Θα ισχυριζόμουνα πως η τρέχουσα πολιτική συζήτηση είναι σχεδόν θλιβερή, κι αυτό επειδή αγνοεί το πιο κρίσιμο ερώτημα της εποχής μας: ποια μορφή κράτους μπορεί να ανταπεξέλθει στις τεράστιες προκλήσεις του 21ου αιώνα (κλιματική κρίση, τεχνητή νοημοσύνη, δημογραφικό-μεταναστευτικό, ανισότητες) χωρίς να απωλέσει την δημοκρατική του κουλτούρα; Διότι, είναι πλέον σαφές και ευρύτατα αποδεκτό, πως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ως έχει, δεν μπορεί. Ο όγκος των άρθρων και ο αριθμός των βιβλίων που έχουν δημοσιευτεί πάνω στο συγκεκριμένο θέμα στην τελευταία δεκαετία και μόνο περίτρανα αποδεικνύει την ακρίβεια της διάγνωσης και την κρισιμότητα του προβλήματος.
Εμείς, , βέβαια, ως πάνσοφοι Έλληνες, ξέρουμε καλύτερα. Προκειμένου να αντιταχθεί στην κυβέρνηση για τα πάντα η αντιπολίτευση έφτασε στο σημείο να καταδικάσει τα εγκαίνια του εμβληματικού μετρό της Θεσσαλονίκης υποστηρίζοντας πως θα ήταν προτιμότερο να σχεδιάζει ήδη την επέκταση του. Και όχι πως η κυβέρνηση πάει και τόσο πολύ πίσω όταν ασχολείται με το λεγόμενο πρωτόκολλο της ΔΕΘ.
Η επόμενη κυβέρνηση, όμως, θα βρει μπροστά της έναν ορυμαγδό προβλημάτων που θα εξελίσσονται με απίστευτους ρυθμούς. Αν δεν είναι προετοιμασμένη θα αντιμετωπίσει σε όρους κοινωνικό-οικονομικούς καταστάσεις αντίστοιχες με την φυσική καταστροφή στο Νεπάλ. Το σημαντικό στοιχείο είναι πως στις δύο τετραετίες της, οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη έφεραν σημαντικές αλλαγές, δημιουργώντας μία βάση εκκίνησης για την 3η τετραετία που δεν είναι ευκαταφρόνητη.
Το διπλό ερώτημα είναι αν αφενός η αντιπολίτευση έχει συναίσθηση του προβλήματος και σχέδιο για την αντιμετώπιση του; Αφετέρου, ποιο είναι το σχέδιο της κυβέρνησης καθώς δείχνει πως έχει έστω και μερική κατανόηση της πρόκλησης; Και επειδή η αντιπολίτευση δεν δείχνει καν να ενδιαφέρεται, η στήλη θα επικεντρωθεί στην κυβέρνηση.
Η προσπάθεια Μητσοτάκη, ιδιαίτερα στην πρώτη τετραετία, να μετακινήσει το ελληνικό κράτος από το παραδοσιακό πελατειακό- διανεμητικό σ’ ένα πιο εκσυγχρονιστικό-τεχνοκρατικό μοντέλο ήταν σαφής και σε σημαντικό βαθμό πετυχημένη. Ήταν ένα βήμα προς το λεγόμενο «ικανό κράτος» (capable state) του Francis Fukuyama: κεντρικός συντονισμός, ψηφιοποίηση, επιτάχυνση διαδικασιών, μέτρηση αποτελεσμάτων — το επιτελικό κράτος και τα περίφημα excel του Άκη Σκέρτσου.
Ταυτόχρονα ήταν και βήμα προς ένα κράτος που το θεωρεί σκοπό του να ενθαρρύνει τις επενδύσεις, την επιχειρηματικότητα, τις αδειοδοτήσεις, την απασχόληση, την προσέλκυση ξένου κεφαλαίου (καθώς η χώρα μας δεν είχε ποτέ καταφέρει να αποταμιεύσει εκείνο το ύψος κεφαλαίων που απαιτεί μία ταχύρρυθμη ανάπτυξη.
