Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Στις όχθες του ποταμού Gironde, στην καρδιά του Médoc στο Bordeaux‎‎ της Γαλλίας, ένα από τα σπουδαιότερα κρασιά του κόσμου, με ιστορία άνω των πέντε αιώνων, φέρει μια καθοριστική, ελληνική σφραγίδα.

Η ιστορία του Château Margaux είναι μια ιστορία terroir, κληρονομιάς και, κυρίως, μιας οικογένειας από την Πάτρα που έγραψε ένα από τα πιο απρόσμενα κεφάλαια στα χρονικά του γαλλικού οίνου.

1

Château Margaux – Φωτογραφία: Brice Braastad

Πριν από τους Έλληνες: Aιώνες προετοιμασίας

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της κληρονομιάς που παρέλαβε ο Πατρινός Ανδρέας Μεντζελόπουλος το 1977, απαιτείται μια σύντομη αναδρομή στους αιώνες που προηγήθηκαν.

Από τον 12ο αιώνα, ο χαμηλός λόφος που ονομαζόταν La Mothe de Margaux ξεχώριζε στο Médoc χάρη στην εξαιρετική του αποστράγγιση, κάτι που αποτελεί προνόμιο των κορυφαίων αμπελοτοπιών.

Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο σπουδαίος Γάλλος έμπορος και γαιοκτήμονας Pierre de Lestonnac αναδιάρθρωσε ριζικά το κτήμα, μετατρέποντας τα χωράφια δημητριακών σε αμπελώνες και προβλέποντας τη μεγάλη οινική στροφή της περιοχής. Στα 265 εκτάρια που σχηματίστηκαν τότε —έκταση που παραμένει αμετάβλητη έως σήμερα— γεννήθηκε αυτό που γνωρίζουμε ως Château Margaux.

Château Margaux 18ος αιώνας – πηγή: Château Margaux

Τον 17ο αιώνα, ο διαχειριστής του estate, o Berlon, έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης οινοποίησης. Ξεχώρισε λευκά από ερυθρά σταφύλια, αρνήθηκε τον πρόωρο τρύγο για να διατηρηθεί το χρώμα και ταυτοποίησε για πρώτη φορά τα καλύτερα αγροτεμάχια ανά ποικιλία.

Τον 18ο αιώνα ήδη, η φήμη του οίνου πέρασε τον Ατλαντικό. Ο Thomas Jefferson, πρέσβης των ΗΠΑ στη Γαλλία, κατέταξε το Margaux πρώτο μεταξύ ίσων και χαρακτήρισε τη σοδειά του 1784 «το καλύτερο μπουκάλι Bordeaux που θα μπορούσε να υπάρχει».

Η Επανάσταση διέκοψε βίαια τη χρυσή εποχή. O αριστοκράτης αξιωματικός και τότε ιδιοκτήτης του Château, Élie du Barry, οδηγήθηκε στη λαιμητόμο και το κτήμα έγινε εθνική περιουσία.

H ιστορική ταξινόμηση του Château Margaux το 1855 – πηγή: Château Margaux

Το 1801, ο Bertrand Douat, μαρκήσιος de La Colonilla, αγόρασε το Margaux και ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Louis Combes την ανέγερση του νεοπαλλαδιανού αρχοντικού, των γνωστών περίφημων «Βερσαλλιών του Médoc». Οι ιωνικές κολόνες του περιστυλίου, σχεδιασμένες ως φόρος τιμής στον Παρθενώνα, θα αποκτούσαν, ενάμιση αιώνα αργότερα, έναν ιδιαίτερα προφητικό συμβολισμό.

Το 1855, με αφορμή την Παγκόσμια Έκθεση των Παρισίων, η αυτοκρατορική ταξινόμηση ανέδειξε το Château Margaux ως το μοναδικό κτήμα που έλαβε τη βαθμολογία είκοσι στα είκοσι, μια διάκριση που το συνοδεύει αδιάλειπτα μέχρι σήμερα.

Η οικογένεια Ginestet: H αρχή του τέλους μιας εποχής

Η σύγχρονη ιστορία του κτήματος ξεκινά ουσιαστικά μετά τον πόλεμο. Γύρω στο 1950, ο Fernand Ginestet και ο γιος του Pierre, έμποροι κρασιού από το Bordeaux, ολοκλήρωσαν τη σταδιακή εξαγορά του Margaux.

