F

Business

Έκθεση Πισσαρίδη για βιομηχανία: Αυτοί οι κλάδοι έχουν προοπτικές ανάπτυξης-Μειώστε τις αγκυλώσεις, αυξήστε τις επενδύσεις

Χριστόφορος Πισσαρίδης


Σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης έχει ο μεταποιητικός τομέας αναφέρει η Έκθεση Πισσαρίδη, σχετικά με τη Βιομηχανία.

Και ειδικά οι κλάδοι εξόρυξης, μετάλλων, αγροδιατροφής, φαρμακοβιομηχανία, δομικά υλικά και βιομηχανικά προϊόντα αλλά και κλωστοϋφαντουργία, η κατασκευή δομικών υλικών και η ναυπηγοεπισκευή.

Όπως αναφέρει η υστέρηση που καταγράφεται στις παραγωγικές επενδύσεις και στη συμμετοχή της μεταποίησης στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα οφείλεται σε μια σειρά αγκυλώσεων που λειτουργούν ανασταλτικά στην ανταγωνιστικότητα του τομέα.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των αγκυλώσεων αποτελεί σημαντική ευκαιρία για ενδυνάμωση της δραστηριότητας της εγχώριας μεταποίησης.

Αναλυτικά, αναφέρονται οι  ελληνικοί κλάδοι που διακρίνονται για τις υψηλές προοπτικές τους:

Εξορυκτική δραστηριότητα: Έχει έντονη εξωστρέφεια και σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς. Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογα αποθέματα ορυκτών πρώτων υλών, όπως μάρμαρο, περλίτη, μπετονίτη, βωξίτη και άλλα μεταλλεύματα. Παραμένει ζητούμενο η πληρέστερη καθετοποίηση και εξειδίκευση των παραγωγικών διαδικασιών που αξιοποιούν τις εγχώριες πρώτες ύλες, ούτως ώστε να μεγιστοποιείται η προστιθέμενη αξία που παράγεται εγχώρια μέσα από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

• Αλυσίδα αξίας της αγροδιατροφής: Το ελληνικό γιαούρτι και φέτα έχουν κερδίσει σημαντική αναγνώριση διεθνώς, ενώ υπάρχουν και άλλα προϊόντα που μπορούν να έχουν παρόμοια πορεία (όπως η μαστίχα Χίου και το ελαιόλαδο που παράγεται σε συγκεκριμένες τοποθεσίες της χώρας). Τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα μπορούν να διαφοροποιηθούν απέναντι στον ανταγωνισμό με βάση ποιοτικά και τοπικά χαρακτηριστικά (π.χ. τρόφιμα με βιοενεργά συστατικά) ή περιβαλλοντικά φιλικές μέθοδοι παραγωγής (π.χ. ήπιες μη θερμικές μέθοδοι επεξεργασίας),
ωστόσο η σχετικά μικρή καλλιεργήσιμη έκταση, το μικρό μέγεθος κλήρων στις αγροτικές περιοχές και η μικρή κλίμακα παραγωγής περιορίζουν τη δυνατότητα του εγχώριου τομέα να ανταγωνιστεί διεθνώς σε όρους όγκου παραγωγής.

• Φαρμακοβιομηχανία: Ο κλάδος συμμετέχει σε διεθνείς αλυσίδες αξίας, κυρίως στα τελικά στάδια εκτός ΕΕ και διαθέτει υψηλό δείκτη συγκριτικού πλεονεκτήματος. Συγκαταλέγεται στους κλάδους της ελληνικής μεταποίησης με τις αναλογικά υψηλότερες δαπάνες σε έρευνα και ανάπτυξη.

• Βασικά μέταλλα: Συμμετέχει σε παραγωγικές αλυσίδες αξίας, τόσο στην ΕΕ όσο και σε χώρες εκτός αυτής, κυρίως στα αρχικά στάδια παραγωγής. Ειδικά όσον αφορά το αλουμίνιο, στα πλεονεκτήματα του κλάδου περιλαμβάνονται η διαθεσιμότητα εγχώριων πρώτων υλών και τα καλά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των προϊόντων (πλήρως ανακυκλώσιμο υλικό), ενώ αδύναμο σημείο είναι η υψηλή ενεργειακή ένταση.

• Κλάδοι υπό αναμόρφωση: Παραδοσιακοί για την ελληνική οικονομία κλάδοι μεταποίησης, όπως κλωστοϋφαντουργία, η κατασκευή δομικών υλικών και η ναυπηγοεπισκευή, συρρικνώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις για σταδιακή επαναφορά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Προϋπόθεση για αυτό είναι να αρθούν τα εμπόδια που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητά τους. Στην κλωστοϋφαντουργία, η καλή ποιότητα της πρώτης ύλης (βαμβάκι) και η θετική δυναμική σε εξειδικευμένα προϊόντα υψηλότερου τεχνολογικού περιεχομένου επηρεάζουν θετικά τις προοπτικές του κλάδου.

