Ο δικηγόρος που εμφανίζεται στο τέλος μιας συναλλαγής για να ελέγξει τις συμβάσεις και να εξηγήσει στη διοίκηση τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται ανήκει πλέον σε μια περασμένη εποχή. Στο σύγχρονο επιχειρείν, όπου μια επένδυση μπορεί να εξαρτάται ταυτόχρονα από το ρυθμιστικό πλαίσιο, τη χρηματοδότηση, τον ανταγωνισμό, τις αποφάσεις ανεξάρτητων αρχών και τις ευρωπαϊκές πολιτικές, ο νομικός σύμβουλος καλείται πλέον να βρίσκεται στο τραπέζι πολύ πριν φτάσει η ώρα των υπογραφών.
Ο Θεοδόσης Τόμπρας γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα από αγορές, όπως η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες, στις οποίες η σχέση δικαίου και επιχειρηματικής στρατηγικής είναι πιο εμφανής από οπουδήποτε αλλού, διαθέτοντας πολυετή εμπειρία στις δικτυακές αγορές και στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τη ρυθμιστική πολιτική και τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Μας εξηγεί, λοιπόν, γιατί ο σύγχρονος corporate δικηγόρος δεν δημιουργεί αξία απλώς αποτρέποντας ένα νομικό πρόβλημα, αλλά κυρίως όταν εμπλέκεται αρκετά νωρίς ώστε να βοηθήσει να σχεδιαστεί σωστά η ίδια η επιχειρηματική κίνηση. Σε πολύπλοκες αγορές, μάλιστα, μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και ως «συν-αρχιτέκτονας» μιας νέας αγοράς, μετατρέποντας τη ρυθμιστική πολυπλοκότητα από εμπόδιο σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Από τα δίκτυα οπτικών ινών και τα μεγάλα ενεργειακά έργα μέχρι τις εξαγορές, τη χρηματοδότηση και την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης στη δικηγορία, ο Θεοδόσης Τόμπρας σκιαγραφεί γιατί το κρίσιμο ερώτημα για τον δικηγόρο του αύριο δεν θα είναι πλέον μόνο τι προβλέπει ο νόμος. Θα είναι αν μπορεί να κατανοήσει τον επιχειρηματικό στόχο, να σταθμίσει το ρίσκο και να απαντήσει στο πολύ δυσκολότερο ερώτημα: «Πώς μπορούμε να το κάνουμε;»
1. Για πολλά χρόνια ο επιχειρηματικός κόσμος αντιμετώπιζε τις νομικές υπηρεσίες κυρίως ως εργαλείο συμμόρφωσης ή διαχείρισης κινδύνου. Εσείς υποστηρίζετε ότι σήμερα αποτελούν πολλαπλασιαστή οικονομικής ανάπτυξης. Με ποιον τρόπο μπορεί ένας corporate δικηγόρος να δημιουργήσει πραγματική αξία για μια επιχείρηση και, τελικά, για την ίδια την οικονομία;
Θα έλεγα ότι η ουσιαστική μετατόπιση της συζήτησης είναι από τη «νομική άμυνα» στη «στρατηγική διαχείρισης κινδύνων», συμπεριλαμβανομένων και των νομικών κινδύνων.
Ο corporate δικηγόρος δημιουργεί αξία όταν εμπλέκεται έγκαιρα, στη φάση του στρατηγικού σχεδιασμού, και όχι μόνο στο τέλος μιας συναλλαγής για να «κλείσει τα νομικά». Αυτό του επιτρέπει να δομήσει τις συναλλαγές με έξυπνο τρόπο και να επιλέξει κατάλληλα νομικά και συμβατικά σχήματα που μειώνουν τους κινδύνους και βελτιστοποιούν τη δομή μίας συναλλαγής, σε κάθε της πτυχή, επιχειρηματικά, νομικά, φορολογικά και χρηματοοικονομικά, και επίσης μεγιστοποιούν το επιχειρηματικό-επενδυτικό αποτέλεσμα. Μία συναλλαγή σήμερα δεν αρκεί να είναι «νόμιμη», αλλά πρωτίστως πρέπει να είναι επενδυτικά ελκυστική και ανθεκτική στον χρόνο.
