Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Την ώρα που η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα με τις αποθήκες φυσικού αερίου σημαντικά χαμηλότερα από τα προηγούμενα χρόνια, αντιπαρατίθεται για το πόσο πρέπει να μειώσει τη ζήτηση και εξακολουθεί να αναζητεί κοινή γραμμή απέναντι στις νέες υποχρεώσεις για το μεθάνιο, η Κίνα κινείται με εντελώς διαφορετική λογική: κλειδώνει από τώρα αμερικανικό LNG για τις επόμενες δεκαετίες.

Πίσω από αυτή τη στρατηγική βρίσκεται ένας οικονομικός ρεαλισμός: Η Κίνα αναγνωρίζει ότι το φυσικό αέριο θα συνεχίσει να κυριαρχεί διεθνώς τις επόμενες δεκαετίες, και καθώς η Ευρώπη δεν το πιστεύει τόσο, ώστε να δεσμευτεί σε μακροχρόνια συμβόλαια, θα αναγκάζεται να αγοράζει ποσότητες από τη spot αγορά σε πολύ ακριβότερες τιμές, δημιουργώντας κέρδη για τους κινέζους traders.

1

Αυτό φαίνεται και από όσα είπε   χθες ο Επίτροπος Γιόρκενσεν. Τόνισε ότι η πρόσθετη επιβάρυνση της Ευρώπης με το υψηλό κόστος αερίου υπολογίζεται σε 100 δις επιπλέον και οφείλεται στην εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα καύσιμα και τις μεταβολές στις διεθνείς τιμές.

Το μήνυμά του ήταν ότι η Ευρώπη πρέπει να επιταχύνει την αντικατάσταση των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων με εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή από καθαρές πηγές, όχι μόνο για περιβαλλοντικούς λόγους αλλά και για να περιορίσει την έκθεσή της στη διεθνή αγορά. Πώς όμως θα επενδύει στον ακριβό εξηλεκτρισμο αφού πετάει από το παράθυρο τεράστια ποσά αγοράζοντας στη spot αγορά ακριβό αέριο;

Και την ώρα   που η Ευρώπη…εύχεται να εξηλεκτριστεί, η Κίνα κλείνει μακροπρόθεσμες συμφωνίες με αμερικάνικες εταιρείες για να πουλάει στην Ευρώπη αέριο ακριβά. Και την ίδια στιγμή με τα κέρδη από το αέριο θα εξηλεκτριστεί ….πιο γρήγορα από την Ευρώπη.

Ο IEA εκτιμά μάλιστα ότι έως το 2030 η Κίνα θα προσθέσει περίπου 2.600 TWh ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας δηλαδή περίπου ίση με τη σημερινή συνολική κατανάλωση ηλεκτρισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Venture Global

Οι κινεζικές εταιρείες  βλέπουν το αμερικανικό LNG ως μακροπρόθεσμη επιλογή και επενδυτική ευκαιρία.

Αγοράζοντας το  δικαίωμα πρόσβασης σε μελλοντικές ποσότητες, δημιουργούν ένα χαρτοφυλάκιο που τους επιτρέπει  όχι μόνο να καλύπτουν την εγχώρια ζήτηση στο μέλλον αλλά να μεταπωλούν φορτία όπου οι τιμές είναι υψηλότερες.

Αντίθετα η Ευρώπη εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζει το LNG ως την ευέλικτη πηγή που θα καλύψει το κενό όταν χρειαστεί, ποντάροντας παράλληλα στη μειωμένη κατανάλωση και σε έναν διαχειρίσιμο χειμώνα.

Την ίδια στιγμή η Κίνα, χρησιμοποιεί τις σημερινές συνθήκες για να εξασφαλίσει μακροχρόνια δικαιώματα σε αμερικανικές ποσότητες και  δεν αγοράζει πλέον LNG μόνο ως καταναλωτής. Μετατρέπεται σταδιακά και σε παγκόσμιο trader.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρθε στις 14 Σεπτεμβρίου.

Η αμερικανική Venture Global (με την οποία συνεργάζεται και η κοινοπραξία ATLANTIC – SEE LNG TRADE των ελληνικών ομίλων AKTOR και ΔΕΠΑ)  και η China Gas Holdings υπέγραψαν νέα 20ετή συμφωνία για την προμήθεια 500.000 τόνων LNG ετησίως, με έναρξη παραδόσεων το 2030. Με τη νέα σύμβαση, οι συνολικές μακροχρόνιες δεσμεύσεις της China Gas προς τη Venture Global ανεβαίνουν πλέον στα 2,5 εκατ. τόνους ετησίως, επίσης μέσω συμβάσεων διάρκειας 20 ετών.

