Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Το γεγονός ότι ο τραπεζικός δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών κινείται πλέον σε υψηλά 11 ετών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές έχουν γίνει ακριβές.

Παρά το εντυπωσιακό re-rating των τελευταίων μηνών, η αγορά εξακολουθεί να εντοπίζει ένα valuation gap έναντι σημαντικού μέρους του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου.

1

Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που εξηγεί καλύτερα γιατί οι αγοραστές επιμένουν ακόμη και στα σημερινά επίπεδα.

Με βάση πρόσφατη συγκριτική αποτίμηση της Beta Securities, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαπραγματεύονταν με μέσο σταθμισμένο P/E περίπου 10,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2026, έναντι 12,5 φορών για τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Πρόκειται για discount της τάξης του 13%.

Η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η σύγκριση μεταφέρεται από τα κέρδη στη λογιστική αξία.

Σε όρους P/TBV, δηλαδή τιμής προς ενσώματη λογιστική αξία, οι ελληνικές τράπεζες αποτιμώνταν περίπου στις 1,5 φορές, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος βρισκόταν στις 2,3 φορές.

Η έκπτωση σε αυτή την περίπτωση έφθανε περίπου στο 33%.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα ανά τράπεζα.

Η Alpha Bank εμφάνιζε το μεγαλύτερο discount, περίπου 46% σε όρους P/TBV, με πολλαπλασιαστή 1,2 φορές.

Η Πειραιώς βρισκόταν περίπου στις 1,5 φορές, με discount 33%, η Eurobank στις 1,6 φορές με έκπτωση 29% και η Εθνική στις 1,7 φορές, περίπου 28% χαμηλότερα από το ευρωπαϊκό benchmark.

Σε επίπεδο κερδών, η Eurobank εμφάνιζε discount περίπου 17%, η Πειραιώς 16% και η Alpha Bank 14%, ενώ μικρότερη ήταν η απόσταση της Εθνικής, περίπου 6%.

Άρα, η αγορά δεν αγοράζει απλώς το momentum των τραπεζικών μετοχών.

Αγοράζει και την προσδοκία ότι ένα μέρος αυτής της διαφοράς αποτίμησης με την Ευρώπη μπορεί να κλείσει.

Και αυτό ακριβώς είναι το λεγόμενο convergence trade: όσο οι ελληνικές τράπεζες πλησιάζουν τις ευρωπαϊκές σε ποιότητα ισολογισμού, κερδοφορία, κεφαλαιακή επάρκεια και διανομές προς τους μετόχους, τόσο δυσκολότερα δικαιολογείται ένα μεγάλο discount στις αποτιμήσεις τους.

Το discount δεν συνοδεύεται πλέον από το ρίσκο του παρελθόντος

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.

Οι ελληνικές τράπεζες ήταν φθηνές και στο παρελθόν, αλλά τότε το discount είχε σαφή αιτία, τεράστιο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, αδύναμη κεφαλαιακή βάση, χαμηλή οργανική κερδοφορία και αυξημένο country risk.

Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική.

Η JPMorgan βλέπει ακόμη περιθώριο σύγκλισης

Ενδεικτική είναι και η τελευταία προσέγγιση της JP Morgan.

Παρά το ράλι που έχει προηγηθεί, ο αμερικανικός οίκος εξακολουθεί να υπολογίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με discount περίπου 10% έναντι περισσότερο συγκρίσιμων τραπεζών της Νότιας Ευρώπης και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Για το 2028, η JP Morgan τοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες περίπου στις 9 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη και στις 1,4 φορές το P/TBV.

Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι ότι προβλέπει αύξηση κερδών ανά μετοχή περίπου 12%, όταν για τις συγκρίσιμες τράπεζες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης η αντίστοιχη πρόβλεψη βρίσκεται περίπου στο 8%.

Με άλλα λόγια, οι ελληνικές τράπεζες δεν εμφανίζουν απλώς χαμηλότερους πολλαπλασιαστές.

Σε ορισμένες συγκρίσεις συνδυάζουν το valuation discount με υψηλότερη αναμενόμενη ανάπτυξη κερδών.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο εστιάζουν πλέον τα ξένα χαρτοφυλάκια.

Γιατί Alpha και Πειραιώς βρίσκονται στο επίκεντρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν Alpha Bank και Πειραιώς, καθώς η άνοδός τους σε πολυετή υψηλά συνοδεύεται από το επιχείρημα ότι εξακολουθούν να διαθέτουν περιθώριο περαιτέρω επανατιμολόγησης.

Η Alpha έχει εμφανίσει ένα από τα μεγαλύτερα discounts του κλάδου σε όρους ενσώματης λογιστικής αξίας.

