Στους αμπελώνες της Ευρώπης, από τα κάστρα του Saint-Émilion μέχρι τα ηλιόλουστα τοπία της Τοσκάνης, οι οίκοι μόδας έχουν ριζώσει για τα καλά στο terroir, διεκδικώντας μια θέση στον μεθυστικό κόσμο του κρασιού. Γιατί όπως είχε παρατηρήσει ο Salvatore Ferragamo, «η μόδα και το κρασί είναι θέμα τρόπου ζωής, προσωπικής προτίμησης και ευαισθησίας».

1

Αν περπατήσει κανείς ανάμεσα στα κλήματα του Château Canon στο Bordeaux, που ανήκει στον οίκο Chanel, θα αντιληφθεί πως η φράση του Ferragamo δεν είναι απλώς ρομαντική· είναι στρατηγική.

Château Canon 2022, 1er grand cru classé – Bordeaux – Saint-Emilion – Red, €1,440

Η οικογένεια Wertheimer, ιδιοκτήτρια της Chanel, έχει αναπτύξει ένα χαρτοφυλάκιο που εκτείνεται πέρα από τη μόδα: το Château Rauzan-Ségla στο Margaux του Bordeaux, το Domaine de l’Île στην Προβηγκία και το St. Supéry στη Napa Valley συνθέτουν μια διεθνή παρουσία που εστιάζει στην ποιότητα και την καλλιέργεια.

Château Rauzan-Ségla – πηγή: Château Rauzan-Ségla

Η εξαγορά του St. Supéry σηματοδότησε μια ακόμη κίνηση επέκτασης της Chanel εκτός Ευρώπης, ενισχύοντας την παρουσία της σε έναν από τους πιο δυναμικούς οινοπαραγωγικούς προορισμούς του κόσμου.

Παρότι ήταν η πρώτη της σημαντική επένδυση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η σχέση της με το κρασί δεν είναι νέα. Αντιθέτως, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που συνδέει την πολυτέλεια με την παραγωγή υψηλής ποιότητας.

Η σύνδεση αυτή δεν είναι τυχαία. Η Coco Chanel ήταν γνωστή λάτρης του κρασιού και της σαμπάνιας. «Πίνω σαμπάνια μόνο σε δύο περιπτώσεις», είχε πει, «όταν είμαι ερωτευμένη και όταν δεν είμαι». Σήμερα, το κρασί λειτουργεί ως προέκταση αυτής της φιλοσοφίας: ο οίκος δεν πουλά απλώς μια φιάλη, αλλά έναν τρόπο ζωής.

Château Cheval Blanc 2022, Bordeaux – Saint-Emilion, €9.997

Και δεν είναι ο μόνος. Το φαινόμενο της σύγκλισης μόδας και οινοποιίας έχει αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις. Ο οίκος Bvlgari, αν και δεν διαθέτει εκτεταμένη οινοπαραγωγή, έχει επενδύσει στη φιλοξενία και την εμπειρία γύρω από το κρασί μέσω των ξενοδοχείων του, ενσωματώνοντας επιμελημένες λίστες κρασιού.

Ο Roberto Cavalli, αντίθετα, έχει στραφεί πιο άμεσα στην παραγωγή, με το Tenuta degli Dei στην Τοσκάνη να παράγει κρασιά που αντικατοπτρίζουν το ίδιο εκρηκτικό και αισθησιακό ύφος με τις συλλογές του.

Tenuta degli Dei – πηγή: Tenuta degli Dei

Παράλληλα, ο οίκος Cartier έχει κινηθεί πιο διακριτικά, δημιουργώντας ιδιωτικές ετικέτες σαμπάνιας για κλειστούς κύκλους πελατών, επενδύοντας περισσότερο στην αποκλειστικότητα παρά στην ευρεία αγορά.

Από την άλλη, ο Renzo Rosso, ιδρυτής της Diesel, έχει αναπτύξει το αγρόκτημα Diesel Farm, ένα έργο που συνδυάζει κρασί, αγροτουρισμό και βιώσιμη γεωργία, δίνοντας έμφαση στη σύγχρονη διάσταση της οινοποιίας, κάτι που ταιριάζει αναμφίβολα με την ταυτότητα της Diesel.

