Με διάθεση μελλοντολογικής τοποθέτησης – στα πλαίσια του γενικότερου μονοθεματικού επικοινωνιακού προγραμματισμού της κυβέρνησης – ο Υπουργός Οικονομικών και πρόσφατα εκλεγείς Πρόεδρος του Eurogroup προέβη στην ανακοίνωση της «στόχευσης» του 2026: «Νέο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης». Το «νέο» υποθέτω σηματοδοτεί ότι το υφιστάμενο «παλαιό» μάλλον απέτυχε. Τα «μοντέλα» άλλωστε, δεν εκσυγχρονίζονται αλλά αλλάζουν. H Ελλάδα, κατά τον υπουργό “ περνάει το 2026 σε φάση βιώσιμης ανάπτυξης μετά το Ταμείο Ανάκαμψης με έμφαση στις ιδιωτικές επενδύσεις».
Εξαιρετική προσέγγιση. Διαφεύγει όμως από τον Υπουργό το γεγονός ότι ή ανάπτυξη μετά την ολοκλήρωση του ρόλου του Ταμείου και τις όποιες ανακατανομές κονδυλίων, αναμένεται να μειωθεί σημαντικά, καθιστώντας την έννοια της «νέας» βιωσιμότητας ως έννοια θεωρητική έως ανεφάρμοστη, καθώς με βάση τις εκτιμήσεις/προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να μειωθεί κατά μισή ποσοστιαία μονάδα την περίοδο 2023-28. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη πως οι «ιδιωτικές επενδύσεις» απέχουν σήμερα πολύ από το να αποτελούν προτεραιότητα της κυβέρνησης.
Ίσως η παραπάνω τοποθέτηση έμμεσα αναδεικνύει αυτή την παθογένεια. Πως αλλιώς να ερμηνευθεί η ανακόλουθη στόχευση για «μεταρρυθμίσεις παραγωγικότητας». Μεταρρυθμίσεις στο δομικό στοιχείο της ανάπτυξης που έχουν αποτύχει μέχρι σήμερα. Ίσως τεχνηέντως δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η ολοκλήρωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης στο τέλος του 26 θα ρίξει βαθιά σκιά στην εξέλιξη του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου που μειώνεται από 10,2 το 2026 σε 0,9 το 2028.
Θα ήταν ενδιαφέρον λοιπόν να αναλύσει ο κύριος Πιερρακάκης τον τρόπο που θα υποκατασταθούν οι πόροι του ΤΑ προκειμένου να δομηθεί το «νέο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης με έμφαση στις ιδιωτικές επενδύσεις» που εξαγγέλλει. Πως είναι δυνατόν η έννοια της βιωσιμότητας που επικαλείται να αναδειχθεί όταν υπάρχει αδυναμία μείωσης του υπερμεγέθους επενδυτικού κενού σε σύγκριση με την Ευρωζώνη; Κατά συνέπεια, πως είναι δυνατόν να τίθεται ως στόχος η δημοσιονομική σταθερότητα και ενίσχυση της Ευρωπαϊκής σύγκλησης όταν ακόμα δεν έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις για μία δομική μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας; Πως είναι δυνατόν να μιλάει με γνώση των πραγματικών δεδομένων ο Υπουργός και πραγματικά να πιστεύει πως χωρίς ριζικές αλλαγές πολιτικής από πλευράς της Κυβέρνησης, είναι δυνατόν να «επικοινωνείται» με την χρήση μονοδιάστατων στατιστικών μεγεθών μία «ιστορία επιτυχίας με διαρκή δυναμισμό»;
Η ανάλυση των διεθνών εξελίξεων μας οδηγεί με ταχύτατα ρυθμό στο συμπέρασμα πως το αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας οδεύει προς αποτυχία. Αυτό θα φανεί το 2027 με μεγαλύτερη ένταση. Το κράτος έχει αποτύχει σε αναρίθμητες περιπτώσεις. Αναζητείται η ανάδειξη θεσμικής αξιοπιστίας. Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος αγνοείται. Ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε καθεστώς ανισορροπίας – ειδικά μετά την συμφωνία Mercosur. Τα ισχυρά υπερπλεονάσματα που προκύπτουν εκτός από την πάταξη της φοροδιαφυγής από την υπερφορολόγηση και την δυσανάλογη έμμεση φορολόγηση δεν στηρίζουν την κοινωνία. Το αντίθετο. Απλά συμμετέχουν στην διαμόρφωση ενός φαύλου κύκλου όπου «κεκαλυμμένα» η μία στρεβλότητα υποστηρίζει άλλη.
Παρά τις αρνητικές ενδείξεις ως προς την διατηρησιμότητα ανάπτυξης της χώρας, διεθνείς επενδυτικοί οίκοι και τράπεζες αξιολογούν θετικά την προοπτική εξέλιξης της σχέσης χρέους/ΑΕΠ. Με βάση δε αυτές τις αξιολογήσεις, η Κυβέρνηση επιλέγει σήμερα την στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής του χρέους αξιοποιώντας ταυτόχρονα τις συνεχείς υπερκαλύψεις των εκδόσεων ομολόγων με πρόσφατη αυτή της 13ης Ιανουαρίου όπου για αντλούμενο ποσό 4 δις ευρώ, οι συνολικές προσφορές ανήλθαν σε 51 δις ευρώ.