Στα δομικά υλικά, οι προοπτικές για ανάκαμψη των κατασκευών στη χώρα δημιουργούν συνθήκες για σταδιακή επαναφορά της δραστηριότητας, ενώ η ανάγκη για ενεργειακή αναβάθμιση των κτηρίων δημιουργεί πολύ σημαντικές ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις που προσφέρουν καινοτόμα δομικά υλικά. Τέλος, η ισχυρή θέση της χώρας στην παγκόσμια ναυτιλία, η ενισχυμένη κίνηση στα ελληνικά λιμάνια μετά την ιδιωτικοποίησή τους και η τεχνογνωσία σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς (όπως κατασκευή ναυτιλιακού εξοπλισμού,116 κατασκευή σκαφών αναψυχής και επισκευή υποβρυχίων ή άλλων σκαφών υψηλής τεχνολογίας, όπου υπάρχει σημαντική ζήτηση διεθνώς) στηρίζουν τις προοπτικές του κλάδου. Το πλεονέκτημα αυτό μπορεί υπό όρους να επεκταθεί στην κατασκευή εξοπλισμού για αεροσκάφη και άλλους συναφείς τεχνολογικά κλάδους όπου υπάρχει υψηλή παγκόσμια ζήτηση.

• Ανερχόμενοι κλάδοι: Θετικές προοπτικές υπάρχουν σε κλάδους που έχουν ισχυρή δυναμική πανευρωπαϊκά, ωθούμενοι από τη μετάβαση σε μια ψηφιακή οικονομία μηδενικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Οι κλάδοι που αναμένεται να ενισχυθούν σημαντικά στην Ευρώπη και υπό προϋποθέσεις στην Ελλάδα περιλαμβάνουν την αιολική τεχνολογία, τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, την περιβαλλοντική βιομηχανία, την ηλεκτροκίνηση και την παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Επιχειρήσεις που στηρίζονται στην υψηλή τεχνολογία και διασυνδέονται με έρευνα αιχμής, μπορούν να διεκδικήσουν επιτυχώς εξειδικευμένα τμήματα της διεθνούς ζήτησης στους κλάδους αυτούς, ακόμη και αν, με διεθνή κριτήρια, οι ίδιες δεν έχουν μεγάλο μέγεθος.

Η μεταποιητική βιομηχανία αποτελεί έναν από τους βασικούς κλάδους μιας οικονομίας, και επηρεάζει σημαντικά τις προοπτικές ανάπτυξής της, καθώς και τον βαθμό εξωστρέφειας, καινοτομίας και διασύνδεσης με την τεχνολογία. Η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως προς το μέγεθος του μεταποιητικού τομέα, ακόμη και αν ο τομέας βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο συνολικά στην Ευρώπη σε σχέση με άλλες οικονομίες. Ο ελληνικός μεταποιητικός τομέας έχει όμως σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Η εξέλιξη αυτή θα ήταν συμβατή και με την κεντρική πολιτική της ΕΕ για αντιστροφή της πορείας αποβιομηχανοποίησης που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στην ήπειρο.

Υστέρηση και στις εξαγωγές

Την περίοδο 2008-2019 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) της μεταποίησης ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 9,1% στην Ελλάδα, έναντι μέσου όρου 15,1% στην ΕΕ (Διάγραμμα 6.1). Σημαντική υστέρηση συγκριτικά με την ΕΕ καταγράφεται και στο σύνολο των εργαζόμενων στη μεταποίηση ως ποσοστό του συνόλου των εργαζόμενων στην οικονομία. Την περίοδο 2008-2019, το ποσοστό αυτό ήταν 8,6% στην Ελλάδα, έναντι 15% στην ΕΕ.

Η υστέρηση της Ελλάδας σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως προς το μέγεθος του μεταποιητικού κλάδου αποτυπώνεται και στο ποσοστό των εξαγωγών. Οι ελληνικές εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων το 2019 ήταν 9,2% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος για εννέα ευρωπαϊκές χώρες πληθυσμιακά συγκρίσιμες με την Ελλάδα (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Δανία, Ολλανδία, Ουγγαρία, Πορτογαλία, Σουηδία και Τσεχία) ήταν 38,2%.

Παρά το μικρό του μέγεθος, ο μεταποιητικός κλάδος έχει επιδείξει σημαντική εξαγωγική δυναμική. Για παράδειγμα, κατά την περίοδο 2013-2019, οι ελληνικές εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν ετησίως κατά 6,7%, ενώ ο μέσος όρος στις εννέα πληθυσμιακά συγκρίσιμες χώρες ήταν 4,9%.