Στο πλαίσιο αυτό ο corporate δικηγόρος καλείται να δημιουργήσει αξία. Δεν ενδιαφέρει απλά η διαχείριση του κινδύνου. Καλείται να μετατρέψει τον νομικό κίνδυνο σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτό είναι πολύ πιο επίκαιρο και επιτακτικό σε έντονα ρυθμιζόμενους κλάδους (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, υποδομές), καθώς η ορθή και πλήρης κατανόηση του ρυθμιστικού πλαισίου επιτρέπει στο τέλος της ημέρας σε μια επιχείρηση να ανιχνεύσει τις ευκαιρίες, να κινηθεί πρώτη (first mover), να εκμεταλλευτεί νέα εργαλεία και κίνητρα, ακόμα και να διαμορφώσει standards στην αγορά. Είναι αυτό που λέμε συχνά ότι η πετυχημένη αντίδραση στις ρυθμιστικές απαιτήσεις καθίσταται εν τέλει ανταγωνιστικό-επιχειρηματικό πλεονέκτημα, που αποτιμάται σε αξία και χρήμα. Και αυτό δεν αφορά μόνον τα αποτελέσματα μίας επιχείρησης, αλλά ακόμα και την ευκολία πρόσβασης σε επενδυτικά κεφάλαια, καθώς η εμπιστοσύνη πάντα μεταφράζεται σε πιο φθηνό και πιο προσβάσιμο κεφάλαιο για την επιχείρηση και, τελικά, σε υψηλότερη επενδυτική δραστηριότητα.
Στη σημερινή εποχή, όπου οι αγορές βρίσκονται σε συνεχή μετασχηματισμό, ο corporate δικηγόρος δεν είναι ο θεματοφύλακας της νομικής συμμόρφωσης, αντιθέτως ο ρόλος του υποστηρίζει τον μετασχηματισμό και την καινοτομία. Όταν όλα αυτά λειτουργούν συνδυαστικά, οι νομικές υπηρεσίες παύουν να είναι «κόστος συμμόρφωσης» και γίνονται πολλαπλασιαστής ανάπτυξης, τόσο για την επιχείρηση όσο και για την οικονομία συνολικά.
2. Έχετε ασχοληθεί με ορισμένους από τους πιο έντονα ρυθμιζόμενους κλάδους της οικονομίας, όπως οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια. Τι είναι αυτό που κάνει αυτές τις αγορές να αποτελούν το καλύτερο παράδειγμα του νέου ρόλου του δικηγόρου στο επιχειρείν;
Οι έντονα ρυθμιζόμενοι κλάδοι είναι, κατά τη γνώμη μου, το «εργαστήριο» όπου φαίνεται καθαρά ο νέος ρόλος του δικηγόρου. Πρωτίστως εκεί, γιατί στις αγορές αυτές τίποτα σημαντικό δεν γίνεται χωρίς να «κουμπώσει» σωστά νομικά και ρυθμιστικά. Στις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια, κάθε επένδυση απαιτεί άδειες, υπακούει σε αυστηρούς ρυθμιστικούς κανόνες και κανόνες ανταγωνισμού σε δίκτυα, επηρεάζεται από ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία και πολιτική και εκ του αποτελέσματος έχει μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Για να φέρω ένα απλό παράδειγμα, την εποχή του Covid χρειαστήκαμε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Και τα δίκτυα ήταν εκεί. Αντίστοιχα όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, χρειάστηκε να ξαναδούμε τον σχεδιασμό της ενεργειακής επάρκειας της χώρας. Και πράγματι εφεδρείες στο σχεδιασμό μας σαν χώρα υπήρχαν. Και στα δύο αυτά ζητήματα μάλιστα ως χώρα αποδείχτηκε ότι ήμασταν καλύτερα προετοιμασμένοι από πολλές χώρες της ευρωζώνης κάτι που πρέπει να μας κάνει να εμπιστευόμαστε το ανθρώπινο δυναμικό που είχε εργαστεί ιστορικά και βρισκόταν πίσω από αυτές τις επενδύσεις και πρόνοιες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δικηγόρος λειτουργεί ως «μεταφραστής» μεταξύ στρατηγικής και ρυθμιστικού πλαισίου και συνεισφέρει ενεργά στη διαμόρφωση μίας στρατηγικής που είναι και νομικά σωστή και επιχειρηματικά βιώσιμη. Πολύ συχνά σε αυτές τις αγορές ο δικηγόρος συμμετέχει ενεργά στη «γέννηση» μιας αγοράς. Σε δίκτυα νέας γενιάς ή στην ενέργεια, ο δικηγόρος βοηθά τις επιχειρήσεις να κάνουν κινήσεις σε «αχαρτογράφητα νερά». Στα σύνθετα οικοσυστήματα και στα μεγάλα έργα υποδομής, όπου εμπλέκονται κράτος, ρυθμιστικές αρχές, ευρωπαϊκοί θεσμοί, επενδυτές, τράπεζες, τεχνικές εταιρείες, τεχνολογικοί πάροχοι, ο ρόλος του corporate δικηγόρου μοιάζει περισσότερο με «συν-αρχιτέκτονα» της αγοράς παρά με κλασικό νομικό σύμβουλο.
