Άρθρα

Του ύψους ή του βάθους – Το θέμα των επιτοκίων

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Καθώς η πανδημία εμμένει και οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν χρήμα, το ερώτημα για την πορεία των επιτοκίων γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό: θα παραμείνουν στα σημερινά χαμηλά –συχνά αρνητικά—επίπεδα τους ή θα παρουσιάσουν μία και πάλι ανοδική τάση;

Είναι σαφές ότι τα χαμηλά επιτόκια διευκολύνουν την αντιμετώπιση της κρίσης. Το χρέος που συσσωρεύεται μπορεί να εξυπηρετηθεί με πολύ χαμηλό κόστος. Αυτή, εξάλλου, ήταν και η λογική της χώρας μας στην περίοδο 2002-2009. Το γεγονός ότι, στην συνέχεια μας κατέστρεψε είναι άλλη ιστορία.

Ο φόβος με τα χαμηλά επιτόκια και τον μεγάλο όγκο της ρευστότητας που έχει δημιουργηθεί, οδηγεί πολλούς  να εκφράσουν τον φόβο τους για επερχόμενη άνοδο του πληθωρισμού. Κατά την απλή παλιά φράση «πολλά χρήματα θα κυνηγούν λίγα αγαθά και υπηρεσίες». Στην ουσία υποστηρίζεται ότι η ανάκαμψη στην πραγματική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών δεν θα είναι τόσο ταχεία ώστε να απορροφήσει το χρήμα που κυκλοφορεί – οπότε η υπερβάλλουσα ζήτηση θα φέρει άνοδο των τιμών και η άνοδος των τιμών θα υποχρεώσει την νομισματική αρχή να αυξήσει τα επιτόκια.

Σ’ αυτήν την περίπτωση,  για πολλές χώρες – και η Ελλάδα δεν εξαιρείται –οι επιπτώσεις στο δημόσιο χρέος θα είναι από έντονα αρνητικές έως καταστροφικές.

Ο αντίλογος είναι ότι από το 2007 και μετά οι κεντρικές τράπεζες δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να τυπώνουν χρήμα. Αυτή ήταν η αντίδραση στην κρίση του 2007/8: η δημιουργία ρευστότητας στην οικονομία ώστε να μην χρεοκοπήσουν επιχειρήσεις και να μην ανέβει η ανεργία σε πολιτικά μη αποδεκτά ύψη.

Όμως, παρά την πρακτική των «helicopter money» πληθωρισμός δεν εμφανίστηκε και τα επιτόκια έμειναν σε χαμηλά επίπεδα. Υποστηρίζεται έτσι πως το ίδιο θα συμβεί και τώρα, παρά το γεγονός ότι λόγω της πανδημίας τα χρήματα δεν πέφτουν πιά από ελικόπτερο αλλά από …βομβαρδιστικό – κατά τη νέα ορολογία «Β-52 money» από την ονομασία του βομβαρδιστικού των ΗΠΑ που μετέφερε ατομικές βόμβες.

Πράγματι, δεν διαφαίνεται ίχνος πληθωρισμού και λίγες μακρόχρονες τάσεις ανόδου των επιτοκίων – κι αυτές αμφιλεγόμενες.

Αυτή η εξέλιξη είχε, πάντως, δύο αρνητικές συνέπειες. Πρώτον, αύξησε την εισοδηματική ανισότητα – οπότε στην συνέχεια όλες τις ανισότητες. Δεύτερον, αύξησε υπέρμετρα τις αξίες – δημιουργώντας κατά την άποψη πολλών οικονομολόγων και μη, καταστάσεις φούσκας. Με σχεδόν μηδενικά επιτόκια, τα κεφάλαια στράφηκαν και προς τις μετοχές αναζητώντας κέρδη, και η ζήτηση τους οδήγησε σε άνοδο της τιμής τους. Υπέρμετρα.

Το γεγονός παραμένει, πάντως, ότι και χαμηλά επιτόκια έχουμε και πληθωρισμό δεν έχουμε.

Πρόσφατα, δύο διακεκριμένοι οικονομολόγοι, οι Charles Goodhart & Manoj Pradhan, με το βιβλίο τους “The Great Demographic Reversal” υποστηρίζουν ότι τα επιτόκια θα αυξηθούν. Είναι πρόβλεψη που κάνει τις κυβερνήσεις να χάνουν τον ύπνο τους.

Απλοποιώντας, η επιχειρηματολογία τους συνοψίζεται στο εξής. Στην περίοδο από το 1990 και μετά (περίοδος που συμπίπτει με την αύξηση της προσφοράς χρήματος) η παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζεται από την είσοδο στο εργατικό δυναμικό των εργαζόμενων της Κίνας και της Ανατολικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα, αυξήθηκε η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία. Τέλος, η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε την μεταφορά κεφαλαίων οπουδήποτε στον κόσμο, οπότε και την μεταφορά οικονομικών δραστηριοτήτων παραγωγής αγαθών.  Πολύ απλά, δηλαδή, αυξήθηκε εντυπωσιακά η προσφορά εργασίας και το διεθνές εμπόριο.

Στη βάση αυτή, ο παράγων εργασία απώλεσε την διαπραγματευτική ισχύ του και μαζί η παγκοσμιοποίηση μείωσαν τα κόστη παραγωγής. Η παγκόσμια οικονομία πέρασε, έτσι, σε έντονα αποπληθωριστική τάση. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι παρά την αύξηση του χρήματος, ο πληθωρισμός ήταν ανύπαρκτος.

Η πρόβλεψη των Goodhat & Pradhan είναι ότι η διαδικασία αυτή έφτασε στο τέλος της, ουσιαστικά για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι δημογραφικός: ο αριθμός των συνταξιούχων αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από τον ρυθμό εισόδου νέων στο εργατικό δυναμικό – φαινόμενο που απασχολεί πολύ και την Ελλάδα, αν και όχι όσο θα όφειλε. Ταυτόχρονα, ειδικά στην Κίνα, ο ρυθμός εισόδου νέων στο εργατικό δυναμικό έχει μπει σε καθοδική πορεία. Δεύτερο, η άνοδος των ανισοτήτων έχει οδηγήσει σε πολιτικές συγκρούσεις, καθώς αυτοί που έχουν μείνει πίσω έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα και την θέληση των πολιτικών ελίτ να τους φροντίσουν.

Η παγκόσμια οικονομία, λοιπόν, σταδιακά απομακρύνεται από αυτό που οι δύο οικονομολόγοι αποτελούν «γλυκό σημείο» (sweet spot) και περνά σε φάση ότου η εργασία θα αποκτήσει ξανά διαπραγματευτική ισχύ ενώ η πολιτική αναστάτωση θα περιορίσει την παγκοσμιοποίηση και θα υποχρεώσει τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δαπάνες τους για το κοινωνικό κράτος.

Στο πλαίσιο αυτό, τα επιτόκια θα βρουν ξανά την ανοδική τους πορεία, καθώς το φαινόμενο του πληθωρισμού θα επανέλθει στο προσκήνιο.

Η επιχειρηματολογία είναι πειστική, τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτουν εντυπωσιακά. Το ερώτημα μπορεί πλέον να μην είναι αν θα αυξηθούν τα επιτόκια αλλά πότε θα αυξηθούν. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι κυριολεκτικά δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο.


ΣΧΟΛΙΑ