Επενδύσεις άνω των 700 δισ. ευρώ σε έργα υποδομών, ΑΠΕ, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας και ενεργειακής αποδοτικότητας,  ετιμάται ότι θα γίνουν στην Ν.Α Ευρώπη   μέχρι το 2035  γεγονός που καθιστά τη Νοτιοανατολική Ευρώπη έναν από τους πιο δυναμικούς ενεργειακούς χώρους στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με τη μελέτη «SE Europe Energy Outlook 2025/2026» που παρουσίασε χθες το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ).

Η βασική διαπίστωση είναι ότι οι προοπτικές για επενδύσεις σε βασικές ενεργειακές υποδομές και έργα ενέργειας σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη εμφανίζονται ιδιαίτερα θετικές για την επόμενη δεκαετία. Η θετική αυτή εικόνα δεν αφορά έναν μόνο κλάδο, αλλά σχεδόν το σύνολο της ενεργειακής αλυσίδας.

1

Συγκεκριμένα, τονίζεται ότι οι επενδυτικές ευκαιρίες εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: στην παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, στις υποδομές φυσικού αερίου, στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, σε νέες θερμικές μονάδες, στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, αλλά και σε δράσεις ενεργειακής αποδοτικότητας. Με άλλα λόγια, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στις «πράσινες» τεχνολογίες, αλλά καλύπτει ολόκληρο το ενεργειακό σύστημα της περιοχής.

Η μελέτη επισημαίνει ότι παρατηρείται «σημαντική βελτίωση στον αριθμό των σχεδιαζόμενων και αναμενόμενων έργων και των σχετικών επενδύσεων από σήμερα έως το 2035». Αυτό σημαίνει ότι, σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους, υπάρχει πλέον πολύ πιο ώριμος σχεδιασμός, μεγαλύτερη ετοιμότητα έργων και αυξημένο ενδιαφέρον από επενδυτές, εταιρείες και θεσμικούς φορείς.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ανάλυσης είναι η ποσοτικοποίηση αυτών των προοπτικών. Η μελέτη εκτιμά ότι «το συνολικό επενδυτικό δυναμικό σε ενεργειακές υποδομές και στην ανάπτυξη των αγορών ενέργειας υπερβαίνει τα 700 δισεκατομμύρια ευρώ». Το μέγεθος αυτό θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό και μάλιστα, όπως σημειώνεται, είναι «σημαντικά μεγαλύτερο σε σύγκριση με την περίοδο 2021–2030», η οποία είχε εξεταστεί στην προηγούμενη αντίστοιχη μελέτη του IENE για το 2021/2022

Η σύγκριση αυτή δείχνει ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη περνά πλέον σε μια νέα φάση επιτάχυνσης επενδύσεων, η οποία συνδέεται με πολλούς παράγοντες: την ανάγκη εκσυγχρονισμού παλαιών υποδομών, την ενεργειακή μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας, τις απαιτήσεις απανθρακοποίησης της ΕΕ, αλλά και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που επιβάλλουν ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίηση πηγών εφοδιασμού.

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι το επενδυτικό αυτό κύμα δεν αφορά μόνο μεμονωμένα κράτη, αλλά ολόκληρη την περιοχή ως ενιαίο ενεργειακό χώρο. Η ανάπτυξη διασυνοριακών υποδομών, η ενοποίηση αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, καθώς και η ανάγκη για νέες τεχνολογίες (όπως υδρογόνο, αποθήκευση ενέργειας, ψηφιοποίηση δικτύων) δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν θεαματικά.

Συνολικά, το κείμενο αναδεικνύει ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι ενεργειακής μετάβασης, όπου οι γεωπολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις θα καθορίσουν την πορεία της προς ένα πιο βιώσιμο, ασφαλές και ανταγωνιστικό ενεργειακό μέλλον.

   Σημειώνει ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία, τόσο πολιτική όσο και οικονομική και ενεργειακή, γεγονός που καθιστά δύσκολη την αντιμετώπισή της ως ενιαίου ενεργειακού συστήματος. Παράλληλα, γειτνιάζει με περιοχές-κλειδιά όπως η Μέση Ανατολή και η πρώην Σοβιετική Ένωση, οι οποίες αποτελούν σημαντικούς προμηθευτές ενέργειας, δημιουργώντας ευκαιρίες αλλά και κινδύνους για τις χώρες της περιοχής .