Αναλύοντας την κυβερνητική στόχευση για πρόωρες αποπληρωμές, είναι δυνατόν αυτή να εκτιμηθεί ως θετική καθώς δημιουργεί τροχιά ταχύτερης απεμπλοκής από τα ακριβά δάνεια του πρώτου μνημονίου. Είναι πιθανόν να εκτιμηθεί πως οι πρόωρες αποπληρωμές μειώνουν το ρίσκο απότομων διακυμάνσεων των επιτοκίων. Είναι επίσης πιθανό οι βραχυπρόθεσμες αυτές κινήσεις να δημιουργούν θετικό κλίμα για απορρόφηση νέων εκδόσεων. Έχοντας πάντα ως σταθερά το σημερινό διεθνές περιβάλλον και το «κλίμα» των διεθνών αγορών. Οι εξελίξεις όμως, κινούνται με τέτοια ταχύτητα που εύλογα δημιουργείται το ερώτημα ως προς το επίπεδο «θωράκισης» της οικονομίας έναντι αυτών και των συνεπακόλουθων αντιδράσεων των αγορών.
Κατά συνέπεια όταν διαβάζουμε τις εκτιμήσεις των διεθνών Οίκων, προκύπτουν βασικά ερωτήματα: Οι οίκοι αξιολογούν την δομή και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ανάπτυξης; Οι εκτιμήσεις των Οίκων αξιολόγησης λαμβάνουν αυστηρά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ή για το «επίπεδο» των εκτιμήσεων παίζει ρόλο το εύρος των εργασιών που λαμβάνουν από την εκάστοτε Κυβέρνηση; Ποιος είναι ο πραγματικός ορίζοντας βάση του οποίου αξιολογείται η πορεία της οικονομίας; Πως αξιολογείται το γεγονός ότι μετά την λήξη των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας θα μειωθεί σημαντικά επηρεάζοντας τόσο την συνολική αναπτυξιακή εικόνα, όσο και την διαμόρφωση της μελλοντικής σχέσης χρέους/ΑΕΠ;
Αν λάβουμε τα πραγματικά δεδομένα υπόψη, πως είναι δυνατόν οι τράπεζες, Barclays, Citigroup, JPMorgan και αρκετές άλλες να προχωρούν σε θετικές αξιολογήσεις της προοπτικής της οικονομίας – εν μέσω διεθνούς ανακατανομής των παραμέτρων εμπορίου και ανάπτυξης – θεωρώντας επιπρόσθετα ότι δεν υπάρχει πολιτικός κίνδυνος, ενώ επί της ουσίας έχουμε εισέλθει σε προεκλογική περίοδο και τα γκάλοπ αναδεικνύουν αδυναμία αυτοδυναμίας;
Σε πρόσφατη ανάλυσή της η Barclays έδωσε έμφαση στους παράγοντες που εκείνη αξιολογεί ως «ισχυρή ανάπτυξη». Στο πεδίο δε των κρατικών ομολόγων της χώρας γίνεται παραλληλισμός με την θετική πορεία της Πορτογαλίας και Ισπανίας εξαιτίας του γεγονότος ότι η θετική αντιμετώπιση των ομολόγων τους αναδεικνύεται από την συνεχιζόμενη «υπεραπόδοση ανάπτυξης». Άλλο δε σημείο αναφοράς των αναλύσεων αποτελεί η αυξημένη δυναμική μείωσης της σχέσης χρέους με ΑΕΠ. Επισημάνσεις που σε κάθε περίπτωση μας υποχρεώνει να προβληματιστούμε.
Θα είχε ενδιαφέρον όμως, να αναλυθεί από τους οίκους και τις τράπεζες που αναφέρονται σε «υπεραπόδοση ανάπτυξης» της χώρας, το γεγονός ότι αυτή συντελείται στην βάση δομικών προβλημάτων διατηρησιμότητας, ενώ επί της ουσίας η όποια «αποφυγή» βαθύτερης ανάλυσης βοηθάει στην απόκρυψη μίας μακροπρόθεσμης πραγματικότητας. Μήπως με την «μεθοδολογία» αυτή θυσιάζεται η ορθή απεικόνιση στα πλαίσια ενός βολικού -βραχυπρόθεσμου – αφηγήματος για τις αγορές των ομολόγων και τους εκδότες χρέους;
Παρά τις διεθνείς αναταράξεις οι αγορές αναζητούν την βραχυπρόθεσμη θετική εικόνα για να «κτίσουν» κινητικότητα και νέες εκδόσεις χρέους. Αναζητούν εικόνα, έστω και αν αυτή κρύβει μισές αλήθειες. Οι αγορές αξιολογούν τον λόγο χρέους/ΑΠΕ. Αξιολογούν τον ρυθμό αποπληρωμών παλαιότερων χρεών, τα υπερβολικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Διαβάστε επίσης:
Η κριτική Μυτιληναίου και η βιώσιμη ανάπτυξη
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Voria: Αυτό είναι το σχέδιο των Λασκαρίδη – Κόκκαλη για το καζίνο στο Μαρούσι
- Χρηματιστήριο: Οι τέσσερις λόγοι που γύρισε η αγορά από τις 2.200 μονάδες
- Θάνος Πλεύρης: τα αυτονόητα και οι ΜΚΟ
- Η μεγάλη έξοδος των CEO στον κλάδο πολυτελείας συνεχίζεται – πρωταγωνιστές Kering, LVMH και η πίεση στην ωρολογοποιία