Οι πετρελαϊκοί κολοσσοί Exxon και Chevron στρέφονται προς την επέκταση της παραγωγής τους σε χώρες που συνδέονται με τον ΟΠΕΚ, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από τα πιο επικίνδυνα γεωπολιτικά σημεία στον κόσμο, καθώς η δυναμική εξωτερική πολιτική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), τις βοηθά να επιτύχουν σημαντικά deals.

Ειδικότερα, η Βενεζουέλα, η οποία φιλοξενεί τα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο, αποτελεί το πιο σημαντικό άνοιγμα ενός «απαγορευμένου» κράτους για τους Αμερικανούς επενδυτές, από τη στιγμή που ο Τραμπ συνέλαβε τον πρώην ηγέτη Νικολάς Μαδούρο (Nicolas Maduro) και ανέλαβε τον έλεγχο των εξαγωγών αργού πετρελαίου της χώρας.

1

Σύμφωνα με πληροφορίες του Βloomberg, οι ΗΠΑ υποστηρίζουν τους δύο πετρελαϊκούς κολοσσούς, καθώς διαπραγματεύονται στο Ιράκ, τη Λιβύη, την Αλγερία, το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν.

Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα

Σημειώνεται ότι οι διεθνείς «επιδρομές» των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, αποτελούν το πιο πρόσφατο παράδειγμα του πώς ο Τραμπ έχει ανατρέψει τους κανόνες για τις αμερικανικές εταιρείες, ειδικά σε κλάδους που ευνοεί, όπως η μεταποίηση, τα ορυκτά καύσιμα και τα κρυπτονομίσματα.

Παρότι οι ευρωπαϊκές Shell, TotalEnergies και BP, επιδιώκουν επίσης να επεκταθούν στη Μέση Ανατολή, η υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ δίνει στην Exxon και την Chevron το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

«Υπάρχουν πρεσβευτές των ΗΠΑ εκεί έξω που εκπροσωπούν εταιρείες», δήλωσε η Σαμάνθα Καρλ-Γιόντερ (Samantha Carl-Yoder), πρώην ανώτερη αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία βοήθησε αμερικανικές εταιρείες να επεκταθούν στο εξωτερικό υπό τον Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα και κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ.

«Τρέχουν με έναν τρόπο που απλά δεν υπήρχε υπό προηγούμενες κυβερνήσεις, ακόμη και υπό Ρεπουμπλικανικές», συμπλήρωσε.

Αν και οι μεγάλοι παραγωγοί πετρελαίου δραστηριοποιούνται εντός των χωρών του ΟΠΕΚ+ εδώ και δεκαετίες, οι ευκαιρίες για νέα έργα είναι περιορισμένες λόγω του κρατικού ελέγχου των πετρελαϊκών τους βιομηχανιών, των αυστηρών συμβατικών όρων και της πολιτικής αστάθειας.

Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες προτίμησαν να αναπτύξουν τις δραστηριότητες στις ΗΠΑ, βοηθώντας τη χώρα να ξεπεράσει τη Σαουδική Αραβία, ως ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο το 2018.

Ωστόσο, σήμερα, με τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής να επιθυμούν να κερδίσουν τον Τραμπ, να εξασφαλίσουν έμμεσες εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ και να αποφύγουν τους δασμούς, τα στελέχη του πετρελαϊκού κλάδου των ΗΠΑ διαισθάνονται μια ευκαιρία για διεθνή ανάπτυξη που δεν έχει υπάρξει από τα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Οι επενδύσεις σε μερικά από τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά πεδία στον κόσμο θα σηματοδοτούσαν μια επέκταση της επιδίωξης του Τραμπ για την αμερικανική «ενεργειακή κυριαρχία» και θα αύξαναν τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων μέχρι και τη δεκαετία του 2040.

Οι προκλήσεις

Φυσικά, αυτό συνοδεύεται και από κινδύνους.

Οι περισσότερες από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου είχαν δει την κατάσχεση του μεγαλύτερου μέρους των μεγαλύτερων περιουσιακών τους στοιχείων, σε ένα κύμα εθνικοποιήσεων που σάρωσε τη Μέση Ανατολή τη δεκαετία του 1970.

Η Exxon μάλιστα, έχει εθνικοποιηθεί δύο φορές στη Βενεζουέλα τα τελευταία 50 χρόνια, ενώ ολόκληρη η βιομηχανία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρωσία μετά τον πόλεμο της χώρας με την Ουκρανία, πριν από μόλις τέσσερα χρόνια.

Η αγορά πετρελαίου είναι επίσης πολύ σκληρή και απρόβλεπτη.

Η Exxon και η Chevron ξόδεψαν τεράστια ποσά σε μεγάλα έργα στο εξωτερικό,  τα οποία ξεπέρασαν τον προϋπολογισμό και ολοκληρώθηκαν με χρόνια καθυστέρησης, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, μόνο και μόνο για να πληγούν από την πτώση των τιμών του πετρελαίου το 2014 και ξανά το 2020.

