Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Ο Τομεάρχης Βιομηχανικής Πολιτικής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης μιλά για την ανάγκη ευρωπαϊκής παραγωγικής προστασίας, τον αθέμιτο ανταγωνισμό από την Τουρκία, το ενεργειακό κόστος και τις επενδύσεις που χρειάζεται η ελληνική μεταποίηση.

Προτείνει μακροχρόνια ενεργειακά συμβόλαια, επιταχυνόμενες αποσβέσεις και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, ενώ συνδέει τη βιομηχανική ανάπτυξη με την αντιμετώπιση της φτώχειας.

1

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Η Ευρώπη επαναφέρει τη βιομηχανική πολιτική στο επίκεντρο της οικονομικής της στρατηγικής. Πιστεύετε ότι οι πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί επαρκούν για να αντιμετωπιστεί ο διεθνής ανταγωνισμός;

Η Ευρώπη φαίνεται να αντιλαμβάνεται, έστω και καθυστερημένα, ότι χωρίς ισχυρή βιομηχανία δεν μπορεί να διατηρήσει την οικονομική και γεωπολιτική της ισχύ.

Το Clean Industrial Deal και τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία αποτελούν σημαντικές πρωτοβουλίες. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα παραμένει: η Ευρώπη προσπαθεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της, χωρίς να έχει διαμορφώσει ακόμη μια επαρκώς συνεκτική πολιτική παραγωγικής προστασίας.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υψηλές περιβαλλοντικές επιδόσεις, σημαντικές επενδύσεις απανθρακοποίησης και συμμόρφωση με αυστηρούς κανόνες και ταυτόχρονα να επιτρέπουμε την εισαγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων από οικονομίες που λειτουργούν με διαφορετικές προδιαγραφές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φθηνότερο εισαγόμενο προϊόν αποτελεί περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να εξετάζουμε εάν οι διαφορετικές συνθήκες παραγωγής, οι κρατικές επιδοτήσεις ή οι πρακτικές τιμολόγησης δημιουργούν στρεβλώσεις στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η Ευρώπη χρειάζεται μια σύγχρονη πολιτική οιονεί προστατευτισμού. Όχι οικονομικό απομονωτισμό, αλλά ισότιμους κανόνες ανταγωνισμού.

Χρειάζεται αποτελεσματικότερη χρήση των μηχανισμών αντιντάμπινγκ, αντιμετώπιση των αθέμιτων κρατικών επιδοτήσεων, ουσιαστική εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, του CBAM, και αυστηρότερους ελέγχους στην προέλευση των εισαγόμενων προϊόντων.

Παράλληλα, απαιτείται ευρωπαϊκή στρατηγική για τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τους παραγωγικούς κλάδους στρατηγικής σημασίας.

Η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης. Πρέπει να εξασφαλίζει ότι, μετά την ολοκλήρωση αυτής της μετάβασης, θα εξακολουθούν να υπάρχουν ευρωπαϊκές βιομηχανίες και μάλιστα πιο ισχυρές σε παγκόσμιο επίπεδο από την αρχή εκκίνησης του κάθε μέτρου.

Για την Ελλάδα το ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο. Με μια μεταποιητική βάση μικρότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν έχουμε την πολυτέλεια να αντιμετωπίζουμε την αποβιομηχάνιση ως αναπόφευκτη συνέπεια της παγκοσμιοποίησης.

 

Αναφέρεστε συχνά στον αθέμιτο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες. Το πρόβλημα πιστεύετε ότι εστιάζεται αποκλειστικά στην Κίνα;

Υπάρχει ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα και με την Τουρκία που απαιτεί πολύ μεγαλύτερη προσοχή από την ελληνική κυβέρνηση και τα ευρωπαϊκά όργανα.

Η συζήτηση σήμερα για τον αθέμιτο ανταγωνισμό επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην Κίνα. Ωστόσο, για την ελληνική βιομηχανία, η Τουρκία αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό ανταγωνιστή, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, παραγωγικής δυναμικότητας και πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η Τουρκία συμμετέχει σε τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση για μεγάλο μέρος των βιομηχανικών προϊόντων. Παράλληλα, λειτουργεί με διαφορετικές συνθήκες παραγωγής, εργασιακού κόστους, ενεργειακής τιμολόγησης και περιβαλλοντικής συμμόρφωσης.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτές οι διαφορές συνοδεύονται, σε συγκεκριμένους κλάδους, από πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.

