανών να διαχειριστούν δυνητικές απώλειες που συνεπάγονται επιχειρήσεις επί του εδάφους. Οι Ισραηλινοί φαίνονται -και είναι- πιο έτοιμοι για μία πολεμική αναμέτρηση του συγκεκριμένοι είδους, με κόκκινη γραμμή το φόρο αίματος που συνεπάγεται ο πολυμέτωπος αγώνας τους, τα δε κράτη του Κόλπου φαίνονται μη προετοιμασμένα να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό πολιτικό και στρατιωτικό «Αρμαγεδδών» που η σύγκρουση έχει επιφέρει.

Η κάθετη και οριζόντια κλιμάκωση του πολέμου στον Κόλπο η οποία δύναται να οδηγήσει σε έναν μεγάλο περιφερειακό –τουλάχιστον- πόλεμο θα ορίσει τον νικητή, με βάση τα όρια της ανθεκτικότητάς του σε καταστάσεις πρωτόγνωρες για την μεταπολεμική εμπειρία του διεθνούς συστήματος.

* Ο Δρ. Γεώργιος Κ. Φίλης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Ledra College, Λευκωσίας και διδάσκων σε Παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές. Ο κ. Φίλης είναι καθηγητής στο International Baccalaureate Diploma της Ιονίου Σχολής, Αναλυτής Διεθνών Ζητημάτων του ALPHA TV καθώς και Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων[[email protected]]