Έτσι, σε αυτούς τους κλάδους φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο δικηγόρος δεν είναι «ο άνθρωπος που θα διαβάσει μια σύμβαση στο τέλος», αλλά κεντρικός παίκτης στη σχεδίαση και υλοποίηση της στρατηγικής.
3. Αν πάρουμε ως παράδειγμα τις επενδύσεις στα δίκτυα οπτικών ινών ή τα μεγάλα ενεργειακά έργα, ποιος είναι στην πράξη ο ρόλος του δικηγόρου από τη στιγμή που γεννιέται μια επενδυτική ιδέα μέχρι να υλοποιηθεί; Πού ακριβώς βρίσκεται η προστιθέμενη αξία του;
Σε τέτοιου είδους έργα, ο ρόλος του δικηγόρου είναι διαρκής και εξελισσόμενος. Πολύ συνοπτικά, θα τον διέκρινα ανά στάδιο:
Εκκινώντας κανείς από τον στρατηγικό σχεδιασμό & το feasibility ενός project, ο δικηγόρος καλείται να αξιολογήσει το πλαίσιο, να εντοπίσει εμπόδια και ευκαιρίες και να προτείνει τη σωστή δομή που πρέπει να αποκτήσει μία συναλλαγή ή μία επένδυση. Εδώ η προστιθέμενη αξία συνίσταται στο να αποφευχθούν λανθασμένες υποθέσεις που μπορεί αργότερα να κοστίσουν χρόνο και χρήμα ή ακόμα και να ακυρώσουν το project. Αυτό επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι δεν διδάσκεται στις νομικές σχολές, δεν ομιλούμε για νομική εργασία υπό στενή έννοια και δεν μπορεί να το παράσχει καμία τεχνητή νοημοσύνη, για να δώσω και μία απάντηση στον προβληματισμό για το μέλλον του επαγγέλματος.
Σε επόμενο στάδιο και αναφορικά με το ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς ομιλούμε για ρυθμισμένες αγορές, η σχέση με ρυθμιστή και κράτος είναι κρίσιμη, καθώς πρέπει να εξασφαλιστεί, πέρα από τη ρυθμιστική συμμόρφωση, αυτό είναι εκ των ουκ άνευ, ότι η επιχειρηματική πρωτοβουλία ευθυγραμμίζεται με τις εθνικές και ευρωπαϊκές στρατηγικές και στο τέλος συνεισφέρει στην οικονομία και την κοινωνία. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, πολύ απλά το εγχείρημα θα αποτύχει. Ο δικηγόρος εδώ προσθέτει αξία ως πυξίδα για τον επενδυτή ή το στέλεχος και γέφυρα εμπιστοσύνης προς τον ρυθμιστή και την Πολιτεία.
Ερχόμενοι στη χρηματοδότηση & τη δόμηση των συμβάσεων, ο ρόλος του δικηγόρου είναι θεμελιώδης για τη χρηματοδότηση/bankability του έργου, την κατανομή των κινδύνων και την προστασία όλων των εμπλεκόμενων μερών σε δυσμενή σενάρια. Η προστιθέμενη αξία εδώ είναι ότι ο δικηγόρος χτίζει συμβατικά μία δομή που θα βοηθήσει το έργο όχι μόνον να βρει αρχική χρηματοδότηση, αυτό είναι το αναμενόμενο, αλλά να παραμείνει χρηματοδοτήσιμο και διαχειρίσιμο σε βάθος χρόνου, ακόμα σε μία ανώμαλη εξέλιξη.
Συνολικά, η προστιθέμενη αξία βρίσκεται στο ότι ο δικηγόρος βοηθά ώστε η επενδυτική ιδέα να γίνει έργο που μπορεί να χρηματοδοτηθεί, να υλοποιηθεί και να αντέξει στον χρόνο, με ελεγχόμενο ρίσκο και σαφή εξ αρχής κατανόηση των κινδύνων και κατανομή των ευθυνών.
