Επι-θετικά

Η Λίνα Μενδώνη, τα πνευματικά δικαιώματα, ένας Βούδας και μια ντροπή

Portrait of Stephy Langui, Rene Magritte


Οι πάτρονες του τραγουδιού

Προς τι τέτοιο μίσος και αλληλοσπαραγμός; Το ερώτημα, που προφανώς θα μείνει αναπάντητο αφορά τους καλλιτέχνες και τα δικαιώματα για την πνευματική τους ιδιοκτησία.

Ένα θέατρο του παραλόγου παίχτηκε εδώ κι ένα μήνα με τους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού να κατηγορούν το υπουργείο Πολιτισμού και προσωπικά την υπουργό Λίνα Μενδώνη, άλλοτε γιατί δεν τους αφήνει –υποτίθεται-  να διαχειριστούν μόνοι τους τα οικονομικά τους, κι άλλοτε, ότι θέλει να δώσει τα πνευματικά δικαιώματα σε επιχειρηματίες και εταιρείες. Αδύνατον να ακούσουν οτιδήποτε, αδύνατον να διαβάσουν απλώς το νόμο, αδύνατον φυσικά να πεισθούν περί του αντιθέτου. Γιατί;

Γιατί κάποιοι, πολύ γνωστά ονόματα της μουσικής παίζοντας τα δικά τους παιχνίδια πολιτικής φύσεως ανέλαβαν να πατρονάρουν όλο τον κλάδο παρασύροντάς τον και σηκώνοντας παντιέρες επανάστασης με ανυπόστατες φήμες.

Είναι οι ίδιοι όμως, που και στην περίοδο της αλήστου μνήμης ΑΕΠΙ ήταν οι καλοπληρωμένοι πάντα ενώ όλοι οι «μικροί» πένονταν…  Αλλά και η επιμονή της Μενδώνη να τηρήσει το γράμμα του νόμου, πολύ τους εκνεύρισε, είναι η αλήθεια.

Το ίδιο και τώρα, που η διαδικασία ολοκληρώθηκε και η άδεια δόθηκε στον Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης των δημιουργών, γιατί πια δεν έχουν τι να πουν.

Για την ακρίβεια ωστόσο, τώρα έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι. Άλλως, τώρα θα αποδειχθεί αν θα είναι καλή και διαφανής η διαχείριση αυτού του οργανισμού λογοδοτώντας πάντα στους δημιουργούς, όπως ορίζει ο νόμος.

     Απεταξάμην

Κάνετε γιόγκα; Είστε αιρετικοί… Τάσσεστε υπέρ των αμβλώσεων; Είστε εγκληματίες … Και πάει λέγοντας. Σκοταδισμός αντίστοιχος εποχής Μεσαίωνα ξεπηδά από καιρού εις καιρόν μέσα από τους κόλπους της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σοκάροντας όχι μόνον για τον αναχρονισμό του αλλά κυρίως για ό,τι υποκρύπτεται πίσω από αυτόν.

Τελευταίο επεισόδιο, ο χαρακτηρισμός κάποιων εναλλακτικών σεμιναρίων για την ενίσχυση της νοητικής και συναισθηματικής υγείας παιδιών, όπως λέγονται _ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην ουσία _ από το Ίδρυμα της αμερικανίδας ηθοποιού Γκόλντι Χον στη Σκιάθο ως «αιρετικές παραφυάδες και εξωχριστιανικές θρησκευτικές δοξασίες». Διότι λέει, όσοι τα παρακολουθούν, κινδυνεύουν να ασπασθούν τον βουδισμό!

Μόνον αφορισμός δεν αναγγέλθηκε για παιδιά, γονείς και δασκάλους από την Μητρόπολη Χαλκίδας για ένα πρόγραμμα που έχει εφαρμοστεί επί 17 χρόνια σε σχολεία όλου του κόσμου αλλά μόνον εδώ το είδαν ως ασύμβατο με την ορθόδοξη πίστη και άρα εξοβελιστέο.

Απίστευτες ιστορίες για τον 21ο αιώνα… Αλλά παρ΄ότι είναι άδικο φυσικά να κατηγορείται όλη η Εκκλησία για τέτοιες συμπεριφορές και νοοτροπίες, που διώχνουν αντί να προσελκύουν το ποίμνιό της, κάποια «άνωθεν» επέμβαση _και δεν εννοώ θεϊκή _  για να τους συνετίσει, δεν υπήρξε. Κρίμα.

   Η ντροπή του κινηματογράφου

Ότι ο ελληνικός κινηματογράφος ζει, δεν μας το είπε μόνον ένας Αγγελόπουλος, που μαζί με λίγους άλλους κράτησαν ψηλά τη σημαία του στη δύσκολη μετάβαση από την παλιά στη νέα εποχή, είναι και τα σπουδαία δείγματα της τέχνης, που κάθε τόσο ξεπηδούν και σπάνε ταμεία.

Λαμπρή απόδειξη η «Ευτυχία» του Άγγελου Φραντζή, παλιότερα η «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη ή ο ιδιαίτερος «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου. Και τόσες άλλες. Γιατί, όσο κι αν το ελληνικό κοινό έχει εθιστεί στον αμερικανικό και εν γένει στον ξένο κινηματογράφο διψάει πάντα για ελληνικές παραγωγές.

Για πολλούς αλλά και για έναν απλοϊκό λόγο: Μέσα στις ελληνικές ταινίες είναι σαν να ζει κι ο ίδιος, μιλάνε τη γλώσσα του, αναγνωρίζει τόπους, καταστάσεις ανθρώπους, νιώθει οικεία, είναι σαν δικός του.

Μεγάλη η εισαγωγή αλλά απαραίτητη για να ειπωθούν δυο λόγια για τον φορέα με τον οποίο ασκείται η κινηματογραφική πολιτική στην Ελλάδα: Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, που παρά τις βαρύγδουπες αρμοδιότητές του (προστασία, ενίσχυση, ανάπτυξη, προβολή κλπ κλπ της κινηματογραφικής παραγωγής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ) βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στην απόλυτη απαξίωση αλλά και στο απίστευτο αλληλοφάγωμα. Μια ντροπή πραγματικά, που πρέπει να τελειώσει τώρα!

Χωρίς κωλυσιεργίες  και με δυναμικές λύσεις, που μόνον το υπουργείο Πολιτισμού που το εποπτεύει και το επιχορηγεί μπορεί να δώσει.


ΣΧΟΛΙΑ