Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Στην επιβεβαίωση της αξιολόγησης ΒΒΒ για την Ελλάδα, διατηρώντας «σταθερές» τις προοπτικές, προχώρησε το βράδυ της Παρασκευής ο οίκος αξιολόγησης Fitch.

Ειδικότερα o οίκος αναφέρει:

1

«Η Fitch Ratings επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας εκδότη (IDR) της Ελλάδας στο «BBB», με σταθερές προοπτικές. Ο πλήρης κατάλογος των ενεργειών αξιολόγησης παρατίθεται στο τέλος της παρούσας ανακοίνωσης.

Οι αξιολογήσεις της Ελλάδας στηρίζονται στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στους δείκτες διακυβέρνησης που υπερβαίνουν τη διάμεσο των χωρών της κατηγορίας «BBB», καθώς και σε ένα αξιόπιστο πλαίσιο άσκησης πολιτικής, το οποίο εδράζεται στη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη.

Οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, η συνετή πολιτική και η ανθεκτική ανάπτυξη έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη και έχουν επιταχύνει τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζονται από αδυναμίες που κληροδότησε η κρίση, κυρίως το ακόμη εξαιρετικά υψηλό —αν και ταχέως μειούμενο— δημόσιο χρέος, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη.»

Όπως αναφέρει, παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε αρνητική ενέργεια αξιολόγησης ή υποβάθμιση θα ήταν οι εξής:

–Δημόσια οικονομικά: Αδυναμία διατήρησης του λόγου χρέους γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά, για παράδειγμα λόγω διαρθρωτικής δημοσιονομικής χαλάρωσης ή υλοποίησης σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων.

-Μακροοικονομία / Εξωτερικός τομέας: Ένας δυσμενής κλυδωνισμός που θα επηρέαζε το μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό της Ελλάδας ή θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες.

Αντίθετα, παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε θετική ενέργεια αξιολόγησης ή αναβάθμιση θα ήταν οι εξής:

-Δημόσια οικονομικά: Ενίσχυση της βεβαιότητας για περαιτέρω απότομη μείωση του λόγου χρέους γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, χάρη σε σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και στη διατήρηση ανθεκτικής ανάπτυξης.

-Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Βελτίωση των διαρθρωτικών θεμελιωδών μεγεθών που στηρίζουν την πιστοληπτική ικανότητα, για παράδειγμα μέσω αύξησης της παραγωγικής δυναμικότητας και καλύτερων επιδόσεων στην αγορά εργασίας.

Βασικά στοιχεία

Αναλυτικότερα, ο οίκος Fitch αναφέρει για την Ελληνική οικονομία:

Ταχεία μείωση του χρέους: «Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει βασικός περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση, ωστόσο η ταχεία αποκλιμάκωσή του συνεχίζει να ενισχύει τη βιωσιμότητά του και να στηρίζει την αξιολόγηση «BBB». Το χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπουμε περαιτέρω μείωσή του στο 124,6% το 2028, χάρη στα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης και την ενεργή διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων. Παρότι θα παραμείνει πολύ υψηλότερο από τη διάμεσο του 56,9% του ΑΕΠ για τις χώρες της κατηγορίας «BBB», βάσει των προβλέψεών μας η Ελλάδα θα πάψει έως το τέλος του 2026 να έχει τον υψηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ στην ευρωζώνη, υποχωρώντας κάτω από την Ιταλία.»

Χαμηλοί χρηματοδοτικοί κίνδυνοι: «Η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και το προφίλ ρευστότητας της Ελλάδας μετριάζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το ακόμη πολύ υψηλό ύψος του. Η χώρα επωφελείται από την πολύ μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, στα 19 έτη, το υψηλό ποσοστό χρέους με ευνοϊκούς όρους και σταθερό επιτόκιο, καθώς και από ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026. Το μέσο επιτόκιο επί του υφιστάμενου χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, έναντι αναμενόμενης ονομαστικής ανάπτυξης γύρω στο 4%. Αυτό αντανακλά την περιορισμένη μετακύλιση των επιτοκίων της αγοράς στο κόστος εξυπηρέτησης, μεταξύ άλλων και για μέρος του χρέους προς επίσημους πιστωτές, για το οποίο έχει αντισταθμιστεί ο επιτοκιακός κίνδυνος. Τα χαρακτηριστικά αυτά περιορίζουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, στηρίζουν την πρόσβαση στις αγορές και προσφέρουν ανθεκτικότητα απέναντι στη μεταβλητότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.»

Σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα: «Η αξιολόγηση της Ελλάδας στηρίζεται στις εξαιρετικά ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ίδιας κατηγορίας. Προβλέπουμε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,6% του ΑΕΠ το 2026, έναντι προβλεπόμενου διάμεσου ελλείμματος 3,1% για τις χώρες που αξιολογούνται σήμερα με «BBB», καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%. Στην πρόβλεψη έχουν ήδη ενσωματωθεί τα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ύψους περίπου 0,8% του ΑΕΠ, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως φορολογικές μειώσεις και στοχευμένες δαπάνες, μαζί με την προσωρινή ενεργειακή στήριξη και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Η αύξηση των εσόδων εξακολουθεί να υπερβαίνει εκείνη των δαπανών, χάρη στις ισχυρές φορολογικές εισπράξεις, τις ασφαλιστικές εισφορές και τη βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση.»