Τα επόμενα βήματα

Εντούτοις, με την εγχώρια παραγωγή σχιστολιθικού αργού να σταθεροποιείται και τη ζήτηση να διατηρείται ισχυρότερη από ό,τι είχαν προβλέψει πολλοί αναλυτές, οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες αναζητούν το επόμενο βήμα.

Στελέχη τόσο της Exxon όσο και της Chevron έχουν συναντηθεί με αξιωματούχους από το Ιράκ, τη Λιβύη και την Αλγερία τους τελευταίους μήνες, συχνά μαζί με ανώτερα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ.

Μάλιστα, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ (Steve Witkoff), επέβλεψε μια συμφωνία μεταξύ της Exxon και του Αζερμπαϊτζάν τον Αύγουστο.

Ο Τόμας Μπαράκ (Thomas Barrack), ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Συρία, βοήθησε στη διευκόλυνση μιας παρόμοιας συμφωνίας μεταξύ της Chevron και της Δαμασκού αυτή την εβδομάδα.

Επιπλέον, το Κουβέιτ επιθυμεί να προσελκύσει ξένες επενδύσεις, ενεργοποιώντας ορισμένα από τα πετρελαϊκά του κοιτάσματα.

Αν και πολλές από τις συμφωνίες της Μέσης Ανατολής δεν είναι δεσμευτικές, υπάρχουν ενδείξεις ότι η Exxon και η Chevron ενδιαφέρονται σοβαρά να επιδιώξουν συγκεκριμένα deals, καθώς αναπληρώνουν τα αποθέματά τους για την επόμενη δεκαετία.

Η Exxon υπέγραψε συμφωνία για τη μελέτη του γιγαντιαίου κοιτάσματος Majnoon του Ιράκ τον Οκτώβριο, ενώ η Chevron υπέγραψε παρόμοια συμφωνία για το έργο Nasiriyah στο νότιο Ιράκ λίγους μήνες νωρίτερα.

Παράλληλα, και οι δύο εταιρείες εξέφρασαν ενδιαφέρον να αναλάβουν το κοίτασμα West Qurna 2, το οποίο παράγει περίπου το 10% του πετρελαίου του Ιράκ, προτού η Lukoil PJSC συμφωνήσει να πουλήσει το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών περιουσιακών της στοιχείων στον όμιλο Carlyle.

Η Chevron βρίσκεται επίσης σε σοβαρές διαπραγματεύσεις με το Καζακστάν σχετικά με την επέκταση της άδειάς της στο κοίτασμα Tengiz, δυναμικότητας 1 εκατομμυρίου βαρελιών την ημέρα, υπέγραψε σύμβαση με το Σουρινάμ και αύξησε τον προϋπολογισμό εξερεύνησης κατά 50% φέτος.

Ενδιαφέρον στην Ελλάδα

To Bloomberg υπενθυμίζει ότι ο πετρελαϊκός γίγαντας Chevron, έχει υποβάλει προσφορές για τέσσερα υπεράκτια οικόπεδα στην Ελλάδα και αυτή την εβδομάδα υπέγραψε συμφωνία με την Τουρκία, αναφέρει το Bloomberg.

Επιπροσθέτως, το Bloomberg επισημαίνει ότι από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του πριν από ένα χρόνο, η Exxon έχει επεκταθεί στην Αγκόλα, έχει αποκτήσει δικαιώματα υπεράκτιας γεώτρησης στην Ελλάδα, έχει κερδίσει παραχωρήσεις εξερεύνησης στην Αίγυπτο και έχει υπογράψει σύμβαση κατανομής παραγωγής στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο, κοντά στη Γουιάνα.

Και οι δύο αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες έχουν επίσης εκφράσει ενδιαφέρον για την επανείσοδο στη Λιβύη μετά από περισσότερο από μια δεκαετία εμφυλίου πολέμου.

Η χώρα προσφέρει σε ξένους επενδυτές οικόπεδα εξερεύνησης που κατέχουν περίπου 10 δισεκατομμύρια βαρέλια πόρων, στο πλαίσιο ενός σχεδίου για αύξηση της παραγωγής κατά 40% έως το 2030.

Οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες βλέπουν επίσης ευκαιρίες σε Ευρώπη, Αφρική, Κεντρική Ασία και Καραϊβική.

Διαβάστε επίσης: 

Μανουσάκης στο Bloomberg: Αύξηση κεφαλαίου €1 δισ. από ΑΔΜΗΕ για κρίσιμα έργα

Τουρκία: Ιστορικό υψηλό στα αποθέματα της κεντρικής τράπεζας – Αύξηση κατά 2,544 δισ. δολάρια

Σπύρος Κιαρτζής (HELLENiQ ENERGY): Στρατηγικό καύσιμο το φυσικό αέριο- Ώρα για «ρεαλπολιτίκ» στην ενεργειακή πολιτική