Business

Μ. Σακέλλης (ΣΕΕΝ): «Τεράστιο πρόβλημα για την ακτοπλοΐα η εκτόξευση των καυσίμων – Σοβαρός ο κίνδυνος ανατιμήσεων»

Σακέλλης ΣΕΕΝ

Μιχάλης Σακέλλης, πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ)


Σε μεγάλο πονοκέφαλο εξελίσσεται το κόστος των καυσίμων για την ελληνική ακτοπλοΐα. Η ραγδαία άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου έχει σημάνει συναγερμό στις επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες καλούνται να βρουν λύσεις για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα και να περιορίσουν την πίεση που δέχονται τα οικονομικά αποτελέσματά τους.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα του κλάδου δεν είναι άλλο από το κόστος των καυσίμων», υπογραμμίζει μιλώντας στο mononews.gr ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ), Μιχάλης Σακέλλης, και προσθέτει πως τα τελευταία δυο χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικές ανατιμήσεις, οι οποίες επιβάρυναν υπέρμετρα την κοστολογική βάση των ακτοπλοϊκών ομίλων της χώρας.

Όπως λέει, το 2017, τα καύσιμα αυξήθηκαν κατά 22% έναντι του 2016 ενώ αυτή τη στιγμή είναι ακριβότερα κατά 40% έναντι του αντίστοιχου περυσινού διαστήματος . Συνολικά για το 2018, εκτιμά ότι τιμές των καυσίμων θα είναι μεγαλύτερες κατά περίπου 25% με 30% σε σχέση με πέρυσι.

Και όλα αυτά, τη στιγμή που πλησιάζει η ώρα που η ναυτιλία πρέπει να προσαρμοσθεί με τις αποφάσεις του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού του ΟΗΕ (ΙΜΟ), για τη χρήση καυσίμων χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο και άρα πιο φιλικά στο περιβάλλον από την 1η Ιανουαρίου 2020. Η μετάβαση αυτή εκτιμάται πως θα διογκώσει περαιτέρω τα λειτουργικά έξοδα των πλοίων κατά περίπου 25% σε ετήσια βάση.

«Αναγκαία η μείωση του ΦΠΑ»

Υπό αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα με τον πρόεδρο των ακτοπλόων η μείωση του ΦΠΑ κρίνεται κάτι παραπάνω από αναγκαία, προκειμένου να αποφευχθούν ανατιμήσεις στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Μόνο έτσι, υπογραμμίζει ο κ. Σακέλλης, θα μπορέσουν οι εταιρείες να απορροφήσουν το όλο και μεγαλύτερο κόστος των καυσίμων.

«Η ακτοπλοΐα προσφέρει δημόσιο έργο, και οφείλει η Πολιτεία να την δει υπό αυτή την οπτική», επισημαίνει απαντώντας σε ερώτηση εάν θεωρεί πως υπάρχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια για μια τέτοια πρωτοβουλία. Μια πρωτοβουλία που θα δώσει βαθιά ανάσα στον κλάδο, ο οποίος προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές που προκάλεσε η παρατεταμένη οικονομική κρίση της χώρας και ταυτόχρονα να γυρίσει σελίδα, ανανεώνοντας τον στόλο και αναβαθμίζοντας τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Τα μηνύματα από το «μέτωπο» της επιβατικής κίνησης είναι ενθαρρυντικά, με τη βοήθεια και του τουρισμού από το εξωτερικό. Συγκεκριμένα, εκτιμάται πως η φετινή χρονιά θα κλείσει με άνοδο 3% με 5%, ένα ποσοστό που μεταφράζεται σε περίπου 500.000 περισσότερους επιβάτες σε σχέση με πέρυσι. «Νούμερο διόλου ευκαταφρόνητο», όπως παρατηρεί ο κ. Σακέλλης.

Το πιο σημαντικό ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι η παραπάνω επίδοση επιτεύχθηκε παράλληλα με την παροχή εξυπηρέτησης υψηλού επιπέδου σε πλοία μοναδικά στην Ευρώπη και την επάρκεια δρομολογίων. Δρομολόγια που όπως λέει θα διατηρηθούν σε μεγάλο βαθμό και την χειμερινή περίοδο, εξασφαλίζοντας ένα πλήρες ακτοπλοϊκό δίκτυο όλο το χρόνο.

«Θετικό μέτρο το ΜΙ, αλλά δεν θα σώσει τον κλάδο»

Όσον αφορά στη συμβολή του Μεταφορικού Ισοδυνάμου στην τόνωση των ακτοπλοϊκών μεταφορών, ο κ. Σακέλλης σημειώνει πως είναι νωρίς για να εξαχθούν συμπεράσματα, τονίζει όμως πως δεν περιμένει να σώσει τον κλάδο. Υπογραμμίζει πάντως πως σε κάθε περίπτωση είναι ένα μέτρο θετικό που θα ωφελήσει τους νησιώτες.

Ο πρόεδρος των Ελλήνων ακτοπλόων δεν κρύβει τέλος τη δυσαρέσκειά του για τη νέα συλλογική σύμβαση εργασίας που υπέγραψε με την ΠΝΟ, λέγοντας πως υπό τις παρούσες συνθήκες η αύξηση που δόθηκε ήταν υπερβολική και θα επιβαρύνει υπέρογκα τους ισολογισμούς των εταιρειών.

«Εκβιαστήκαμε κατά τρόπο απαράδεκτο, καθώς απείλησαν με απεργία διαρκείας μέσα στη σεζόν. Δώσαμε κάτι που δεν έχουμε… αναγκαστικά θα κόψουμε από κάπου αλλού για να δώσουμε τις αυξήσεις αυτές», δηλώνει χαρακτηριστικά, για να συμπληρώσει πως οι προτάσεις που έκανε η ΣΕΕΝ ήταν πολύ καλές. Υπολογίζεται πως η συμφωνία για αύξηση 2% στους μισθούς των ναυτικών από 1ης Ιανουαρίου 2018 θα κοστίσει στους εργοδότες περίπου 4 με εκατ. ευρώ.