Πρέπει επίσης να εξεταστεί σοβαρά ο κίνδυνος η Τουρκία να λειτουργεί ως ενδιάμεσος χώρος διοχέτευσης προϊόντων τρίτων χωρών στην ευρωπαϊκή αγορά, παρακάμπτοντας εμπορικούς περιορισμούς ή μέτρα προστασίας.

Δεν ισχυρίζομαι ότι κάθε τουρκικό προϊόν αποτελεί προϊόν dumping. Το dumping έχει συγκεκριμένο νομικό και οικονομικό περιεχόμενο και πρέπει να αποδεικνύεται. Εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι η Ευρώπη οφείλει να ελέγχει αποτελεσματικά τέτοιες πρακτικές, αντί να αφήνει κενά που ενδέχεται να αξιοποιούνται σε βάρος των παραγωγών της.

Η τελωνειακή ένωση δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός παράκαμψης των κανόνων εμπορικής άμυνας.

Προτείνουμε συστηματικούς ελέγχους πραγματικής καταγωγής, ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας, έλεγχο της ουσιαστικής παραγωγικής μεταποίησης και ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών εμπορικής άμυνας όπου τεκμηριώνονται παραβάσεις. Θα πρέπει επίσης να εξετάσουμε το θέμα της τελωνειακής ένωσης και με κριτήρια όχι μόνο οικονομικά, αλλά και εθνικά. Η Ελλάδα οφείλει να διαφυλάξει τα εθνικά της συμφέροντα. Υπό αυτό το πρίσμα, η τελωνειακή ένωση δεν μπορεί να συνυπάρχει με την απειλή της εθνικής μας κυριαρχίας.

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στις Βρυξέλλες, σε συνεργασία με τα ευρωπαϊκά βιομηχανικά επιμελητήρια και τις παραγωγικές ενώσεις.

Δεν μπορεί να ζητάμε από την ελληνική βιομηχανία να ανταγωνιστεί διεθνώς, χωρίς να διεκδικούμε τους κανόνες που διασφαλίζουν έναν πραγματικά δίκαιο ανταγωνισμό.

 

Το ενεργειακό κόστος παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής βιομηχανίας. Ποιες παρεμβάσεις θεωρείτε αναγκαίες και τι μπορεί να γίνει μέσα από τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία;

Το ενεργειακό κόστος είναι ίσως το σημαντικότερο άμεσο ζήτημα ανταγωνιστικότητας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας.

Για επιχειρήσεις στη μεταλλουργία, στα χημικά, στα δομικά υλικά, στα πλαστικά και σε άλλους κλάδους, η ηλεκτρική ενέργεια καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το τελικό κόστος παραγωγής.

Δεν μπορούμε να συζητάμε σοβαρά για νέες βιομηχανικές επενδύσεις όταν οι επιχειρήσεις αδυνατούν να προβλέψουν το ενεργειακό τους κόστος σε βάθος χρόνου.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί μόνιμες παρεμβάσεις και όχι αποσπασματικές επιδοτήσεις.

Η πρώτη πρότασή μας είναι η δημιουργία μηχανισμού μακροχρόνιων συμβάσεων ηλεκτρικής ενέργειας, με ορίζοντα έως 15 ετών, για τη βιομηχανία.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία, συμπεριλαμβανομένων των μακροχρόνιων συμβατικών σχημάτων στη Γαλλία με την EDF, δείχνει τη σημασία της σταθερότητας και της προβλεψιμότητας. Δεν προτείνουμε την άκριτη αντιγραφή ενός ξένου μοντέλου, αλλά την προσαρμογή κατάλληλων μηχανισμών στην ελληνική ενεργειακή αγορά.