Αναπόφευκτα, η επιτυχία ήταν και περιορισμένη και είχε κόστος. Το πελατειακό κράτος δεν εξαφανίστηκε, υποβαθμίστηκε όμως, ταυτόχρονα με την άνοδο της σημασίας των αγορών. Η ψηφιοποίηση διευκόλυνε μεν τον πολίτη αλλά άφησε σημαντικό μέρος της γραφειοκρατίας ανέγγιχτο και δημιούργησε μία νέα, αόρατη, σιωπηλή, ανεύθυνη ψηφιακή γραφειοκρατία. Oι αγορές ενισχύθηκαν αλλά ο ανταγωνισμός όχι. Το αντίθετο μάλιστα.
Στην δεύτερη τετραετία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφάνισε στοιχεία που συνάδουν με το «κράτος – αποστολή» (mission state) της Marianna Mazzucato: άμυνα, ενέργεια, υποδομές, τεχνητή νοημοσύνη στηρίζουν αυτήν την θέση ιδιαίτερα σε συνδυασμό με το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 που κατέθεσε η χώρα μας στην Ε.Ε. ως όφειλε, και που θέτει στόχους για την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα, την πράσινη ανάπτυξη. Αυτές είναι οι αποστολές (missions) και σε ορισμένο βαθμό η επιτυχία είναι διαπιστωμένη, χάρις στις προσπάθειες π.χ. των Κωστή Χατζηδάκη και Νίκου Δένδια.
Και πάλι αναπόφευκτα η επιτυχία παρουσιάζει ελλείμματα. Το ελληνικό κράτος δεν περιμένει μεν τι θα πει η αγορά, αναλαμβάνει το ίδιο πρωτοβουλίες, αλλά η συγκέντρωση της λήψης αποφάσεων στο Μαξίμου (μακριά από το πολυκεντρικό μοντέλο της Elinor Ostrom) δεν επιτρέπει ευρύτερη συζήτηση για τους στόχους και τις προτεραιότητες τους, δεν διευκολύνει τον ανταγωνισμό και δεν αντιμετωπίζει το θέμα των ανισοτήτων.
Το θέμα του πληθωρισμού αποκτά, έτσι, μεγάλες διαστάσεις και αντίστοιχα υποβαθμίζονται ή και δεν συζητούνται καθόλου τα βαθύτερα και πιο σημαντικά αίτια του – η δομή των αγορών, ο πραγματικός ρόλος του ξένου κεφαλαίου, η συνέχιση της ατελούς προσπάθειας να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης.
Η Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη βελτίωσε την ικανότητα του κράτους να παρέχει υπηρεσίες αλλά όχι και τόσο την εμπιστοσύνη του πολίτη προς το κράτος (όπως πιστοποιεί και για τα δύο ο ΟΟΣΑ). Κι αυτό σημαίνει πως η διοικητική επάρκεια δεν συμβαδίζει υποχρεωτικά με την δημοκρατική νομιμοποίηση.
Το κύριο πρόβλημα της επόμενης κυβέρνησης είναι να αντιμετωπίσει την Ελλάδα των αντιθέσεων: πολύ πλούσιους και πολύ φτωχούς. Εξειδικευμένους και ανειδίκευτους. Μορφωμένους και αμόρφωτους. Πολύ μεγάλες και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Τουρισμό και υπερτουρισμό. Κέντρο και ύπαιθρος. Λίγοι νέοι και πολλοί ηλικιωμένοι. Κλάδοι που ενσωματώνουν την τεχνολογία και άλλοι που αδυνατούν.
Είναι σαφές πως για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα σε συνδυασμό με τις παγκόσμιες προκλήσεις, το ελληνικό κράτος οφείλει να αλλάξει. Και η αναγκαία αλλαγή είναι κυρίως διττή: αφενός μεν να βελτιώσει ακόμη περισσότερο την ικανότητα του να εκτελεί. Αφετέρου, δε να μάθει να ακούσει και ακούγοντας να μάθει να αλλάζει— αυτό που αποκαλείται recursive state, ανατροφοδοτούμενο, αναστοχαστικό, αυτοδιορθούμενο, κράτος στην λογική του Charles Sabel.
