ΥΓΕΙΑ

Κορονοϊός: Υποχρεωτικός ή όχι ο εμβολιασμός; Η απάντηση του καθηγητή Δημοσίου Δικαίου Ξ. Κοντιάδη

  • Έφη Τσιβίκα

Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου


Απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τη συνταγματικότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού έναντι του κορονοϊού επιχειρησε να δώσει ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ξενοφών Κοντιάδης, στο πλαίσιο του συνεδρίου Healthworld 2020, που διοργάνωσε το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο.

Η συζήτηση σχετικά με τη συμβατότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού με την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων εχει ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό, εντούτοις η πανδημία την επανάφερε αιφνιδίως στο προσκήνιο, καθιστώντας την ιδιαίτερα κρίσιμη για το τι μέλει γενέσθαι.

Δεδομένης της ειδικής συνθήκης και με γνώμονα τις αρχές για την προστασία της ζωής και της υγείας, ο κος Κοντιάδης, τάχθηκε σαφώς υπέρ του υποχρεωτικού εμβολιασμού με την πρόβλεψη κυρώσεων και ελεγκτικών μηχανισμών και με την προϋπόθεση ότι αποτελεί το ηπιότερο αποτελεσματικό μέσο για τον έλεγχο της επιδημίας.

Όπως σχολίασε ο καθηγητής, παρότι σύμφωνα με την κρατούσα άποψη ο εμβολιασμός προϋποθέτει την συναίνεση του ατόμου, δεδομένης της ειδικής συνθήκης, τίθενται κρίσιμα ερωτήματα τα οποία είναι δύσκολο  να απαντηθούν, καθώς αφορούν σε αντιτιθέμενα δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά συνίστανται στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την υποχρέωση του κράτους να προστατεύσει τη δημόσια, ενώ καθοριστικής σημασίας ερώτημα κρίνεται το πώς μπορούν να καταστούν συμβατές αυτές οι δύο έννοιες.

«Θεωρώ ότι σε μία φιλελεύθερη Δημοκρατία δεν είναι εύκολο να επιβληθεί η υποχρέωση του εμβολιασμού, ακόμα και όταν κατά την κρατούσα ιατρική άποψη αποτελεί την πιο σημαντική ασπίδα προστασίας για τη δημόσια υγεία. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση της πανδημίας η συναίνεση στην ιατρική πράξη δεν επιδρά μόνο στο υποκείμενο της απόφασης, αλλά θέτει σε διακινδύνευση και την υγεία των άλλων. Επιπλέον, οι αρνητές του εμβολιασμού, συχνά εκμεταλλεύονται την ανοσία αγέλης. Εκείνοι δηλαδή που αρνούνται να κάνουν το εμβόλιο θα ωφεληθούν από το γεγονός ότι η πλειονότητα του πληθυσμού θα  εμβολιαστεί. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, διακυβεύεται η δυνατότητα να επωφεληθούν από την ανοσία αγέλης όσοι πραγματικά την έχουν ανάγκη, δηλαδή εκείνοι στους οποίους για ιατρικούς λόγους δεν επιτρέπεται ο εμβολιασμός», σχολίασε ο καθηγητής, επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης του.

Παράλληλα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πανδημίας επιβάλλουν την επαναξιολόγηση και τον αναστοχασμό σχετικά με τις παραδοσιακές σταθμίσεις μεταξύ αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και αγαθών, εστιάζοντας στο συνδυασμό της αρχής της πρόληψης με την αρχή της αναλογικότητας.

Σημαιώνεται ότι με βάση την αρχή της αναλογικότητας, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να εξυπηρετούν καταρχάς έναν θεμιτό σκοπό και να είναι κατάλληλοι, αναγκαίοι και αναλογικοί υπό στενή έννοια για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