Το μήνυμα έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή η Κίνα δεν αγοράζει σήμερα σημαντικές ποσότητες αμερικανικού LNG στην spot αγορά. Οι άμεσες κινεζικές εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ είχαν ουσιαστικά ανασταλεί από τον Μάρτιο του 2025, μετά τους δασμούς που είχε επιβάλει το Πεκίνο στα αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα.

Μάχη για τα φορτία το χειμώνα

Η παγκόσμια αγορά LNG δεν λειτουργεί με βάση τις ανάγκες της Ευρώπης. Τα ευέλικτα φορτία πηγαίνουν εκεί όπου υπάρχουν οι υψηλότερες τιμές και η μεγαλύτερη προθυμία πληρωμής. Και η Ασία επιστρέφει δυναμικά στον ανταγωνισμό.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου οι ασιατικές spot τιμές LNG είχαν πλησιάσει τα 90 ευρώ/MWH ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές κινούνταν επίσης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, αγοραστές στην Ασία, συμπεριλαμβανομένων χωρών που σε προηγούμενες φάσεις της κρίσης είχαν εκτοπιστεί από την αγορά λόγω των υψηλών τιμών, εμφανίζονται περισσότερο αποφασισμένοι να εξασφαλίσουν φορτία.

Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Αν οι συνθήκες προσφοράς επιδεινωθούν, θα πρέπει να ανταγωνιστεί ταυτόχρονα την Ινδία, το Πακιστάν και άλλες αγορές που χρειάζονται LNG για να περιορίσουν τη χρήση άνθρακα ή τις διακοπές ηλεκτροδότησης.

H Κίνα λειτουργώντας με εμπορική προνοητικότητα βλέπει να ανεβαίνει η παγκόσμια ζήτηση για φορτία είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στη ζήτηση που θα δημιουργεί και να κερδίσει από αυτή. Αντίθετα η Ευρώπη λειτουργεί με άξονα το wishful thinking , πιστεύει ότι ο χειμώνας θα είναι ήπιος και η γεωπολιτική κρίση θα τελειώσει.

Οι Financial Times έγραφαν μόλις πριν από δύο ημέρες ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε νέο «tug of war» με την Ασία για τα LNG φορτία, καθώς όχι μόνο η Κίνα, η Ιαπωνία και η Κορέα αλλά και αναδυόμενες ασιατικές οικονομίες επιστρέφουν στην αγορά και είναι περισσότερο διατεθειμένες να πληρώσουν για να εξασφαλίσουν φορτία.

Αυτή η μάχη που ξεκινάει αυτό το χειμώνα, με κίνδυνο να ανέβουν οι τιμές και το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη, θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια,  αφού η Ευρώπη, αρνείται να δεσμευτεί στο φυσικό αέριο.

Η πραγματική σύγκρουση Ευρώπης-Κίνας  θα εξελιχθεί στο ποιος θα ελέγχει τα συμβόλαια των φορτίων της επόμενης δεκαετίας.

Και η Κίνα έχει ήδη αγοράσει όχι μόνο αέριο, αλλά και τη δυνατότητα να αποφασίζει αργότερα πού θα το πουλήσει.

Η Κίνα ετοιμάζεται να πουλήσει ακριβά στην Ευρώπη

Την ώρα που η Κίνα βλέπει τα μακροχρόνια συμβόλαια LNG ως εργαλείο ευελιξίας με δυνατότητα αποδόσεων, για την Ευρώπη  είναι δέσμευση, βάρος, εξάρτηση και εμπόδιο στον εξηλεκτρισμό της.

Στην Ευρώπη,   ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αρκετές επιχειρήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στα συμβόλαια 15 ή 20 ετών είναι ακριβώς ο φόβος ότι μετά το 2035 θα έχουν μείνει με ποσότητες που δεν θα χρειάζονται λόγω της ενεργειακής μετάβασης.

Όμως η κινεζική στρατηγική δε βασίζεται στην εκτίμηση των αναγκών της Κίνας, και  ένα μακροπρόθεσμο συμβόλαιο δεν είναι κατ’ ανάγκην ισοδύναμο με φυσική κατανάλωση του LNG   για 20 χρόνια. Εφόσον οι όροι του συμβολαίου επιτρέπουν ευελιξία κατεύθυνσης του φορτίου μπορούν να το μεταπωλήσουν σε όποια αγορά δίνει τα περισσότερα.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της IEEFA,  που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες, οι κινεζικές εταιρείες μεταπώλησαν το 2025 περί τους 17-19 εκατ. τόνους LNG, καθώς η εγχώρια κατανάλωση δεν ακολούθησε τον ίδιο ρυθμό με την αύξηση των συμβολαιοποιημένων ποσοτήτων.