Τα κεφάλαια για την αρχική απόκτηση είχαν εξασφαλιστεί από έναν φίλο της οικογένειας, δήμαρχο της Σαϊγκόν και εισαγωγέα κρασιού — μια λεπτομέρεια που αποτυπώνει την κοσμοπολίτικη φύση του εμπορίου του Bordeaux ήδη από εκείνη την εποχή.

Οι Ginestet δεν ήταν αριστοκράτες, ήταν επαγγελματίες του κλάδου. Ο Bernard Ginestet, γιος του Pierre και τρίτη γενιά, ανέδειξε την οικογενειακή εταιρεία εμπορίου σε μία από τις πιο σεβαστές της περιοχής. Στο ίδιο το κτήμα, πατέρας και γιος ξεκίνησαν μια σταδιακή και προσεκτική αναδιάρθρωση του αμπελώνα.

Χάρτης 16ος αιώνας – πηγή: Château Margaux

Και τότε ήρθε η δεκαετία του 1970. Η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση, ο κλυδωνισμός των τιμών του Bordeaux και κυρίως οι τρεις διαδοχικές καταστροφικές σοδειές (1972, 1973, 1974), που αποδείχθηκαν εμπορικά μη βιώσιμες, έφεραν τους Ginestet σε αδιέξοδο.

Ο Pierre και ο Bernard, αποφασισμένοι να τιμήσουν τις υποχρεώσεις του εμπορικού οίκου, διαπίστωσαν ότι τους απέμενε ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο ικανό να καλύψει τα χρέη: το ίδιο το Château Margaux.

Η απόφαση ελήφθη με βαριά καρδιά. Χρειάστηκαν δύο ολόκληρα χρόνια για να βρεθεί αγοραστής. Όχι επειδή το κτήμα δεν είχε αξία αλλά επειδή η ίδια η αγορά του Bordeaux βρισκόταν σε κρίση εμπιστοσύνης, και ελάχιστοι ήταν διατεθειμένοι να ρισκάρουν την περιουσία τους σε έναν αμπελώνα που είχε ανάγκη από βαθιά, ριζική αναγέννηση.

Όταν τελικά εμφανίστηκε ο αγοραστής, η είδηση προκάλεσε αμηχανία στους κύκλους του Médoc. ‘Ηταν ένας Έλληνας παντοπώλης από το Παρίσι. Η αντίδραση συμπυκνωνόταν σε μία ερώτηση που πλανιόταν στα σαλόνια του Bordeaux.

Μα τι δουλειά έχει ένας Έλληνας στο Médoc;

Ανδρέας (André) Μεντζελόπουλος – πηγή: Château Margaux

Ανδρέας Μεντζελόπουλος: Ένας πρωτοπόρος από την Πάτρα

Η απάντηση κρύβεται στην πορεία του αγοραστή. Γεννημένος το 1915 στην Πάτρα, ο Ανδρέας Μεντζελόπουλος ήταν γιος ξενοδόχου που, όπως τόσοι Έλληνες της εποχής, ενθάρρυνε τα παιδιά του να μάθουν ξένες γλώσσες και να αναζητήσουν την τύχη τους εκτός συνόρων.

Σπούδασε λογοτεχνία στη Γκρενόμπλ και κατόπιν αναζήτησε την τύχη του στην Άπω Ανατολή: Βιρμανία, Κίνα, Ινδία, Πακιστάν, στο εμπόριο σιτηρών. Μιλούσε έξι γλώσσες και απολάμβανε να παραθέτει ρητά του Churchill.

Η γνωριμία του με τη Laura Stevens σε πίστα του σκι στις Άλπεις τον έφερε στο Παρίσι. Η Laura έγινε σύζυγός του και το 1958 o André εξαγόρασε τη Félix Potin, μια αλυσίδα ογδόντα μικρών παντοπωλείων που είχε ιδρυθεί το 1844, και τη μεταμόρφωσε σε σύγχρονο όμιλο διανομής με 1.600 καταστήματα και ένα ιδιαίτερα αξιόλογο χαρτοφυλάκιο ακινήτων στην πρωτεύουσα.

Tο νεοπαλλαδιανό περιστύλιο του Margaux – πηγή: Château Margaux

Όταν, το 1977, βρέθηκε μπροστά στο νεοπαλλαδιανό περιστύλιο του Margaux, οι ιωνικές κολόνες του Combes του θύμισαν την πατρίδα. Η αγορά, στα 72 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα, θεωρήθηκε από αρκετούς παρακινδυνευμένη.