Αυτό σημαίνει πως οι αγορές και οι θεσμοί δεν λειτουργούν ως οργανισμοί ανεξάρτητοι από την κοινωνία αλλά είναι ενσωματωμένοι σ’ αυτήν (κατά τον Karl Polaniy). Μόνο τότε οι τεχνολογικές και οικονομικές αλλαγές μπορούν να υπόκεινται σε δημοκρατική επίβλεψη και έλεγχο: αποτελεσματική δικαιοσύνη, διασφάλιση της πολυφωνίας, καταπολέμηση της διαφθοράς.
Σήμερα, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες επικαλούνται το επιχείρημα πως ο έλεγχος τους θα θίξει την καινοτομία και την ανάπτυξη. Πέρα από το βάσιμο ή μη του ισχυρισμού, ακριβώς επειδή λειτουργούν «έξω» από το κοινωνικό σύνολο οι πράξεις τους υπονομεύουν την δημοκρατία.
Το θέμα, όμως, δεν είναι απλώς αυτή η μετάβαση αλλά το σύστημα αντιπροσώπευσης που θα την στηρίξει: μαζί με τις αλλαγές που συνεπάγεται η προσπάθεια υλοποίηση στόχων όπως η αύξηση των επενδύσεων, η τήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας, η ενσωμάτωση της τεχνολογίας, η μείωση των ανισοτήτων, η αναβάθμιση της δικαιοσύνης, η μάχη κατά της διαφθοράς, η επιτυχία θα κριθεί από το πολιτικό καθεστώς που θα την συνοδεύει. Ποιοι, δηλαδή, θα εκπροσωπούνται, ποιοι θα ακούγονται, ποιοι θα επηρεάζουν, ποιοι θα στηρίζουν, ποιοι θα αποκλείονται—όπως τονίζει ο κορυφαίος Peter Hall σε βιβλίο που θα δημοσιευτεί στις επόμενες ημέρες (Governing Growth: The Postwar Transformations of Capitalism and Democracy.)
Πολύ απλά, στην επόμενη τετραετία το κράτος πρέπει να μαθαίνει από τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες των πράξεων του: από τις μεταρρυθμίσεις (όπως η ψηφιακή μετάβαση), τις αναδιαρθρώσεις ( όπως στην Κοζάνη), τις καταστροφές (όπως στη Θεσσαλία). Αν η αναβάθμιση της κρατικής ικανότητας δεν συμβαδίσει με την αναβάθμιση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, τότε η «τεχνοκρατική» επιτυχία θα υποβαθμίσει την δημοκρατία. Και η αποτυχία δεν θα είναι κυβερνητική ή ευρύτερα πολιτική—θα είναι θεσμική.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Κουνούπια: Η επέλαση όλο τον χρόνο – Τι άλλαξε τα δεδομένα, ειδικοί εξηγούν στο Mononews
- Σάρα Σολντάτι: To πανέμορφο μοντέλο, η διαμάχη με τον Ντελ Βέκιο και το ελικόπτερο στις Σπέτσες – Το χρονικό ενός κοσμικού θρίλερ
- Πότε θα κάνει εκλογές ο ΚΜ και ο μυστικός δείπνος των 3 στο Κολωνάκι, οι έντονες φήμες για ΕΛΠΕ και Optima, ποιοι Βαρδινογιάννηδες έχασαν (πολλά λεφτά) από την ΜΟΗ, η αδιαφορία του Αισώπου των Σπετσών, τα νέα σχέδια Πιέρρ και το beef των δυο υπουργών
- Ποια τραπεζική μετοχή είναι το απόλυτο play μέχρι το τέλος του έτους με τις ευλογίες των Goldman Sachs και UBS – Πώς η ΔΕΗ έγινε σημείο αναφοράς και ποιο χαρτί που συσσωρεύει 1 χρόνο είναι έτοιμο να εκραγεί