Μπορούν να αξιοποιηθούν μακροχρόνια PPAs, εγγυοδοτικά εργαλεία, μηχανισμοί επιμερισμού κινδύνου και συμβάσεις που περιορίζουν την έκθεση των επιχειρήσεων στη μεταβλητότητα των τιμών.

Η δεύτερη παρέμβαση αφορά την άμεση και στοχευμένη αξιοποίηση του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων CISAF.

Το πλαίσιο αυτό επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη στήριξη επιλέξιμων ενεργοβόρων επιχειρήσεων και επενδύσεων που συνδέονται με τη βιομηχανική μετάβαση.

Χρειάζεται, επομένως, ένα ολοκληρωμένο ελληνικό σχέδιο αξιοποίησής του, με σαφή κριτήρια, δημοσιονομικό σχεδιασμό και συγκεκριμένα ανταλλάγματα παραγωγικών επενδύσεων.

Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών, όπου επιτρέπεται από το ευρωπαϊκό πλαίσιο, καθώς και οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση των δικτύων και της πρόσβασης της βιομηχανίας σε ανταγωνιστική ηλεκτρική ενέργεια.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιδοτείται διαρκώς η κατανάλωση ενέργειας. Είναι να αποκτήσει η ελληνική παραγωγή ένα σταθερό και ανταγωνιστικό ενεργειακό περιβάλλον.

 

Πέρα από την ενέργεια, ποια συγκεκριμένα φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ελληνική βιομηχανία; Τι προτείνετε για τις μικρομεσαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις;

Η ελληνική βιομηχανία χρειάζεται μια διαφορετική φιλοσοφία επενδυτικών κινήτρων.

Σήμερα, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης περιορίζεται στο ύψος των διαθέσιμων επιδοτήσεων. Όμως, η αποτελεσματικότητα της βιομηχανικής πολιτικής δεν κρίνεται από το πόσα χρήματα ανακοινώνονται, αλλά από το πόσες παραγωγικές επενδύσεις πραγματοποιούνται και ποια προστιθέμενη αξία δημιουργούν.

Πρώτη μας προτεραιότητα είναι η καθιέρωση ενός ισχυρού και σταθερού συστήματος επιταχυνόμενων φορολογικών αποσβέσεων για νέες βιομηχανικές επενδύσεις.

Μια επιχείρηση που επενδύει σε σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό, αυτοματισμούς, ψηφιακά συστήματα ή τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας πρέπει να μπορεί να αποσβένει φορολογικά την επένδυσή της ταχύτερα, το πολύ σε τρία έτη.

Έτσι περιορίζεται το αρχικό οικονομικό βάρος και ενισχύεται η δυνατότητα επανεπένδυσης των κερδών.

Οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις δεν είναι επιδότηση χωρίς κριτήρια. Είναι φορολογικό εργαλείο που συνδέεται άμεσα με την πραγματοποίηση παραγωγικής επένδυσης.

Δεύτερη προτεραιότητα είναι η δημιουργία ενός αυτοτελούς χρηματοδοτικού μηχανισμού για τη βιομηχανική έρευνα και ανάπτυξη.

Η χώρα χρειάζεται έναν διακριτό χρηματοδοτικό «κουμπαρά» για τη βιομηχανική καινοτομία, με έμφαση στην ανάπτυξη νέων προϊόντων, στη βελτίωση παραγωγικών διαδικασιών και στην εμπορική αξιοποίηση τεχνολογιών.

Τρίτη προτεραιότητα είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση.

Οι μικρότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν συχνά δυσκολίες στην εξασφάλιση τραπεζικού δανεισμού και στην κάλυψη της ίδιας συμμετοχής που απαιτούν τα επενδυτικά προγράμματα.

Χρειαζόμαστε ειδικά εγγυοδοτικά εργαλεία, χρηματοδότηση μηχανολογικού εξοπλισμού, απλούστερες διαδικασίες και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στην αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων.

Τέταρτη προτεραιότητα είναι οι βιομηχανικές υποδομές.