Σταθερά ερείσματα συνετής πολιτικής: «Η δέσμευση της Ελλάδας για υγιή δημόσια οικονομικά έχει εξελιχθεί σε πιο διατηρήσιμο πλεονέκτημα για την αξιολόγησή της. Οι επιδόσεις μετά την πανδημία καταδεικνύουν ένα ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης, με ευρεία πολιτική και κοινωνική στήριξη της συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής. Η στάση αυτή ενισχύεται από θεσμικά ερείσματα, μεταξύ των οποίων ο εγχώριος δημοσιονομικός κανόνας του 2025 που απαιτεί πρωτογενές πλεόνασμα και το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ. Αυτά στηρίζουν την αξιοπιστία της πολιτικής και την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη. Θεωρούμε τη χαλαρότερη δημοσιονομική στάση του προϋπολογισμού του 2027 ως μετριασμό της υπεραπόδοσης και όχι ως αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.»

Ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις: «Οι μακροοικονομικές επιδόσεις παρέμειναν ανθεκτικές, παρά το ασθενέστερο εξωτερικό περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα. Προβλέπουμε μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2,0% την περίοδο 2026-2028, που συνεπάγεται συνέχιση των καλύτερων επιδόσεων έναντι του μέσου όρου της ευρωζώνης. Βασικός μοχλός είναι η εγχώρια ζήτηση, ιδίως οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση. Τα έργα που συνδέονται με το Next Generation EU, οι δημόσιες επενδύσεις και η επακόλουθη χρηματοδότηση από την ΕΕ αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη. Ωστόσο, παραμένουν κίνδυνοι δυσμενέστερης εξέλιξης, κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον και από εγχώριες δυσκολίες υλοποίησης, δεδομένου του μεγάλου βάρους των επενδύσεων στο βασικό μας σενάριο.»

Παραμένουν οι διαρθρωτικές αδυναμίες του παρελθόντος: «Η βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών της Ελλάδας αντισταθμίζεται από επίμονους διαρθρωτικούς περιορισμούς. Οι αυξημένες επενδύσεις συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση του κεφαλαιακού αποθέματος έπειτα από μακρά περίοδο υποεπένδυσης και στηρίζουν τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση, ωστόσο η οικονομία εξακολουθεί να φέρει σημαντικά σημάδια από την κρίση χρέους. Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει αισθητά χαμηλότερο από το προ κρίσης υψηλό του και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ. Η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί ουσιαστικά, με την ανεργία να συνεχίζει να μειώνεται, όμως οι ελλείψεις δεξιοτήτων και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια υποδηλώνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στην παραγωγική δυναμικότητα.»

Αδύναμη εξωτερική θέση: «Η συμμετοχή στην ευρωζώνη μετριάζει τους κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης, ωστόσο η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει βασική αδυναμία για την αξιολόγησή της. Προβλέπουμε έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 6,5% του ΑΕΠ το 2026, με μόνο σταδιακή αποκλιμάκωση μεσοπρόθεσμα. Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα αντανακλούν τη διαρθρωτικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, ενώ οι επενδύσεις με υψηλό εισαγωγικό περιεχόμενο αναμένεται να διατηρήσουν τις πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο. Οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι εισροές που συνδέονται με την ΕΕ και οι άμεσες ξένες επενδύσεις στηρίζουν τη χρηματοδότηση, αλλά δύσκολα θα βελτιώσουν ουσιαστικά τους δείκτες του εξωτερικού τομέα. Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση αφήνει επίσης την Ελλάδα εκτεθειμένη σε εισαγόμενες διαταραχές τιμών, συμβάλλοντας σε πληθωρισμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης το 2026.»

Ενισχυμένος τραπεζικός τομέας: «Κατά την εκτίμησή μας, οι κίνδυνοι που ενέχουν οι τράπεζες για το Δημόσιο παραμένουν περιορισμένοι, καθώς ο κλάδος είναι ουσιαστικά ισχυρότερος και πιο ανθεκτικός σε σχέση με το παρελθόν. Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένουν ικανοποιητικές, περιορίζοντας την πιθανότητα να χρειαστεί κρατική στήριξη. Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επιδεινωθεί μόνο ελαφρώς λόγω της αναδιάρθρωσης παλαιών ανοιγμάτων λιανικής, ενώ οι τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρή χρηματοδοτική βάση και πρόσβαση στις αγορές. Το μακροπροληπτικό πλαίσιο και τα μέτρα που αφορούν τους δανειολήπτες συμβάλλουν επίσης στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων. Παραμένουν, ωστόσο, διαρθρωτικές ευπάθειες, μεταξύ των οποίων η ακόμη σημαντική εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις και η έκθεση σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς ή σε ανατιμολογήσεις στις αγορές.»

Διαβάστε επίσης

Coca-Cola HBC: Eurobank και Citi αποτιμούν τον ρωσικό κίνδυνο – Τα σενάρια για τη μετοχή

Χρηματιστήριο: Το σενάριο των 2.450 μονάδες και γιατί τα blue chips βρίσκονται ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα μέχρι 11 Νοεμβρίου

Relevent: Η εταιρεία του billionaire Στίβεν Ρος, τα δικαιώματα του Champions League και το ελληνικό deal των 300 εκατ. ευρώ