Οικονομία

Scope Ratings στο mononews: Σε κλοιό αβεβαιότητας η ελληνική οικονομία

Dennis Shen αναλυτής του οίκου αξιολόγησης Scope Ratings

Dennis Shen αναλυτής του οίκου αξιολόγησης Scope Ratings


Τις ισχυρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία καθοδόν προς την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, εν μέσω πολέμου, αναλύει στο Mononews ο κ. Dennis Shendirector στη Scope Ratings και επικεφαλής αναλυτής για την Ελλάδα.

Αυξημένα κόστη δανεισμού, επερχόμενες εκλογές και η σχετική αβεβαιότητα για το μετεκλογικό τοπίο, το υψηλό δημόσιο χρέος και ο προβληματισμός για το κατά πόσο η χώρα θα παραμείνει στο δρόμο της δημοσιονομικής σύνεσης, παρά τα ισχυρά προβλήματα που αντιμετωπίζει εξαιτίας των επιπτώσεων του πολέμου, συνθέτουν ένα δύσκολο σκηνικό.

Ο οίκος βλέπει αυξημένο πολιτικό ρίσκο, με καθοριστική ενδεχομένως τη στάση του ΠΑΣΟΣ-ΚΙΝΑΛ, υπογραμμίζει τη θετική επίπτωση που έχει, προς το παρόν, ο πληθωρισμός στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ αλλά και τους κινδύνους από το ενδεχόμενο παράτασης του πολέμου και της πληθωριστικής κρίσης.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Dennis Shen στο mononews

ΕΡΩΤΗΣΗ: Υπάρχει πραγματικός λόγος ανησυχίας για την εκτέλεση του δανειακού προγράμματος του 2022, εξαιτίας της ανόδου των αποδόσεων στα ομόλογα;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αποτελεί βασικό περιορισμό για τις αξιολογήσεις των χωρών της ευρωζώνης και ένα σημαντικό εμπόδιο για την Ελλάδα που είναι καθοδόν προς την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Η Ελλάδα αξιολογείται  από τη Scope καθώς και από  άλλους οργανισμούς μία βαθμίδα κάτω από την επενδυτική. Αυτό οφείλεται στα υψηλότερα επιτόκια που αποδυναμώνουν την ευκολία πρόσβασης στην αγορά και υπονομεύουν το ρυθμό μείωσης του λόγου του δημόσιου χρέους.

Λόγω των υψηλότερων επιτοκίων στην αγορά, αυξήσαμε την εκτίμηση μας για το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας στο 5,2% του ΑΕΠ, ως προς το τρέχον έτος, προτού υποχωρήσει στο 3,4% το 2023. Το υψηλότερο επιτόκιο χρηματοδότησης επιπεδοποιεί, σε ένα βαθμό, την πτωτική πορεία του ελληνικού χρέους.

Η Ελλάδα δανείζεται σήμερα στα 10 χρόνια με επιτόκιο περίπου 3,5%, υπερδιπλάσιο του 1,6% του μέσου σταθμισμένου κόστους που εκτιμάται για το 2022. Με άλλα λόγια, το μέσο σταθμισμένο κόστος του ανεξόφλητου χρέους της Ελλάδας αυξάνεται για πρώτη φορά εδώ και χρόνια αντί να μειώνεται, οπότε καθώς η κυβέρνηση αναχρηματοδοτεί, η υποκείμενη δυναμική του χρέους εξασθενεί.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι ρεαλιστικό να περιμένει η Ελλάδα να ανακτήσει επενδυτική βαθμίδα το 2023, εάν ο πόλεμος και η αναταραχή στις αγορές συνεχιστεί και στο δεύτερο εξάμηνο του έτους;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είμασταν ο πρώτος οίκος αξιολόγησης που αναβαθμίσαμε την Ελλάδα στο BB+ – μία βαθμίδα κάτω από την επενδυτική. Υπάρχουν πολλά σημεία προς αξιολόγηση σχετικά με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα, όπως οι εκλογές στα μέσα του 2023 και η σχετική αβεβαιότητα για το μετεκλογικό περιβάλλον, η ολοκλήρωση της ενισχυμένης εποπτείας τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους και η αβεβαιότητα σχετικά με την  προσδοκώμενη συνεχή προσήλωση της κυβέρνησης στη δημοσιονομική σύνεση και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη συνέχεια, καθώς και το ότι το ελληνικό χρέος παραμένει πολύ υψηλό, (στο 193% του ΑΕΠ το 4ο τρίμηνο του 2021) -με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους να εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. 

