Οικονομία

Intrum: Απλήρωτους λογαριασμούς αφήνει ένας στους δύο Έλληνες


Αρνητική πρωτιά για την Ελλάδα σε δείκτες όπως είναι η αδυναμία εξόφλησης ενός λογαριασμού και η μείωση των αγορών λόγω ακρίβειας καταγράφει η πιο πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα της Intrum.

Ούτε λίγο, ούτε πολύ οι ερευνητές κάνουν λόγο για αναντιστοιχία ανάμεσα στο τέλος της ενισχυμένης εποπτείας (η Ελλάδα βγήκε από το αυτό το καθεστώς το καλοκαίρι) και στην ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίσει ένα απότομο οικονομικό σοκ, «λαμβανομένου υπόψη του υψηλού ποσοστού ανεργίας και του δημόσιου χρέους, που φτάνει στο 189% του ΑΕΠ». Σημειωτέον ότι η έρευνα διεξήχθη το διάστημα Ιουλίου – Σεπτεμβρίου, μήνα κατά τον οποίο ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε στο 12,1% στην Ελλάδα.

Το 53% των Ελλήνων έχει αφήσει ανεξόφλητο τουλάχιστον έναν λογαριασμό, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην πρώτη θέση της συγκεκριμένης λίστας, πάνω από τη Ρουμανία (43%), τις χώρες της Σκανδιναβίας (38% – 40%) και την Ιταλία (30%), αλλά και αρκετά ψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Απλήρωτους λογαριασμούς έχει αφήσει το 29% των Ευρωπαίων.

Οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται από τους πιο «χτυπημένους» από τον πληθωρισμό. Το 84% βλέπει τους λογαριασμούς να «φουσκώνουν» με ρυθμό υψηλότερο από το εισόδημά τους, σε σύγκριση με το 68% των Ευρωπαίων. Το 78% εκτιμά η αύξηση των λογαριασμών έχει αρνητική επίδραση στη γενική ευημερία, ποσοστό 20 μονάδες υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έντονη είναι η ανησυχία σχετικά με τις τιμές της ενέργειας, με το 94% των Ελλήνων (έναντι 80% των Ευρωπαίων) να ανησυχεί ότι η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα επηρεάσει την οικονομική τους ευημερία και το 64% να αναμένει ότι δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τουλάχιστον έναν λογαριασμό το επόμενο έτος (29 μονάδες υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο).

Τέσσερις στους 10 πληρώνουν λογαριασμούς με δανεικά

Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως 4 στους 10 (43%) έχουν δανειστεί ή έχουν φτάσει στο όριο τις πιστωτικές τους κάρτες για να πληρώσουν λογαριασμούς το προηγούμενο εξάμηνο, όταν το 2021 σε αυτή τη λύση είχε καταφύγει το 36% των καταναλωτών. Προτεραιότητα για το 76% των καταναλωτών είναι να εξοφλήσει τους λογαριασμούς αερίου, νερού και ηλεκτρικού, ακολουθούν οι λογαριασμοί τηλεφωνίας (50%), το ενοίκιο (32%), λογαριασμοί του ίντερνετ (32%), των πιστωτικών καρτών (26%), έξοδα σχετικά με υγεία (19%), οι δόσεις στεγαστικών δανείων (18%), έξοδα για τα παιδιά (14%), κόστη σχετικά με την εκπαίδευση (13%) και ηλεκτρονικές παραγγελίες (7%).

Η μείωση της καταναλωτικής δύναμης αποτυπώνεται στην απάντηση που έδωσαν οι Έλληνες, όταν ρωτήθηκαν αν κάνουν λιγότερες αγορές εξαιτίας της αύξησης των τιμών. Και σε αυτή την περίπτωση οι Έλληνες ήρθαν πρώτοι, καθώς το 84% ψωνίζει λιγότερο λόγω ακρίβειας, όπως κάνει το 81% των Ούγγρων, το 80% των Πολωνών, το 78% των Πορτογάλων και το 72% των Ευρωπαίων, κατά μέσο όρο. Περισσότεροι από 7 στους 10 Έλληνες (76%) επιδιορθώνει και ανακυκλώνει παλιά αντικείμενα για να αποφύγει το ράφι, όταν σε αυτή τη λύση καταφεύγει το 67% των πολιτών της Ε.Ε.. Παρόλο που το 74% των καταναλωτών (δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη) δεν είναι διατεθειμένο να πληρώσει παραπάνω για βιώσιμα προϊόντα, οι Έλληνες εμφανίζονται ευαισθητοποιημένοι: το 61% δεν αγοράζει προϊόντα εταιρειών που βλάπτουν το περιβάλλον, ενώ το 75% σταματά να ξοδεύει χρήματα στην αγορά προϊόντων που παράγουν εταιρείες, οι οποίες κάνουν φυλετικές ή κοινωνικές διακρίσεις.

Αποταμιεύουν για το αναπάντεχο

Η αποταμίευση είναι έννοια άγνωστη για σχεδόν 4 στους 10 Έλληνες (το 76% των Ευρωπαίων αποταμιεύει), καθώς το 58% αποταμιεύει κάθε μήνα. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουν την αξία της, με το 78% να δηλώνουν δυσαρεστημένοι με το ποσό που «βάζουν στην άκρη», από 73% ένα χρόνο πριν. Πάντως, οι περισσότεροι από όσους αποταμιεύουν χρήματα (80%) το κάνουν για να αντιμετωπίσουν απρόβλεπτα έξοδα, για την περίπτωση που χάσουν τη δουλειά τους ή άλλη πηγή εισοδήματος (50%), για να προετοιμαστούν για την ύφεση (38%) και για να βοηθήσουν παιδιά κι εγγόνια (34%).

Πέραν αυτών, οι Έλληνες εμφανίζονται «απροστάτευτοι» και ως προς την αναγνώριση των συνεπειών, αφού μόνο το 14% αισθάνεται ότι έλαβε εξαιρετική οικονομική εκπαίδευση και έχει αυτοπεποίθηση στη διαχείριση πολύπλοκων οικονομικών θεμάτων, σε σύγκριση με το 26% των Ευρωπαίων. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί σχεδόν οι μισοί Έλληνες (το 43%) δηλώνει ότι εμπιστεύεται το διαδίκτυο για οικονομικές συμβουλές. Το ποσοστό αυτό απέχει αρκετά από την εμπιστοσύνη για οικονομική πληροφόρηση που δείχνουν στις τράπεζες οι Έλληνες (21%). Το 19% συμβουλεύεται φίλους, το 16% τον πατέρα του, το 13% τα ΜΜΕ και μόλις το 6% καταφεύγει σε κυβερνητικούς φορείς – ποσοστό που είναι ίσο με όσους συμβουλεύονται τα social media.



ΣΧΟΛΙΑ