Η μελέτη τονίζει ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια η περιοχή κινείται σταδιακά προς μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη, δημοκρατική σταθερότητα και γεωστρατηγική εξομάλυνση, με κοινό ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ωστόσο, η ενεργειακή αγορά παραμένει σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένη, με ατελή απελευθέρωση και περιορισμένη διασύνδεση μεταξύ των χωρών, γεγονός που καθυστερεί την ενεργειακή και οικονομική σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα Δυτικά Βαλκάνια, τα οποία θεωρούνται κομβικής σημασίας για τη συνολική ενεργειακή αρχιτεκτονική της περιοχής.

Οι προκλήσεις

Στη συνέχεια αναλύονται οι μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η διαμόρφωση ενεργειακής πολιτικής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι προκλήσεις αυτές συνδέονται με γεωπολιτικούς παράγοντες, ζητήματα ασφάλειας εφοδιασμού, την ύπαρξη ανεκμετάλλευτων εγχώριων πόρων, αλλά και με τις δεσμεύσεις αποανθρακοποίησης που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολλές χώρες της περιοχής εκφράζουν ανησυχία ότι οι αυστηρές πράσινες πολιτικές της ΕΕ επιβαρύνουν υπέρμετρα το κόστος ενέργειας και περιορίζουν τις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης.

Η μελέτη καλύπτει αναλυτικά και τις 16 χώρες της περιοχής, επτά εκ των οποίων είναι κράτη-μέλη της ΕΕ και επτά μέλη της Ενεργειακής Κοινότητας, ενώ η Τουρκία και το Ισραήλ έχουν προσαρμόσει σημαντικά το θεσμικό τους πλαίσιο στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Εξετάζεται η εξέλιξη του ενεργειακού μίγματος την περίοδο 2013–2023, όπου διαπιστώνεται ότι παρά τη σημαντική αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα παραμένει υψηλή και η πρόοδος προς την πλήρη αποανθρακοποίηση είναι πιο αργή από το αναμενόμενο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, η οποία απειλείται από την εξάρτηση από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, τις περιορισμένες διασυνδέσεις, τις αδύναμες υποδομές και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Οι πρόσφατες διεθνείς κρίσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι αναταραχές στη Μέση Ανατολή, εντείνουν τους κινδύνους αυτούς και επαναφέρουν στο προσκήνιο το λεγόμενο «Ενεργειακό Τρίλημμα» μεταξύ ασφάλειας, οικονομικής προσιτότητας και περιβαλλοντικής προστασίας.

Για τη μελλοντική εξέλιξη της ζήτησης και προσφοράς ενέργειας, η μελέτη υιοθετεί τρία βασικά σενάρια: το σενάριο με τα υφιστάμενα μέτρα, το σενάριο με πρόσθετα μέτρα και το σενάριο μηδενικών εκπομπών. Παράλληλα εξετάζονται οι προοπτικές έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, οι εξελίξεις στην αγορά φυσικού αερίου και LNG, καθώς και οι μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο ηλεκτρικός τομέας αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια: κυριαρχία παραδοσιακών παρόχων, αργό ρυθμό απελευθέρωσης, χαμηλά ποσοστά αλλαγής προμηθευτή, τεχνικές αδυναμίες και οικονομικά προβλήματα. Παράλληλα, εξετάζεται ο ρόλος της πυρηνικής ενέργειας και ειδικά των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs) ως πιθανής λύσης για την ενεργειακή ασφάλεια και την απανθρακοποίηση.

Μεγάλη έμφαση δίνεται επίσης στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπου αναγνωρίζεται τεράστιο αναξιοποίητο δυναμικό σε ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική, βιομάζα και γεωθερμία. Παρουσιάζονται οι δυνατότητες συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας, τα συστήματα τηλεθέρμανσης, καθώς και οι δράσεις ενεργειακής αποδοτικότητας. Επιπλέον αναλύεται το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας, που παραμένει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα σε πολλές χώρες της περιοχής.

Η μελέτη εξετάζει επίσης νέες τεχνολογικές τάσεις, όπως η ανάπτυξη του υδρογόνου, η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (CCUS), η διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων, η κυβερνοασφάλεια στα ενεργειακά συστήματα και η χρήση τεχνητής νοημοσύνης για βελτιστοποίηση δικτύων και υποδομών.