Με αυτά ως δεδομένα σήμερα ο πληθωρισμός υπερκαλύπτει τις αυξήσεις των επιτοκίων με τη συνολική δυναμική να αντιπροσωπεύει μια καθαρή μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους. Έτσι, παρόλο που ο πόλεμος και η αναταραχή στις αγορές υποβαθμίζουν την πραγματική οικονομική ανάπτυξη και αυξάνουν το κόστος δανεισμού, οι δείκτες χρέους μειώνονται σήμερα ταχύτερα συνολικά λόγω του πληθωριστικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, η ενίσχυση της νομισματικής ένωσης στην ΕΕ από το ξέσπασμα της πανδημίας και η εισαγωγή της ευελιξίας στις αγορές τίτλων μέσω του PEPP, υποστηρίζουν τη μελλοντική πορεία της αξιολόγησης της Ελλάδας, ακόμη και εάν η ΕΚΤ αυξάνει επιτόκια και τερματίζει τις καθαρές αγορές τίτλων, στο κοντινό μέλλον. 

Παρόλα αυτά υπάρχει ο κίνδυνος ο πληθωρισμός να παραμείνει σε υψηλότερα επίπεδα για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Ένα τέτοιο σενάριο θα περιόριζε με επιταχυνόμενο ρυθμό τη δυνατότητα της ΕΚΤ να παρέμβει περαιτέρω στις αγορές για να στηρίξει χώρες όπως η Ελλάδα, για παράδειγμα να κάνει ότι απαιτείται για να περιορίσει τις μαζικές πωλήσεις στις χρηματαγορές και μακροπρόθεσμα ίσως απαιτήσει ένα πραγματικά, θετικό, επιτόκιο για να περιορίσει τον πληθωρισμό. Η εμφάνιση σημαντικότερων περιορισμών στα περιθώρια ελιγμών της ΕΚΤ στη νομισματική πολιτική  – ιδιαίτερα εάν ένας παρατεταμένος πόλεμος στην Ουκρανία επιδεινώσει περαιτέρω τον πληθωρισμό- θα μπορούσε να αποδειχθεί πιστωτικά αρνητική για τις περιφερειακές αγορές.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πως επηρεάζει ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αύξηση του πληθωρισμού τις ελληνικές τράπεζες;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών να αυξήσουν τα επιτόκια για να θέσουν τον πληθωρισμό υπό έλεγχο απειλούν με άτακτη σύσφιξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών, ενώ η απότομη άνοδος των τιμών των βασικών εμπορευμάτων ενισχύουν τις προϋπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις. Αυτό θα μπορούσε να εκθέσει υπάρχουσες χρηματοοικονομικές αδυναμίες και να επιβαρύνει την πραγματική οικονομική ανάπτυξη. 

Η άρση της νομισματικής διευκόλυνσης από την ΕΚΤ και η αύξηση των επιτοκίων αργότερα φέτος είναι πιθανό να επηρεάσουν αρνητικά τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες και να θέσουν σε δοκιμασία τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες είχαν ανεπαρκείς επιδόσεις στα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών του 2021. Η οικονομική επιβράδυνση θα μπορούσε, επιπλέον, να δοκιμάσει την ανθεκτικότητα της έντονα πτωτικής πορείας των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Επιπλέον, δεδομένης της ενισχυμένης σχέσης κράτους-τραπεζών, οποιαδήποτε υποαπόδοση του τραπεζικού συστήματος θα έχει επιπτώσεις για το δημόσιο.