4. Συχνά χρησιμοποιείτε τον όρο “business partner” αντί για «νομικός σύμβουλος». Ποια είναι στην πράξη η διαφορά; Πότε ένας δικηγόρος παύει να είναι απλώς ο άνθρωπος που λέει «τι επιτρέπεται» και γίνεται μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής;
Είναι ίσως κλισέ, αλλά ο νομικός σύμβουλος απαντά στην ερώτηση: «Τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται;». Ο business partner απαντά σε ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα: «Πώς πετυχαίνουμε τον επιχειρηματικό στόχο με τον βέλτιστο συνδυασμό νομικής ασφάλειας, ρίσκου και απόδοσης;»
Για να γίνει κάποιος πραγματικός business partner πρέπει να κατανοεί το business, όχι μόνον τον νόμο. Να ξέρει πώς δημιουργεί έσοδα η επιχείρηση, ποιοι είναι οι βασικοί δείκτες επιτυχίας της, ποια είναι τα βασικά κόστη, ποιοι είναι οι ανταγωνιστές και ποιες δυνάμεις επηρεάζουν αυτόν και εν γένει πώς κινείται η αγορά. Χωρίς αυτή τη γνώση, δεν μπορεί να συνεισφέρει στη στρατηγική, παρά μόνο σε αποσπασματικά νομικά ζητήματα. Όπως ένα πετυχημένο στέλεχος οφείλει να κατανοεί το νομικό-ρυθμιστικό πλαίσιο και τους κινδύνους, ομοίως και ένας corporate δικηγόρος οφείλει να μπορεί να διαβάσει αριθμούς και να μπει στα παπούτσια του manager. Οφείλει να εμπλέκεται και να απαιτεί να εμπλέκεται στο τραπέζι των αποφάσεων, όχι στο τέλος της διαδικασίας. Καλείται να μιλά τη γλώσσα της διοίκησης και του επενδυτή. Να μπορεί να αρθρώσει λόγο όχι μόνον για τα νομικά ρίσκα, τα οποία θα πρέπει να μπορεί να ποσοτικοποιεί, αλλά να προσφέρει εναλλακτικές, όχι μόνο απαγορεύσεις. Η μετάβαση από «νομικός σύμβουλος» σε “business partner” γίνεται στο σημείο που ο δικηγόρος παύει να είναι «εξωτερικός ελεγκτής», αυτό ίσχυε σε μία άλλη εποχή, αλλά πλέον γίνεται μέλος της ομάδας που χτίζει τη στρατηγική.
5. Έχετε συμμετάσχει σε εξαγορές, χρηματοδοτήσεις, εκδόσεις χρέους, δημοπρασίες φάσματος και σύνθετες ρυθμιστικές διαδικασίες στην Ελλάδα και στις Βρυξέλλες. Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που βλέπετε να κάνουν οι επιχειρήσεις όταν αντιμετωπίζουν τον δικηγόρο ως κάποιον που θα εμπλακεί μόνο στο τέλος μιας συναλλαγής;
Το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι θεωρούν τον δικηγόρο ως «υπηρεσία κλεισίματος» και όχι ως συν-διαμορφωτή της συναλλαγής. Αυτό οδηγεί σε μια σειρά από προβλήματα. Καταρχάς κακές αρχικές παραδοχές ή υποβέλτιστες παραδοχές. Ένα deal μπορεί να έχει στηριχτεί σε υποθέσεις που δεν στέκουν νομικά ή ρυθμιστικά. Όταν ο δικηγόρος μπει αργά, αναγκάζεται είτε να «διορθώσει» κάτι ήδη συμφωνημένο, με κόστος χρόνου και αξιοπιστίας, είτε να επισημάνει ρίσκα που θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη εξαρχής και απλά να εκτελέσει εντός του πλαισίου των συμφωνηθέντων, κάνοντας μία «διαχείριση ζημιών».
Επίσης συχνά βλέπω συμβάσεις όπου η κατανομή κινδύνων προς τράπεζες, επενδυτές ή αντισυμβαλλόμενους είναι μη ρεαλιστική ή δεν έχει ληφθεί υπόψη επαρκώς ο ρυθμιστικός κίνδυνος ή ο κίνδυνος της αγοράς. Αυτό δυσκολεύει τη χρηματοδότηση, αυξάνει το κόστος κεφαλαίου ή απομακρύνει αξιόπιστους εταίρους. Για παράδειγμα μία λεόντειος σύμβαση δεν είναι μία πετυχημένη σύμβαση, ακόμα και για αυτόν που έχει όλα τα οφέλη. Η απουσία του δικηγόρου από την απαρχή μίας συναλλαγής είναι μία χαμένη ευκαιρία και συχνά οι συχνές αναθεωρήσεις και επαναδιαπραγματεύσεις για να διορθωθούν «κακώς κείμενα» οδηγούν σε “deal fatigue” και νομικό friction. Κανείς δεν θέλει να μείνει σε μία τέτοια σχέση.