Η πραγματικότητα ήταν ότι ο Μεντζελόπουλος είχε αντιληφθεί κάτι που οι περισσότεροι σύγχρονοί του δεν έβλεπαν. Το Bordeaux βρισκόταν στο ναδίρ ενός κύκλου, και ότι το terroir, όταν τύχει σωστής φροντίδας, ανακάμπτει.

Οι ενέργειές του υπήρξαν θεαματικές. Στους αμπελώνες εγκατέστησε συστήματα αποστράγγισης και προχώρησε σε εκτεταμένες αναφυτεύσεις. Προσκάλεσε τον Émile Peynaud, τον πιο φημισμένο οινολόγο της εποχής, στα κελάρια, μια πρωτοφανής κίνηση για το Bordeaux του 1977, που δεν ήταν εξοικειωμένο με την ιδέα του εξωτερικού συμβούλου.

1st-year cellar – Château Margaux

Επανέφερε το δεύτερο κρασί, το Pavillon Rouge, με δραστικά αυστηρότερη επιλογή. Επαναπροσδιόρισε το Pavillon Blanc, εισήγαγε την παλαίωση σε καινούργια δρύινα βαρέλια και σχεδίασε το πρώτο μεγάλο υπόγειο κελάρι της περιοχής, κάτι που ήταν τεχνικό κατόρθωμα για την εποχή.

Παράλληλα, ανέλαβε την αποκατάσταση και του ίδιου του αρχοντικού που είχε χαρακτηριστεί ως Ιστορικό Μνημείο από το 1946. Ανέθεσε τη διακόσμηση στον Henri Samuel, τον διακοσμητή που είχε υπογράψει τις αίθουσες του γαλλικού 18ου αιώνα στο Μητροπολητικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Η εσοδειά του 1978 αναγνωρίστηκε αμέσως ως εξαιρετική. Η αναγέννηση είχε ξεκινήσει και η απάντηση στους σκεπτικιστές του Médoc είχε δοθεί μέσα στο μπουκάλι.

Ο Ανδρέας Μεντζελόπουλος πέθανε το 1980, πολύ νωρίς, χωρίς να γνωρίσει την πλήρη ωρίμανση του έργου του.

Κορίν Μεντζελοπούλου – πηγή: Château Margaux

Κορίν Μεντζελοπούλου: Η συνέχεια ως ευθύνη

Όταν, στα είκοσι επτά της, η Κορίν Μεντζελοπούλου ανέλαβε το κτήμα μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα της, η ανησυχία στους κύκλους του Bordeaux ήταν και πάλι εμφανής. Αν η άφιξη του Ανδρέα είχε προκαλέσει απορία, ο θάνατός του προκάλεσε φόβο.

Ποιος θα κρατούσε όρθιο το ευαίσθητο οικοδόμημα της αναγέννησης;

Η βιογραφία της δεν προμήνυε αμπελουργό. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Institut d’Études Politiques de Paris και ανέλαβε τον ρόλο της οικονομικής ελέγκτριας στην Primistères — την εταιρεία που διαχειριζόταν τα καταστήματα Félix Potin.

Στην κληρονομιά που παρέλαβε περιλαμβάνονταν 1.600 παντοπωλεία, 80 κτίρια στο κέντρο του Παρισιού, ένα ξενοδοχείο που είχε υπάρξει κατοικία του Λουδοβίκου ΙΔ´, και ένας αμπελώνας που, τρία χρόνια μετά την εξαγορά, βρισκόταν ακόμη σε φάση ανασυγκρότησης.

Συλλογή του 2016 – Φωτογραφία: Gilles de Beauchêne

Στηριζόμενη στον Peynaud και στην τεχνική ομάδα του κτήματος, τότε υπό τον Philippe Barré, επέλεξε να συνεχίσει το όραμα του πατέρα της. Διατήρησε το επενδυτικό πρόγραμμα και αφιερώθηκε στην κατανόηση του terroir, της αμπελουργίας και της οινοποίησης. «Το Margaux δεν είναι απλά μια εταιρεία, είναι κάτι τόσο ξεχωριστό», θα έλεγε χρόνια αργότερα.