Ο ίδιος γεννήθηκε σε αγρόκτημα και με το Diesel Farm ανακάλυψε ξανά τις ρίζες και τις παραδόσεις του. Όπως αναφέρει, εκεί νιώθει σαν στο σπίτι του.

Ο Renzo Rosso στο αγρόκτημα της Diesel – πηγή: Diesel Farm

Λίγο πιο νότια, στην Τοσκάνη, η οικογένεια Ferragamo συνεχίζει μια διαφορετική αλλά εξίσου συνεκτική αφήγηση, βασισμένη στην παράδοση.

Υπό την καθοδήγηση του Ferruccio Ferragamo, το κτήμα Il Borro έχει εξελιχθεί σε έναν βιολογικό αμπελώνα υψηλών προδιαγραφών, παράγοντας κρασιά όπως το Il Borro και το Pian di Nova.

Το 2024, η οικογένεια επεκτάθηκε στο Montalcino με την απόκτηση του Pinino, εισερχόμενη στον απαιτητικό κόσμο του Brunello di Montalcino.

Il Borro, Τοσκάνη - πηγή: Il Borro
Il Borro, Τοσκάνη – πηγή: Il Borro

Για τη Chanel και την οικογένεια Ferragamo η επέκταση στον κόσμο της οινοποιίας είναι μέρος της οικογενειακής συνέχειας και της κληρονομιάς. Για τον όμιλο LVMH είναι η έκφραση της βιομηχανικής κλίμακας της πολυτέλειας.

Μετά τη συγχώνευση με τη Moët Hennessy, ο όμιλος ελέγχει εμβληματικά κτήματα όπως το Château d’Yquem, του οποίου μια φιάλη μπορεί να ξεπεράσει τα 430 ευρώ, και το Château Cheval Blanc, μία από τις πιο περιζήτητες ετικέτες στον κόσμο.

Château Cheval Blanc – πηγή: Château Cheval Blanc

Παράλληλα, η σαμπάνια Ruinart Blanc de Blancs κινείται γύρω στα 130 ευρώ, ενώ πιο προσιτές επιλογές, όπως το rosé του Château Minuty, ξεκινούν από περίπου 40 ευρώ, αποδεικνύοντας ότι η πολυτέλεια μπορεί να απευθύνεται σε διάφορες ικανότητες δαπάνης.

Η λογική πίσω από αυτές τις επενδύσεις είναι διττή. Από τη μία πλευρά, οι οίκοι μόδας διαφοροποιούν τα έσοδά τους, εισερχόμενοι σε έναν κλάδο με πολιτισμική αξία, διεθνή και σταθερή ζήτηση.

Château d’Yquem – πηγή: LVMH

Από την άλλη, δημιουργούν μια ολοκληρωμένη εμπειρία: ο πελάτης δεν αγοράζει μόνο μια τσάντα ή ένα φόρεμα, αλλά συμμετέχει σε ένα αφήγημα που εκτείνεται από την ντουλάπα στο αμπέλι και έπειτα στο τραπέζι.

Αυτό το αφήγημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος αν σταθεί κανείς στην έννοια του terroir. Όπως μια τσάντα Chanel πωλείται αναπόσπαστα από την κληρονομιά και το τεχνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται, έτσι και ένα κρασί όπως το Cheval Blanc ή το D’Yquem δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς την κλίμακα και την παράδοση του εδάφους που το συνοδεύει.

Château d’Yquem – πηγή: LVMH

Η σύγκλιση μόδας και κρασιού δεν είναι μια παροδική τάση. Είναι η φυσική εξέλιξη δύο κόσμων που ανέκαθεν μοιράζονταν τις ίδιες αξίες: αριστεία, κληρονομιά, χειροτεχνία και –πάνω απ’ όλα– τη βιωματική διάσταση της κατανάλωσης.

Σε αυτό το τοπίο, κάθε φιάλη λειτουργεί όπως ένα ένδυμα υψηλής ραπτικής: μοναδική, αφηγηματική και βαθιά προσωπική.

Διαβάστε επίσης:

Cheval Blanc: Η ιστορία του αγαπημένου ξενοδοχείου του ζεύγους Κούστα και η αναζήτηση της τελειότητας

Για σκι με την Porsche Taycan 4 Cross Turismo (video)

Ωδή στη δημιουργία: Οι πιο κορυφαίες στιγμές μόδας που εξυμνούν την Ελλάδα