Με την κυβέρνηση να σχεδιάζει το επόμενο πακέτο μέτρων που θα ανακοινωθεί στη ΔΕΘ με έμφαση, αυτή τη φορά, στην φοροελάφρυνση των επιχειρήσεων, φορείς της αγοράς επαναλαμβάνουν τις προτάσεις που έχουν καταθέσει εδώ και καιρό προς την πολιτεία: ρύθμιση 120 δόσεων, μείωσης της προκαταβολής φόρου.

Τα ληξιπρόθεσμα χρέη στην εφορία αγγίζουν τα 112 δις ευρώ. Στα ασφαλιστικά ταμεία τα 50 δις ευρώ. Πρόκειται για ένα «βουνό» οφειλών το οποίο αυξάνεται μήνα με το μήνα με γοργούς ρυθμούς. Φορείς της αγοράς ζητούν από την κυβέρνηση να επαναφέρει μια ρύθμιση χρεών με 120 δόσεις, ώστε να ενταχθούν παλαιές και νέες οφειλές, προκειμένου να δοθεί ανάσα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους.

1

Μια τέτοια εισήγηση έχουν καταθέσει τους προηγούμενους μήνες στην κυβέρνηση, φορείς όπως το ΕΒΕΑ και η ΕΣΕΕ, η οποία όμως δεν έχει εισακουσθεί. Σήμερα, πέραν από την πάγια ρύθμιση της εφορίας (έως 24 δόσεις) λειτουργεί μόνο ο εξωδικαστικός μηχανισμός, ο οποίος αφορά οφειλές άνω των 10.000 ευρώ, αποτελώντας τον αντίλογο του οικονομικού επιτελείου στις εισηγήσεις για νέα ρύθμιση 120 δόσεων.

Στα 3 δις το κόστος

Μια τέτοια ρύθμιση κοστίζει κοντά στα 3 δις ευρώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των φορέων της αγοράς. Ωστόσο, τα έσοδα του κράτους θα ήταν πολλαπλάσια απ΄ όσους θα εντάσσονταν σε αυτές τις ρυθμίσεις.

Ακόμα και στην παρατήρηση πως οι περισσότεροι οφειλέτες δεν καταφέρνουν να παραμείνουν σε ρύθμιση για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς αρκετοί αδυνατούν να πληρώσουν τρέχουσες και παλαιές οφειλές, η απάντηση των φορέων είναι απλή: αν κάποιος χάσει τη ρύθμιση ενώ έχει καταβάλει 30 ή 40 δόσεις, το κράτος θα έχει εισπράξει χρήματα τα οποία σήμερα παραμένουν στην κατηγορία «ληξιπρόθεσμα».

Η προκαταβολή φόρου

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η εισήγηση των φορέων της αγοράς για την προκαταβολή φόρου που καταβάλουν οι επιχειρήσεις. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του πρωθυπουργού σε συνέντευξή του στο τέλος του 2025, ότι «οι επιχειρήσεις έχουν κέρδη έστω και με μειωμένους φορολογικούς συντελεστές, μπορούν τελικά να εισφέρουν περισσότερο στον κρατικό προϋπολογισμό» για να προσθέσει πως «για το ζήτημα της προκαταβολής κρατήστε έναν αστερίσκο να με ξαναρωτήσετε του χρόνου (σ.σ. το 2027)».

Το μέτρο της προκαταβολής φόρου το ισχύει από το 1994 και αυξήθηκε ως ποσοστό την περίοδο της οικονομικής κρίσης, προβλέπει στην πράξη την προείσπραξη φόρου που βασίζεται στα φορολογητέα κέρδη της τρέχουσας χρήσης και αφορά τον φόρο εισοδήματος που αναμένεται να καταβληθεί το επόμενο έτος.

Η προκαταβολή φόρου ανέρχεται στο 80% του ποσού του φόρου εισοδήματος, αφού πρώτα έχει αφαιρεθεί οποιοδήποτε ποσό παρακράτησης φόρου. Η προκαταβολή φόρου καταβάλλεται την πρώτη χρονιά και στη συνέχεια κάθε χρόνο επιστρέφεται και προκαταβάλλεται ο φόρος της επόμενης χρήσης.

Για νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις, η προκαταβολή υπολογίζεται στο 50% του φόρου εισοδήματος για τις 3 πρώτες χρήσεις (εξαιρούνται τα νομικά πρόσωπα που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευση).

Ο παραλογισμός

Φορείς της αγοράς επισημαίνουν πως η προκαταβολή θα πρέπει να μειωθεί αρχικά στο 40% με το ΕΒΕΑ να προτείνει ακόμα και τον μηδενισμό του. Και αυτό διότι η λογική του, όπως εφαρμόζεται στην Ελλάδα περιέχει αρκετούς… παραλογισμούς.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που μια εταιρεία πωλήσει ένα ακίνητο, το έσοδο αυτό παρότι έχει φορολογηθεί, θα υπολογιστεί στην προκαταβολή φόρου, φουσκώνοντάς τη σημαντικά. Ωστόσο, αυτή η είσπραξη για την επιχείρηση είναι άπαξ, αφού το ακίνητο μπορεί να πωληθεί μόνο μια φορά.

Διαβάστε επίσης

ΟΠΕΚΑ: Πληρωμές συνολικού ύψους 197 εκατ. ευρώ την Παρασκευή σε 612.257 δικαιούχους

Eurostat: Η Ελλάδα στις τρεις ακριβότερες χώρες της ΕΕ για καλλιεργήσιμη γη το 2024

Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο: Σε τροχιά ανάπτυξης ξενοδοχεία και εξοχική κατοικία – Τα δυνατά σημεία το 2026