Η χρονική συγκυρία την ευνόησε. Από το 1982 και μετά, η παγκόσμια ζήτηση για τα κορυφαία κρασιά του Bordeaux απογειώθηκε. Πρώτα οι Αμερικανοί συλλέκτες, στη συνέχεια οι Ευρωπαίοι, αργότερα οι Ασιάτες. Μια σειρά εξαιρετικών εσοδειών ενίσχυσε τη διεθνή φήμη του κτήματος. Το καλό κρασί έπαψε να είναι χόμπι και έγινε επένδυση.

Άποψη αμπελώνα, Φωτογραφία: Michel Guillard

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αντιμέτωπη με τις στρατηγικές προκλήσεις του οικογενειακού ομίλου, που είχε μεταξύ άλλων γίνει βασικός μέτοχος της Perrier, η Κορίν επέλεξε να εξασφαλίσει έναν στρατηγικό εταίρο.

Στράφηκε στην οικογένεια Agnelli, υπό την προεδρία του Gianni Agnelli της Fiat. Η συνεργασία διήρκεσε περίπου δέκα χρόνια με την οικογένεια Agnelli να είναι μέτοχοι στο Château Margaux. Όταν, το 2003, ο όμιλος Agnelli αποφάσισε να αποεπενδύσει, η Κορίν εξαγόρασε αμέσως τις μετοχές, επανερχόμενη ως μοναδική μέτοχος του.

Ο ίδιος ο Μπιλ Γκέιτς και ο Δούκας του Ουεστιμίνιστερ έψαχναν για ευκαιρίες τότε στο Μπορντό. Τους πρόλαβε όμως η νεαρή Κορίν εξαγοράζοντας το μερίδιο των Agnelli για τετρακόσια σαράντα εκατομμύρια δολάρια.

Παράλληλα, τα καταστήματα και τα ακίνητα της Félix Potin πωλούνταν σταδιακά. Ο ανταγωνισμός των σούπερ μάρκετ είχε διαβρώσει το παλιό μοντέλο των παντοπωλείων γειτονιάς, και η Κορίν αποφάσισε ότι η οικογενειακή ενέργεια έπρεπε να συγκεντρωθεί στο Médoc.

Βαρελοποιείο – πηγή: Château Margaux

Αυτή την περίοδο, η οικονομική απόδοση είναι εντυπωσιακή. Οι αναλυτές εκτιμούν τα ετήσια έσοδα του κτήματος γύρω στα 100 εκατομμύρια δολάρια, με λειτουργικά κέρδη πιθανότατα άνω των 70 εκατομμυρίων, ένα αποτέλεσμα των περιθωρίων κέρδους ενός Premier Cru που κυμαίνονται μεταξύ 70% και 99%.

Τα 262 εκτάρια του αμπελώνα παράγουν περί τις 280.000 φιάλες ετησίως.

Οι τιμές ακόμη και των νεαρών εσοδειών μπορούν να ξεπεράσουν τα χίλια δολάρια ανά φιάλη. Και, χάρη στο σύστημα en primeur που επιτρέπει την αγορά κρασιού ενώ αυτό βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία παλαίωσης σε βαρέλια, το κτήμα συνεχίζει να έχει έσοδα και χωρίς πωλήσεις φιαλών.

Η πιο ακριβή φιάλη του Chateau Margaux είναι του 1945 και πωλείται για περίπου 7.200 ευρώ.  Η χρονιά αυτή θεωρείται η κορυφαία του 20ου αιώνα.

Αλεξάνδρα Πετίτ-Μεντζελόπουλου και Αλέξης Λέβεν-Μεντζελόπουλος – πηγή: Château Margaux

2023: Η τρίτη γενιά

Το 2023, η Κορίν παρέδωσε τα ηνία του κτήματος σε δύο από τα τρία παιδιά της. Ο Αλέξης ανέλαβε τη θέση του συνιδιοκτήτη και Διευθύνοντος Συμβούλου, ενώ η Αλεξάνδρα την προεδρία του Εποπτικού Συμβουλίου της εταιρείας χαρτοφυλακίου (holding).

Ο Αλέξης ήρθε στο Margaux προετοιμασμένος. Κάτοχος μεταπτυχιακού στη Διαχείριση Αμπελώνων και Οινοποιείων από την Bordeaux Sciences Agro, την ιστορική Εθνική Σχολή Γεωπονικής Μηχανικής του Μπορντό, ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου στα τριάντα του χρόνια, έχοντας την τεχνική γνώση που ο παππούς του χρειάστηκε να δανειστεί από τον Peynaud και τη φυσική εξοικείωση του ανθρώπου που μεγάλωσε ανάμεσα στα βαρέλια.