«Η αναλογικότητα των περιορισμών, στην προκειμένη περίπτωση ενός περιορισμού που αφορά στην επιβολή του εμβολιασμού, προϋποθέτει όχι μόνο την καταλληλότητα, αλλά και την αναγκαιότητα του επιβαλλόμενου μέτρου, η οποία προκύπτει από την αναζήτηση των ηπιότερων μέσων. Κατά τη γνώμη μου, οι παραινέσεις και οι ισχυρές συστάσεις, που ως έναν βαθμό αποτελεσαν έναν μηχανισμό που εφάρμοσε η ελληνική Πολιτεία και πολλά άλλα κράτη, δεν αρκούν για ορισμένες ομάδες του πληθυσμού. Θεωρώ ότι απαιτείται ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, με την πρόβλεψη κυρώσεων και ελεγκτικών μηχανισμών, ακόμα και αν αυτό θεωρηθεί μια πατερναλιστική προσέγγιση για το ρόλο του κράτους. Πρέπει να επαναξιολογήσουμε αυτές τις αντιλήψεις μας και να κληθεί ο ΕΟΔΥ να εφαρμόσει πολιτική υποχρεωτικού εμβολιασμού», τόνισε.

Το κρίσιμο αυτό ζήτημα αναμένεται να τεθεί και στο τραπέζι των συζητήσεων μεταξύ των εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, ενόψει της πιθανής διάθεσης ενός αποτελεσματικού και ασφαλούς εμβολίου από τις αρχές του επόμενου έτους.

Σχολιάζοντας το θέμα, ο καθηγητής Παθολογίας Λοιμώξεων, της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και μέλος της Επιτροπής, Χαράλαμπος Γώγος, επιβεβαίωσε την αμφίβολη αποτελεσματικότητα των ισχυρών συστάσεων, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να εισηγηθεί η Επιτροπή τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο.

«Το θέμα σύστασης-ισχυρής σύστασης- υποχρεωτικότητας είναι κάτι το οποίο μας έχει απασχολήσει από την αρχή της επιδημίας μέχρι τώρα. Πολλές φορές, η επιθυμία που έχουμε ως υγειονομικοί να μην προχωρήσουμε σε τιμωρητικές διαδικασίες μέσω της υποχρεωτικότητας, μας οδήγησε στην ‘ισχυρή σύσταση’, η οποία συχνά δεν είχε αποτελέσματα. Αυτή τη στιγμή, οι προσδοκίες μας για τον έλεγχο της επιδημίας και όλων των συνεπειών της είναι ένα αποτελεσματικό εμβόλιο που θα θέσει θέματα  υποχρεωτικότητας ή μη. Στον πολιτισμό της χώρας μας δεν υπάρχει προς το παρόν η έννοια του υποχρεωτικού εμβολιασμού, αλλά είναι κάτι το οποίο πρέπει να συζητηθεί και θα συζητηθεί», σημείωσε ο κος Γώγος.

Αναφερόμενος στη συνταγματικότητα της επιβολής γενικότερων μέτρων που περιορίζουν τα δικαιώματα κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, ο κος Κοντιάδης, σημειωσε ότι υπό συνθήκες πανδημίας ο βασικός γνώμονας για την αξιολόγηση όλων των περιορισμών των δικαιωμάτων είναι η προστασία της ζωής και της υγείας, ενώ παράλληλα έθεσε στο πλαίσιο της αξιολόγησης την έννοια του καθήκοντος.

«Όλοι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στα δικαιώματα και συνεχίζουν να επιβάλλονται προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πανδημία θεμελιώνονται ακριβώς στις αρχές της προστασίας της ζωής και της υγείας, οι οποίες έχουν κατοχυρωθεί στα Συντάγματα και στα διεθνή κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Εντούτοις, η πανδημία ανέδειξε και μια άλλη όψη του δικαιώματος, την έννοια του καθήκοντος απέναντι στους άλλους, απέναντι στους οικείους μας, στους αγνώστους με τους οποίους διασταυρωνόμαστε, ακόμα και απέναντι στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Από αυτήν την άποψη, το δικαίωμα στην υγεία περιλαμβάνει πλέον το καθήκον όλων μας να μη νοσήσουμε, να μη μεταδώσουμε τη νόσο και να μη θέσουμε σε αδυναμία εκπλήρωσης του ρόλου του το σύστημα υγείας, επιβαρύνοντας το με περισσότερα κρούσματα.

Στη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) έχει υποστηριχτεί ότι η προστασία της υγείας προηγείται κάθε άλλου αγαθού», υπογράμμισε ο καθηγητής, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι κάθε περιορισμός θα πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς.

 

 


ΣΧΟΛΙΑ