Η εμπειρία δείχνει ότι όπου ο δικηγόρος μπαίνει έγκαιρα και αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός εταίρος, οι συναλλαγές ολοκληρώνονται πιο γρήγορα, είναι ανθεκτικά και οι σχέσεις μεταξύ των μερών είναι πιο σταθερές στο χρόνο.
6. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια προσελκύει ολοένα και περισσότερες μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες και ψηφιακές υπηρεσίες. Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει σήμερα η ποιότητα των νομικών υπηρεσιών στην απόφαση ενός επενδυτή να επιλέξει μια χώρα και πόσο έχει εξελιχθεί η ελληνική αγορά προς αυτή την κατεύθυνση;
Για τους σοβαρούς διεθνείς επενδυτές, η ποιότητα της δικαιοσύνης, αλλά πρωτίστως και κύρια η ποιότητα των νομικών υπηρεσιών είναι το πλέον κρίσιμο κριτήριο country risk. Οι επενδυτές αξιολογούν τη σταθερότητα και προβλεψιμότητα του νομικού και ρυθμιστικού πλαισίου, την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης, αλλά και -και αυτό δεν τονίζεται όσο πρέπει- την ωριμότητα της αγοράς νομικών υπηρεσιών. Αν υπάρχουν νομικές φίρμες διεθνούς εμβέλειας και νομικοί επαγγελματίες που μπορούν να χειριστούν σύνθετα έργα με διεθνή standards, αυτό είναι κριτήριο για έναν διεθνή επενδυτή να προχωρήσει.
Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια σαφή πρόοδο ως προς το ζήτημα αυτό. Έχει διαμορφωθεί μια κοινότητα δικηγόρων -τόσο σε law firms όσο και in-house- που έχουν εμπειρία σε μεγάλα διασυνοριακά deals, είναι εξοικειωμένοι με τις απαιτήσεις διεθνών επενδυτών, τραπεζών, funds και μπορούν να «μιλήσουν την ίδια γλώσσα» με νομικές ομάδες του εξωτερικού. Απόδειξη τούτου ότι βλέπουμε ειδικά στους κλάδους υποδομών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών να υπάρχει πλέον “track record” μεγάλων έργων και βλέπουμε να υλοποιούνται, και μάλιστα συχνά απροβλημάτιστα παρόλη την κακοδαιμονία του ελληνικού δημοσίου, εμβληματικά projects, από ιδιωτικοποιήσεις, PPPs και έργα υπό το Ταμείο Ανάκαμψης, μεγάλα projects οπτικών ινών και data centers και σημαντικές συναλλαγές M&A και εκδόσεις χρέους. Αυτό δημιουργεί εμπιστοσύνη, ο επενδυτής ξέρει ότι υπάρχουν ομάδες στην Ελλάδα που «το έχουν ξανακάνει».
Και πρέπει να σημειωθεί ότι η ποιότητα των νομικών υπηρεσιών συμβάλλει και στη βελτίωση του ίδιου του πλαισίου της Πολιτείας. Κατά την άποψή μου είναι αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο ένας από τους λόγους που η Ελλάδα έχει ανέβει επίπεδο στον διεθνή επενδυτικό χάρτη. Δεν προσφέρουμε μόνον assets και χρηματοοικονομικές αποδόσεις, αλλά και ένα οικοσύστημα επαγγελματιών -μεταξύ των οποίων οι δικηγόροι- που μπορούν να υποστηρίξουν σύνθετες επενδύσεις με αξιοπιστία.
7. Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται οι νομικές υπηρεσίες. Πιστεύετε ότι το AI θα αντικαταστήσει μέρος της δουλειάς του corporate δικηγόρου ή, αντίθετα, θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον στρατηγικό του ρόλο, αφήνοντας στις μηχανές τις πιο τυποποιημένες εργασίες;
Πιστεύω ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει βαθιά το πώς δουλεύουμε, αλλά όχι το γιατί υπάρχουμε ως corporate δικηγόροι.