Η Αλεξάνδρα, που έπαιξε το πρώτο παιχνίδι της “μπουκάλα” με μια φιάλη των 1.000 ευρώ, κινείται σε παρόμοια τροχιά, χωρίς να απομακρύνεται από το επίκεντρο. Με έδρα το Λονδίνο, όπου διατηρεί το wine bar εστιατόριο, Clarette στην περιοχή Marylebone, διαχειρίζεται τα οικονομικά ζητήματα του ομίλου, ταξιδεύοντας στο Bordeaux σε κάθε κρίσιμη καμπή του οινικού έτους — και, αυτονόητα, την περίοδο του τρύγου, που εξακολουθεί να αποτελεί την πιο τελετουργική στιγμή του κτήματος.

Μεταξύ τους, αδελφός και αδελφή ανασυνθέτουν το μοντέλο που θεμελίωσε ο Ανδρέας και τελειοποίησε η Κορίν. Η οικογενειακή συνέχεια πέρασε μέσα από την κατανομή των ρόλων και όχι μέσα από τη διαδοχή των τίτλων.

1989 Château Margaux – Φωτογραφία: Deepix

Το σήμερα

Η άφιξη του Αλέξη Λέβεν-Μεντζελόπουλου στο Mandarin Oriental, Costa Navarino για μια αποκλειστική βραδιά γαστρονομίας και οινογνωσίας σηματοδοτεί την πρώτη φορά που το θρυλικό estate έρχεται στην Ελλάδα για επαγγελματικό σκοπό, μια κίνηση που για τον ίδιο φέρει ιδιαίτερη συναισθηματική βαρύτητα.

Το εμβληματικό Château διανέμει σε 118 χώρες φιάλες αξίας 1.000 έως 22.000 ευρώ ανάλογα με τη σοδειά, την ποσότητα, την ικανότητα παλαίωσης, τη σπανιότητα και τη συλλεκτικότητα, αριθμοί που λένε λιγότερα για την τιμή ενός μπουκαλιού και περισσότερα για τη θέση που έχει κατακτήσει το κτήμα στη συλλογική φαντασία του οινικού κόσμου.

Οι κίονες κοιτούν ανατολικά

Όταν, τον Ιανουάριο του 1977, ο Ανδρέας Μεντζελόπουλος αντίκρισε για πρώτη φορά ως ιδιοκτήτης τις ιωνικές κολόνες του Château, ένας ολόκληρος κύκλος έκλεινε.

Ο Combes είχε σχεδιάσει το περιστύλιο ως φόρο τιμής στον Παρθενώνα, εκατόν εξήντα δύο χρόνια πριν, σε μια εποχή που το ευρωπαϊκό βλέμμα στρεφόταν προς την Ελλάδα ως πηγή κάθε μορφής ευγένειας.

Δύο αιώνες αργότερα, ένας αληθινός Έλληνας, γιος ξενοδόχου από την Πάτρα, είδε σε εκείνες τις κολόνες όχι μόνο την αρχιτεκτονική παραπομπή, αλλά ένιωσε μια αίσθηση οικειότητας.

Από τότε, οι κολόνες έχουν αποκτήσει διπλή σημασία. Παραπέμπουν στον κλασικό κόσμο που τις γέννησε ως ιδέα, αλλά και στη σύγχρονη ελληνική οικογένεια που, χωρίς θόρυβο και χωρίς εξάρσεις, εγγυάται τη συνέχεια ενός από τα μεγαλύτερα κρασιά του πλανήτη.

Με μια αρχική ματιά, το Château Margaux παραμένει ό,τι ήταν πάντοτε: ένα γαλλικό μνημείο. Σήμερα, έχει γίνει κάτι ίσως λιγότερο εμφανές αλλά σίγουρα πιο ουσιαστικό. Μια απρόσμενη ελληνική ιστορία, γραμμένη στις όχθες του Gironde με μελάνι τανίνης.

Διαβάστε επίσης:

Château Margaux x Mandarin Oriental, Costa Navarino: Μια κορυφαία συνάντηση κρασιού και γαστρονομίας για 16 μόνο άτομα

House Wine: Η μόδα ριζώνει στο terroir και γίνεται μεθυστική

812.500 δολάρια για μία φιάλη κρασί: Γιατί το 1945 Romanée-Conti είναι τόσο σπάνιο και η καταστροφή που γέννησε τον μύθο