Η οργανωμένη βιομηχανική εγκατάσταση πρέπει να αποτελεί πλεονέκτημα για μια επιχείρηση, όχι πρόσθετη πηγή αβεβαιότητας και ανεξέλεγκτου κόστους. Απαιτούνται διαφανείς κανόνες λειτουργίας των βιομηχανικών πάρκων, ουσιαστική συμμετοχή των εγκατεστημένων επιχειρήσεων και επενδύσεις σε σύγχρονα δίκτυα.

Τέλος, χρειάζεται κλαδική στόχευση.

Η φαρμακοβιομηχανία, τα μέταλλα, τα χημικά, τα τρόφιμα, τα δομικά υλικά, τα πλαστικά και η ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία έχουν διαφορετικές ανάγκες. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες με τα ίδια γενικά μέτρα.

Η Ελλάδα χρειάζεται λιγότερη γραφειοκρατία, μεγαλύτερη φορολογική προβλεψιμότητα και κίνητρα που ανταμείβουν την πραγματική παραγωγή.

 

Πώς συνδέεται όμως η ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης με την κοινωνική ευημερία;

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat αποτελούν μια ιδιαίτερα σοβαρή προειδοποίηση για την ελληνική οικονομία.

Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 20,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα κατέγραψε το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών, μετά τη Βουλγαρία.

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο.

Στην Ελλάδα ο συγκεκριμένος δείκτης αυξήθηκε από 26,9% το 2024 σε 27,5% το 2025. Αντίθετα, στη Βουλγαρία μειώθηκε από 30,3% σε 29%.

Η απόσταση μεταξύ των δύο χωρών περιορίστηκε αισθητά μέσα σε έναν χρόνο.

Εάν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να βρεθεί στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τον συγκεκριμένο δείκτη κοινωνικής ευημερίας, κάτω ακόμα και από την Βουλγαρία.

Αυτό δεν αποτελεί βέβαιη πρόβλεψη. Είναι όμως μια εξέλιξη που οφείλει να μας προβληματίσει βαθιά.

Δεν μπορούμε να θεωρούμε επιτυχημένο ένα αναπτυξιακό μοντέλο μόνο και μόνο επειδή αυξάνεται το ΑΕΠ, όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αποκλειστικά διανεμητικό. Είναι και παραγωγικό.

Χρειαζόμαστε μια οικονομία που δημιουργεί μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, αυξάνει την παραγωγικότητα και μπορεί να υποστηρίξει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς.

Η βιομηχανία μπορεί να συμβάλει καθοριστικά σε αυτή την προσπάθεια, γιατί δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας, στηρίζει τις εξαγωγές, ενισχύει την τεχνογνωσία και διαχέει οικονομική δραστηριότητα στην περιφέρεια.

Φυσικά, η βιομηχανική ανάπτυξη από μόνη της δεν αρκεί για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Χρειάζονται αποτελεσματικές κοινωνικές πολιτικές, εκπαίδευση, στέγαση και δίκαιη συμμετοχή των εργαζομένων στα οφέλη της παραγωγικότητας.

Όμως, χωρίς ισχυρότερη παραγωγική βάση, οι δυνατότητες μιας χώρας να χρηματοδοτεί διατηρήσιμη κοινωνική ευημερία παραμένουν περιορισμένες.

Για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, η παραγωγική ανασυγκρότηση με επίκεντρο τη βιομηχανία αποτελεί στρατηγική επιλογή.

Η χώρα χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο δεκαετίας, με μετρήσιμους στόχους για την αύξηση της μεταποιητικής παραγωγής, των επενδύσεων, των εξαγωγών και της παραγωγικότητας.

Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Είναι να μετατρέψει την ανάπτυξη σε περισσότερη παραγωγή, καλύτερους μισθούς και μεγαλύτερη ευημερία για την κοινωνία.

Διαβάστε επίσης:

Πειραιώς: Placement 25 εκατ. μετοχών μέσω JP Morgan – Πωλητής ο Τζον Πόλσον

Παύλος Μυλωνάς: Ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων εξαγορών από την Εθνική με κεφάλαια 2 δισ. ευρώ

J.P. Morgan για MSCI Ελλάδας: Οι 27 μετοχές της αναβάθμισης, οι εισροές στις τράπεζες και οι τρεις μεγάλες εκροές