Οικονομία

ΔΝΤ: Κόστος 700 δισ. ευρώ και στάσιμη ανάπτυξη στην παγκόσμια οικονομία από τον εμπορικό πόλεμο

  • NewsRoom
ηπα κινα

Εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ- Κίνας


Περί τα 700 δισ. ευρώ ή, αλλιώς, ποσό που αντιστοιχεί σε «ολόκληρη την οικονομία της Ελβετίας» είναι το οικονομικό κόστος που θα προκύψει για την παγκόσμια οικονομία από τον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Αυτά προειδοποιεί η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, νέα γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπογραμμίζοντας πως η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη καταγράφει «συγχρονισμένη επιβράδυνση».

Στις 15 Οκτωβρίου, το ΔΝΤ αναμένεται να παραδώσει στη δημοσιότητα τις νεότερες προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, οι οποίες, όπως είναι προφανές, εκτιμάται ότι θα είναι αναθεωρημένες προς το χειρότερο, τόσο για φέτος, όσο και για το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι, τον περασμένο Ιούλιο, ο διεθνής χρηματοοικονομικός θεσμός προέβλεπε ανάπτυξη 3,2% φέτος και 3,5% την επόμενη χρονιά. Η Γκεοργκίεβα  επεσήμανε ότι, για το 2019, «περιμένουμε βραδύτερη ανάπτυξη, σε σχεδόν το 90% της υφηλίου».

Οι συγκεκριμένες δηλώσεις δεν έρχονται σε τυχαίο χρόνο, καθώς η Γκεοργκίεβα, στην σχετική ομιλία της, φάνηκε να δίνει τον τόνο ενόψει της φθινοπωρινής συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η Γκεοργκίεβα, η οποία ανέλαβε τα καθήκοντά της πριν από μόλις μία εβδομάδα, επισήμανε πως «η ανάπτυξη θα μειωθεί φέτος στο πιο χαμηλό επίπεδό της από τις αρχές της δεκαετίας».

Οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις έρχονται σε μια εποχή, όπου ο εμπορικός πόλεμος που έχει ξεσπάσει μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Υπενθυμίζεται ότι η συγκεκριμένη εμπορική διαμάχη ξεκίνησε πριν από περίπου 1,5 χρόνο από τον Αμερικανό πρόεδρο ενάντια στην Κίνα, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αναγκάσει το Πεκίνο να τερματίσει τις λεγόμενες «κακόπιστες» εμπορικές πρακτικές από πλευράς του. Η σύγκρουση, η οποία διεξάγεται με την ανταλλαγή αμοιβαίων ομοβροντιών τιμωρητικών δασμών, σε εμπορεύματα αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, έπληξε σημαντικά σχεδόν το σύνολο των διεθνών εμπορικών συναλλαγών.

Όπως διαπιστώνει η Γκεοργκίεβα, «Η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου είναι σχεδόν στάσιμη».

Σημειώνεται ότι αυτή την περίοδο, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ έχει εξαπολύσει απειλές, αναφορικά με το ενδεχόμενο επιβολής νέων κυρώσεων και σε άλλους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκαλώντας την υποχώρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Το παγκόσμιο ΑΕΠ ενδέχεται να απολέσει περίπου 0,8% ως το 2020, έναντι 0,5% που προβλεπόταν τον Ιούλιο. «Πρόκειται χονδρικά για το μέγεθος της οικονομίας της Ελβετίας», επέμεινε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ και συνέχισε λέγοντας ότι «πρέπει να αναλάβουμε δράση. Είμαι πεπεισμένη πως, εάν συνεργαστούμε, μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο καλύτερο για όλους».

Τα κύρια αίτια της παγκόσμιας τάσης επιβράδυνσης της οικονομίας 

Ως κυριότερες απειλές για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, η Βουλγάρα οικονομολόγος επεσήμανε, πέραν του εμπορίου, τη διαφαινόμενη δύσκολη αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και την υπερχρέωση των επιχειρήσεων στις οκτώ μεγαλύτερες οικονομίες (Γερμανία, Κίνα, Ισπανία, ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο).

Ακόμη, η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα επισήμανε πως πρέπει να υπάρξει δράση εναντίον της κλιματικής αλλαγής, μιας «κρίσης, έναντι της οποίας κανένας δεν είναι προστατευμένος» και «όλοι έχουν ευθύνη να δράσουν».

Οι διεθνείς συγκρούσεις για το εμπόριο μειώνουν εξάλλου τη δυνατότητα των αναδυόμενων χωρών να μπουν στον δρόμο της ανάπτυξης και να ξεριζώσουν τη φτώχεια, υπογράμμισε παράλληλα η Πηνελόπη Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε στο Γαλλικό Πρακτορείο, εξηγώντας πως «αύξησαν την αβεβαιότητα» και «μείωσαν απότομα τις επενδύσεις».

Σύμφωνα με όσα υποστήριξε η Ελληνοαμερικανίδα οικονομολόγος — που πήρε άδεια από το πανεπιστήμιο Γέιλ πέρυσι για να αναλάβει επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας — η «σημαντική» μείωση των επενδύσεων είναι ακόμη πιο προβληματική, διότι ουδέποτε επανήλθαν σε καλά επίπεδα «μετά την οικονομική κρίση» του 2008.