Αυτό σημαίνει ότι η αγορά μπορεί να συνεχίσει να επανατιμολογεί τη μετοχή εφόσον η τράπεζα αποδείξει ότι μπορεί να αυξήσει σταθερά την απόδοση των κεφαλαίων της και να περιορίσει την απόσταση που τη χωρίζει από τις πιο κερδοφόρες τράπεζες του κλάδου.

Στην Πειραιώς η εξίσωση είναι διαφορετική.

Η τράπεζα εμφανίζει υψηλότερη αποδοτικότητα κεφαλαίων, ενώ οι προσδοκίες για την πορεία της κερδοφορίας παραμένουν ισχυρές.

Η JP Morgan συγκαταλέγει μάλιστα την Πειραιώς, μαζί με τη Eurobank, στις προτιμώμενες επιλογές της μεταξύ των ελληνικών τραπεζών.

Από το recovery story στο rerating story

Αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα και το νέο υψηλό 11 ετών του τραπεζικού δείκτη.

Το μεγάλο τραπεζικό trade της προηγούμενης περιόδου βασίστηκε στην εξυγίανση: μείωση των κόκκινων δανείων, επιστροφή στην κερδοφορία, αποκατάσταση των κεφαλαίων και επιστροφή των μερισμάτων.

Το επόμενο στοίχημα είναι διαφορετικό.

Είναι εάν οι ελληνικές τράπεζες δικαιούνται πλέον αποτιμήσεις πιο κοντά στις ευρωπαϊκές.

Αν η κερδοφορία παραμείνει ισχυρή, η πιστωτική επέκταση συνεχιστεί και οι διανομές κεφαλαίου αυξηθούν, τότε το discount μπορεί να περιοριστεί περαιτέρω.

Και σε αυτή την περίπτωση η άνοδος των μετοχών δεν θα χρειάζεται να προέλθει αποκλειστικά από αύξηση των κερδών, αλλά και από υψηλότερους πολλαπλασιαστές αποτίμησης.

Αυτό είναι το rerating.

Βεβαίως, το επιχείρημα χρειάζεται πλέον περισσότερη προσοχή.

Δεν συμφωνούν όλες οι μετρήσεις ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι φθηνές σε κάθε δείκτη και απέναντι σε κάθε ευρωπαϊκή τράπεζα.

Υπάρχουν συγκρίσεις στις οποίες το discount έχει σχεδόν εξαφανιστεί, ιδιαίτερα μετά το μεγάλο ράλι των τελευταίων ετών.

Γι’ αυτό και η σωστότερη ανάγνωση δεν είναι ότι «οι ελληνικές τράπεζες είναι φθηνές» χωρίς αστερίσκους.

Είναι ότι, παρά το μεγάλο rerating και τα πολυετή υψηλά, σε αρκετούς βασικούς δείκτες και απέναντι σε κατάλληλες ομάδες ευρωπαϊκών peers εξακολουθούν να εμφανίζουν discount, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν υψηλή κερδοφορία και ισχυρούς ρυθμούς αύξησης κερδών.

Και αυτό ακριβώς είναι που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον των επενδυτών ακόμη και με τον τραπεζικό δείκτη σε υψηλό 11 ετών.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη Eurobank, η οποία ήταν από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της ημέρας.

Η μετοχή ενισχύθηκε κατά 2,67%, καταγράφοντας νέα πολυετή υψηλά, με το ενδιαφέρον να αποτυπώνεται κυρίως στη συναλλακτική δραστηριότητα: περίπου 21 εκατ. μετοχές άλλαξαν χέρια, στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς δείχνει ότι η άνοδος συνοδεύεται από σημαντικές τοποθετήσεις και όχι από έναν «ρηχό» τζίρο.

Η Eurobank έχει εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά οχήματα μέσω των οποίων τα ξένα χαρτοφυλάκια αποκτούν έκθεση στο ελληνικό τραπεζικό story.

Η ισχυρή κερδοφορία, η γεωγραφική διαφοροποίηση του ομίλου και η δυνατότητα υψηλότερων διανομών προς τους μετόχους αποτελούν βασικούς πυλώνες της επενδυτικής περίπτωσης.

Διαβάστε επίσης

Επ. Κεφαλαιαγοράς: Πράσινο φως στην επέκταση της άδειας λειτουργίας της Alpha Asset Management

Wells Fargo: Ισχυρότερο δολάριο έως το 2027 – Στα 1,10–1,14 δολάρια η πρόβλεψη για το ευρώ

UBS: Η Motor Oil στους κερδισμένους του ράλι στα διυλιστήρια