Πριν λίγους μήνες έμοιαζαν φιλόδοξες. Σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, δείχνουν ήδη «παλιές». Οι τιμές-στόχοι που είχαν θέσει ξένοι οίκοι και εγχώριες χρηματιστηριακές για τις ελληνικές μετοχές είτε έχουν κατακτηθεί είτε βρίσκονται μια ανάσα από το να ξεπεραστούν, καθώς το χρηματιστηριακό ράλι του Ιανουαρίου ανέτρεψε ισορροπίες και προβλέψεις.

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η πρόθεση της MSCI να επαναφέρει το Χρηματιστήριο Αθηνών στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών τον ερχόμενο Αύγουστο, ο Γενικός Δείκτης «πάτησε γκάζι». Σε διάστημα λίγων συνεδριάσεων κατέγραψε νέα υψηλά 16ετίας, αγγίζοντας ακόμη και τις 2.360 μονάδες, με την αγορά να μπαίνει σε σαφή τροχιά επανατιμολόγησης.

1

Οι πρώτοι που έσπευσαν να αναθεωρήσουν ήταν οι αναλυτές των τραπεζών. Η Goldman Sachs, μετά τη διάσπαση των 4 ευρώ από τη Eurobank, ανέβασε την τιμή-στόχο στα 5,64 ευρώ από 4,86. Η Εθνική Χρηματιστηριακή, βλέποντας την Πειραιώς να ξεφεύγει από τη ζώνη των 8–8,50 ευρώ, τοποθέτησε τον πήχη στα 9,90 ευρώ. Αντίστοιχα, η Πειραιώς Χρηματιστηριακή αναθεώρησε προς τα 5,50 ευρώ την αποτίμηση της Alpha Bank μετά τη διάσπαση των 4 ευρώ.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις τράπεζες. Στη ΔΕΗ, η κίνηση πάνω από τα 19 ευρώ έφερε νέα τιμή-στόχο στα 23,80 ευρώ, ενώ για τον Τιτάν η αναφορά μετακινήθηκε στα 65 ευρώ, μετά τη διάσπαση των 58 ευρώ – επίπεδο που, αν συνυπολογιστούν τα μερίσματα των 3 ευρώ για το 2025, ανεβάζει την πραγματική αποτίμηση πάνω από τα 61 ευρώ. Η Ιντραλότ κινείται ήδη στο 1,03 ευρώ, υπερβαίνοντας την τιμή-στόχο του 1,02 ευρώ που είχε δώσει η Deutsche Bank, ενώ στην ΑΒΑΞ η Optima είχε θέσει τα 3,81 ευρώ, με τη μετοχή να «βλέπει» ακόμη και πάνω από τα 3,50.

Ανάλογη εικόνα και στη Motor Oil: Optima Bank, Pantelakis Securities, Πειραιώς Χρηματιστηριακή και Εθνική αναθεώρησαν τις εκτιμήσεις τους στην περιοχή των 40–41 ευρώ, αφότου η μετοχή πέρασε τα 30. Στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, το σήμα δόθηκε από τη Santander, τη δεύτερη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή τράπεζα, με τιμή-στόχο τα 49 ευρώ. Η μετοχή κινείται πλέον πάνω από τα 33 ευρώ, με τις ελληνικές χρηματιστηριακές να ακολουθούν με αναθεωρήσεις κοντά στα 40 ευρώ.

Ο παλμός στο ταμπλό παραμένει ισχυρός. Παρά το θολό διεθνές περιβάλλον, ολοένα και περισσότεροι στην αγορά εκτιμούν ότι το 2026 μπορεί να αποτελέσει ακόμη μία ανοδική χρονιά για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Οι συναλλαγές διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, τα ξένα κεφάλαια συνεχίζουν να τοποθετούνται σε ελληνικούς τίτλους, οι ενεργοί Έλληνες επενδυτές αυξάνονται και το ράλι, που ξεκίνησε από τις τράπεζες και τα blue chips, έχει πλέον διαχυθεί στη συντριπτική πλειονότητα των εισηγμένων.

Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση της MSCI να ανοίξει δημόσια διαβούλευση για την αναβάθμιση του ΧΑ σε ανεπτυγμένη αγορά λειτούργησε ως καταλύτης. Παράγοντες της αγοράς εντοπίζουν τέσσερις βασικούς λόγους που διατηρούν το κλίμα «ζεστό», παρά το profit taking που βγήκε στις συνεδριάσεις της περασμένης Πέμπτης και Παρασκευής. Είναι προφανές, σύμφωνα με τους χρηματιστές ότι η άνοδος της αγοράς δεν μπορεί να γίνει μονορούφι, καθώς οι αποτιμήσεις ήδη έχουν ξεφύγει και σε κάποιες τραπεζικές μετοχές το p/e κινείται περί το 15. Σε κάθε περίπτωση το κλίμα μπορεί να παραμείνει θερμό για τους ακόλουθους παράγοντες:

Πρώτον, τα φιλόδοξα επιχειρηματικά σχέδια που παρουσιάζουν αρκετές εισηγμένες και οι προσδοκίες για ανοδικές αναθεωρήσεις παλαιότερων business plans. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι συστημικές τράπεζες, η ΔΕΗ, ο Τιτάν, η ΑΒΑΞ, η Profile και εταιρείες με σαφές επενδυτικό αφήγημα.

Δεύτερον, η συμπεριφορά των ιδιωτών επενδυτών. Σε ανοδικές αγορές, η αναζήτηση τίτλων που «έχουν μείνει πίσω» είναι σχεδόν κανόνας. Το θετικό στοιχείο είναι ότι οι επιλογές γίνονται πλέον πιο στοχευμένα, σε εταιρείες με κάποιο αναπτυξιακό ή θετικό αφήγημα – το οποίο, όπως πάντα, θα κριθεί εκ των υστέρων.

Ενδεικτικές περιπτώσεις είναι η Lavipharm, με προσδοκίες βελτίωσης μεγεθών και νέων κινήσεων, η ΕΚΤΕΡ λόγω της μετάταξής της σε ανώτερη κατασκευαστική τάξη, η Mevaco με παρουσία στον χώρο των αμυντικών εξοπλισμών, η Ίλυδα λόγω της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και η Foodlink ενόψει της σχεδιαζόμενης μετάταξής της στην Κύρια Αγορά μέσα στη χρονιά που διανύουμε.

Βεβαίως, ο κίνδυνος υπερεκτίμησης ή υπερβολικής ανόδου παραμένει. Την αναζήτηση «καθυστερημένων» τίτλων τροφοδοτεί και η αυξημένη ρευστότητα από ρευστοποιήσεις κερδών, σε μια περίοδο όπου τα επιτόκια και οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν χαμηλά. Σημαντικό μέρος αυτών των κεφαλαίων επιστρέφει στο ταμπλό μέσω νέων τοποθετήσεων.

Τρίτος παράγοντας είναι οι καθαρές εισροές στα Μετοχικά Αμοιβαία Κεφάλαια Ελλάδας, που το 2025 έφθασαν τα 236 εκατ. ευρώ. Οι διαχειριστές, έχοντας ήδη αποκομίσει υπεραξίες στα «βαριά χαρτιά», στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε μετοχές μικρότερης κεφαλαιοποίησης, και

Τέταρτος, αλλά λιγότερο προφανής, είναι η συγκριτικά θετική ειδησεογραφία για την Ελλάδα. Η χώρα βρίσκεται εκτός του κάδρου δημοσιονομικών ανησυχιών, αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενισχύει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, ενώ η ΕΧΑΕ έχει ενταχθεί στο άρμα του Euronext και το ΧΑ βαδίζει προς την αναβάθμιση στις ανεπτυγμένες αγορές. Ως προς το τελευταίο δεν θα πρέπει να αγνοηθεί η αναβάθμιση σε ώριμη αγορά από τον STOXX τον Απρίλιο.

Διαβάστε επίσης:

ExxonMobil: Κέρδη άνω των εκτιμήσεων παρά τις χαμηλότερες τιμές αργού

ΑΑΔΕ: Νωρίτερα φέτος οι αιτήσεις αναγνώρισης ανωτέρας βίας για τις αποζημιώσεις κτηνοτρόφων

Χρίστος Δήμας: Υπογραφή συμφωνίας για την προμήθεια εξοπλισμού αεροναυτιλίας στο νέο αεροδρόμιο Ηρακλείου στο Καστέλλι