 Ταυτόχρονα, τα υψηλότερα επιτόκια και η πιο απότομη καμπύλη αποδόσεων στηρίζουν τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια του τραπεζικού συστήματος και η άρση της διευκολυντικής πολιτικής από την ΕΚΤ θα πρέπει να παραμείνει σταδιακή και να στηρίξει την δυναμική του τραπεζικού συστήματος να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Εκτιμάτε πως αυξάνεται το πολιτικό ρίσκο καθοδόν προς τις εκλογές και γιατί;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Yπάρχει αυξανόμενος πολιτικός κίνδυνος καθώς η υποστήριξη προς το κατεστημένο κόμμα μειώνεται- η Νέα Δημοκρατία έχει δει τα ποσοστά της να υποχωρούν, με μέσο όρο σήμερα γύρω στο 35,5% στην πρόθεση ψήφου σε αρκετές πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Έτσι, το κόμμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη είναι πιθανό να υπολείπεται της απόλυτης πλειοψηφίας υπό το αναθεωρημένο εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, καθιστώντας το ΚΙΝΑΛ καθοριστικό. Δεν είναι σαφές αν το ΚΙΝΑΛ θα μπορούσε να προτιμήσει μια κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα ή με τη Νέα Δημοκρατία. Αυτή η αβεβαιότητα στο  βραχυπρόθεσμο εκλογικό χάρτη και ένα σενάριο μιας πιο έντονης μετεκλογικής μετατόπισης προς την αριστερά αντιπροσωπεύει ένα ρίσκο -δεδομένου ότι η κρίση της Ελλάδας του 2015 είναι σχετικά μια πρόσφατη ανάμνηση, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της θεσμικής στήριξης της ΕΕ κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Αν και μια παρόμοια κρίση με εκείνη του 2015 είναι πράγματι πάρα πολύ απίθανη, εντούτοις οι εκλογές του 2023 συνιστούν μια πιθανή διακλάδωση ως προς την κατεύθυνση πολιτικής της Ελλάδας. 

ΕΡΩΤΗΣΗ: Υπάρχουν αυξημένοι κίνδυνοι για καθυστερήσεις στην υλοποίηση projects του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ελλάδα εξαιτίας των νέων συνθηκών που προκαλεί ο πόλεμος (αυξημένα κόστη κατασκευής, αβεβαιότητα μεταξύ επενδυτών κ.α.); Πόσο πιθανός θα ήταν ο στασιμοπληθωρισμός στην Ελλάδα;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  Oι κίνδυνοι καθυστέρησης της υλοποίησης των έργων του Ταμείου είναι αυξημένοι, καθώς οι προτεραιότητες που είχαν τεθεί για την ανάκαμψη από την πανδημία στο πλαίσιο του Ταμείου αντικαθίστανται από μέτρα που στοχεύουν στον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ωστόσο, η ΕΕ είναι πιθανόν να είναι διαλλακτική ως προς κάποια καθυστέρηση έργων του Ταμείου από την άποψη της συνέχισης της ροής χρηματοδότησης από την ΕΕ, εάν για παράδειγμα οι πολιτικές υποκατάστασης στήριζαν με σύνεση ευάλωτους καταναλωτές από το υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο στασιμοπληθωρισμός, αν οριστεί ως τεχνική ύφεση (δύο διαδοχικά τρίμηνα αρνητικής αύξησης του ΑΕΠ) σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού, είναι ένας πραγματικός κίνδυνος. Επιλέξαμε να μειώσουμε τις προβλέψεις μας για την ανάπτυξη της Ελλάδας το 2022 κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες στο 3,4% (από 4,3% που ήταν η πρόβλεψή μας το Δεκεμβρίου 2021) και το 2023 κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στο 2,3% (από2,5%), με βάση τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και τις σχετικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, καθώς και στην καταναλωτική και επιχειρηματική.

Διαβάστε επίσης:

Morgan Stanley: Προς επενδυτική βαθμίδα η Ελλάδα το 2023

DBRS για Ελλάδα: Δημοσιονομική πειθαρχία και διατηρήσιμη ανάπτυξη κρίνουν τη βιωσιμότητα του χρέους – Ο πόλεμος ενισχύει την αβεβαιότητα



ΣΧΟΛΙΑ