Παλιότερα οι νομικοί αμειβόμασταν για τη γνώση. Αυτό ήταν το αντίτιμο της αμοιβής μας. Αυτό έχει καταστεί πεπερασμένο εδώ και χρόνια και με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης, αυτό είναι ακόμα πιο εμφανές. Κανένας πλέον δεν σε ρωτά «τι προβλέπει ο νόμος». Το γνωρίζει ήδη. Όμως, ο ρόλος του δικηγόρου δεν περιορίζεται σε αυτό. Το ανέφερα και στην αρχή. Ο corporate δικηγόρος κατανοεί το πλαίσιο, τους ανθρώπους, και τα κίνητρα. Σταθμίζει ρίσκα όχι μόνο νομικά, αλλά και επιχειρησιακά, πολιτικά, επικοινωνιακά και βοηθά τη διοίκηση να πάρει αποφάσεις με βάση σύνθετα και συχνά αβέβαια δεδομένα, τα οποία η μηχανή πολύ απλά δεν τα «βλέπει» ή και αν τα «βλέπει» δεν μπορεί να τα σταθμίσει. Αυτή η κρίση, η διαχείριση σχέσεων, η ικανότητα πλοήγησης σε «γκρι ζώνες» είναι κάτι που -τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα- δεν μπορεί να αντικατασταθεί.
Εγώ ανήκω σε μία γενιά που πρόλαβα τον γραμματέα του συμβολαιογράφου πατέρα μου να δουλεύει τα συμβόλαια πάνω σε γραφομηχανή με καρμπόν για τα αντίγραφα. Δεν με φοβίζει η αλλαγή. Την αποδέχομαι και την επικροτώ. Είμαι σαφώς σκεπτικός απέναντι στον κατακλυσμιαίο ρυθμό με τον οποίο «έρχονται» οι αλλαγές, αλλά παράλληλα θεωρώ ότι πράγματι είμαστε τυχεροί που ζούμε σε μία χρονική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας που μπορούμε να βιώνουμε αυτές, τις ιστορικών διαστάσεων, αλλαγές. Και το ΑΙ είναι μία τέτοια αλλαγή. Στην πράξη, θεωρώ ότι το AI θα βοηθήσει. Θα απελευθερώσει χρόνο από τις πιο επαναλαμβανόμενες εργασίες, ώστε ο δικηγόρος να αφιερώσει περισσότερη ενέργεια στη στρατηγική στόχευση, στην επικοινωνία με τη διοίκηση και στη δημιουργία αξίας και όχι μόνο στη διαχείριση κινδύνου. Παράλληλα όμως θα ανεβάσει και τον πήχη των προσδοκιών. Αν τα “baseline” νομικά tasks γίνονται πιο γρήγορα και φθηνά, ο πελάτης θα απαιτήσει και ήδη απαιτεί πλέον από τον δικηγόρο, πραγματική στρατηγική συνεισφορά.
Άρα, για μένα, το ερώτημα δεν είναι αν το AI θα αντικαταστήσει τον corporate δικηγόρο, αλλά αν ο corporate δικηγόρος θα αξιοποιήσει το AI για να ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο, το δικό του και της ομάδας του, ως στρατηγικού εταίρου στο επιχειρείν. Όσοι αποδεχθούν αυτή την αλλαγή και το κάνουν, θα είναι οι πραγματικά επιδραστικοί δικηγόροι της επόμενης δεκαετίας.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Σταύρος Γεωργιάδης: Ο δικηγόρος πρέπει να έχει περάσει και από τα «σαλόνια» και από τα «αλώνια»
- Το Allwyn Forward στο πλευρό 19 νέων μικρομεσαίων επιχειρήσεων που θέλουν να αναπτυχθούν
- Μαρίνα Αλλαμανή: «Μία εταιρική δομή δεν σχεδιάζεται για το σήμερα, αλλά και για το μέλλον»
- Χανιά: Στο νοσοκομείο με βαριά τραύματα στο κεφάλι βρέφος 17 μηνών – Συνελήφθη η 18χρονη μητέρα
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ελισάβετ Ελευθεριάδου (KG Law Firm): «Οι νομικοί έχουμε τη ρετσινιά ότι χαλάμε τις συμφωνίες, ο καλός σύμβουλος όμως βρίσκει τον τρόπο να γίνουν»
Εξαγορά της Bally’s Interactive από την Intralot: Οι πρωτότυπες νομικές λύσεις πίσω από το mega-deal €2,7 δισ.