Το μικρό μέγεθος του κλάδου, καθώς και η εξαγωγική δυναμική που έχει αναπτύξει ακόμα και σε περίοδο κρίσης, αφήνουν σημαντικά περιθώρια αισιοδοξίας για τις μελλοντικές προοπτικές του, υπό την προϋπόθεση να εφαρμοστούν οι κατάλληλες υποστηρικτικές πολιτικές.

Προκλήσεις και προοπτικές

Η υστέρηση που καταγράφεται στις παραγωγικές επενδύσεις και στη συμμετοχή της μεταποίησης στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα οφείλεται σε μια σειρά αγκυλώσεων που λειτουργούν ανασταλτικά στην ανταγωνιστικότητα του τομέα.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των αγκυλώσεων αποτελεί σημαντική ευκαιρία για ενδυνάμωση της δραστηριότητας της εγχώριας μεταποίησης. Εκτός από τις επιμέρους αγκυλώσεις, η σχετική υστέρηση οφείλεται επίσης στο ότι η ανάπτυξη του τομέα προϋποθέτει επενδύσεις με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα και κατά συνέπεια ένα σχετικά σταθερό και σαφές οικονομικό περιβάλλον. Επιπλέον, σημαντικές ευκαιρίες για τη μεταποίηση προκύπτουν από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του τομέα, την ενίσχυση της καινοτομίας που παράγει και την εντατικοποίηση της συμμετοχής εγχώριων μεταποιητικών κλάδων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Τέταρτη βιομηχανική επανάσταση

Βασικός στόχος της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, σημειώνεται, είναι, μέσα από την αυτοματοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών και τη διαχείριση μεγάλου όγκου πληροφοριών, είναι να καταστήσει τη μεταποιητική βιομηχανία ταχύτερη και αποτελεσματικότερη.

Το ποσοστό της αυτοματοποίησης στη διεθνή μεταποιητική βιομηχανία αυξάνεται ραγδαία, και το ίδιο ισχύει για την χρήση πληροφοριακών συστημάτων.

Η ελληνική μεταποιητική βιομηχανία πρέπει να παρακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις, επενδύοντας σε σύγχρονες τεχνολογίες, προηγμένα πληροφοριακά συστήματα και αυτοματοποιημένες διαδικασίες. Η αυτοματοποίηση στην Ελλάδα βρίσκεται σε επίπεδο πολύ χαμηλότερο από διεθνείς ή ευρωπαϊκούς μέσους όρους.

Ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός των μεταποιητικών επιχειρήσεων απαιτεί εκτός από επενδύσεις φυσικού κεφαλαίου και νέα δομή και τρόπο λειτουργίας, καθώς και ανθρώπινο κεφάλαιο με κατάλληλες δεξιότητες. Απαιτεί επίσης μια μακροπρόθεσμη στρατηγική από το κράτος, με κύριο άξονα την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του δημοσίου, τη βελτίωση των υποδομών συνδεσιμότητας, τη δημιουργία κόμβων ψηφιακής καινοτομίας, αλλά και τη βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου.

Ο διεθνής ανταγωνισμός, σε κάθε κλάδο της οικονομίας και ιδιαίτερα στη μεταποίηση, επιβάλλει την μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της εισαγωγής προηγμένων τεχνολογιών, καθώς και την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων υψηλής ποιότητας.

Η επιτυχία σε αυτά τα πεδία απαιτεί δραστηριότητες σε Έρευνα & Ανάπτυξη.  Οι δαπάνες στον τομέα αυτό είναι χαμηλές στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, το 2018, οι δαπάνες των ελληνικών επιχειρήσεων σε Ε&Α ήταν 0,57% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 1,41% στην ΕΕ (Διάγραμμα 5.13, Ενότητα 5.4).

Η ανάπτυξη καινοτόμων πρακτικών και προϊόντων απαιτεί εξειδικευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να ευνοηθεί από τη διασύνδεση της μεταποιητικής βιομηχανίας με την επιστημονική κοινότητα, καθώς και από ξένες άμεσες επενδύσεις σε περιοχές υψηλής τεχνολογίας που θα προσελκύσουν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Τα ζητήματα της χρηματοδότησης και της παροχής κινήτρων είναι επίσης θεμελιώδους σημασίας για τη δημιουργία δραστηριοτήτων Ε&Α.

Διεθνείς αλυσίδες αξίας

Η ανάπτυξη συνεργατικών σχέσεων με τη συμμετοχή εγχώριων μεταποιητικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας συμβάλλει στην απόκτηση εξειδικευμένης γνώσης και τεχνογνωσίας, ενώ ενισχύει τη δυνατότητα καινοτομίας, κυρίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Επιπρόσθετα, οι στρατηγικής σημασίας διεθνείς συνεργατικές σχέσεις μεταποιητικών επιχειρήσεων δρουν ως καταλύτης επενδύσεων σε διασυνοριακά έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας για τη χώρα, ενώ η εγχώρια μεταποιητική βιομηχανία αποκτά υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση

 


ΣΧΟΛΙΑ