Η IEEFA εκτιμά επίσης ότι κινεζικές εταιρείες αποκόμισαν περίπου 4,6 δισ. δολάρια από μεταπωλήσεις LNG αμερικανικής και αυστραλιανής προέλευσης μεταξύ του 2021 και του πρώτου εξαμήνου του 2026.

Το συνολικό χαρτοφυλάκιο συμβολαίων LNG της Κίνας αναμένεται, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, να φθάσει τους 114 εκατ. τόνους ετησίως το 2028. Εάν η κινεζική ζήτηση δεν αυξηθεί αντίστοιχα, ένα μέρος αυτών των ποσοτήτων θα μπορεί να επιστρέφει στη διεθνή αγορά.

Με άλλα λόγια, η Κίνα εξασφαλίζει  ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά και ταυτόχρονα τη δυνατότητα κερδών μέσω trading αγοράζει μακροχρόνια και αποφασίζει αργότερα πού θα καταλήξει το φορτίο.

 Η ευρωπαϊκή Βαβέλ και το ψηλό κόστος της διπλής πυξίδας

Ένα από τους λόγους της έλλειψης αποφασιστικότητας στην Ευρώπη είναι ότι λαμβάνει αποφάσεις με μια διπλή πυξίδα, στρατηγική που αυξάνει πολύ το ενεργειακό κόστος. Από τη μια προτεραιότητα είναι οι στόχοι απανθρακοποίησης και απεξάρτησης από το φυσικό αέριο με επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού και από την άλλη η συνειδητοποίηση ότι προέχει η ενεργειακή ασφάλεια.

Ταυτόχρονα εντός της Ευρώπης οι φωνές είναι πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες κι έτσι αντί για μια αποφασιστική ενεργειακή στρατηγική η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τη γνωστή «Βαβέλ» διαφορετικών εθνικών προτεραιοτήτων: άλλες χώρες επιδιώκουν περισσότερα μακροχρόνια συμβόλαια LNG για λόγους ενεργειακής ασφάλειας, άλλες παραμένουν επιφυλακτικές επειδή φοβούνται ότι πολυετείς δεσμεύσεις φυσικού αερίου μπορεί να συγκρουστούν με τους στόχους απανθρακοποίησης και άλλες ζητούν μεγαλύτερη κανονιστική ευελιξία προκειμένου να μην αποθαρρυνθούν οι προμηθευτές.

Το πρόβλημα γίνεται πιο εμφανές καθώς η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα 2026-2027 με μικρότερο «μαξιλάρι».

Στα τέλη Σεπτεμβρίου οι ευρωπαϊκές αποθήκες βρίσκονταν περίπου στο 70%-71%, έναντι πολύ υψηλότερων επιπέδων που ήταν συνήθη τέτοια εποχή τα προηγούμενα χρόνια και έναντι 82% έναν χρόνο νωρίτερα και μέσου όρου άνω του 86% για την εποχή.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου η Ομάδα Συντονισμού για το Αέριο κατέληξε ότι το ευρωπαϊκό σύστημα είναι πολύ πιο ανθεκτικό από ό,τι το 2021-2022 λόγω της διαφοροποίησης πηγών, της μεγάλης αύξησης της δυναμικότητας εισαγωγής LNG και της χαμηλότερης ζήτησης και πριν λίγες ημέρες ο Επίτροπος Ενέργειας κ. Νταν Γιόρκενσεν πρότεινε μέτρα μείωσης της ζήτησης.

Η Ευρώπη, επομένως, μπαίνει στον χειμώνα ποντάροντας ταυτόχρονα σε τρεις παραμέτρους: στη μόνιμη πλέον μείωση της κατανάλωσης, σε έναν σχετικά ήπιο χειμώνα και στην ικανότητά της να προσελκύσει LNG από τη διεθνή αγορά όταν το χρειαστεί.

Το τρίτο είναι και το μεγαλύτερο ρίσκο.

 Το αγκάθι του μεθανίου

Άλλο ένα παράδειγμα σύγκρουσης της ατζέντας της ενεργειακής μετάβασης με την ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια είναι ο Κανονισμός για το Μεθάνιο, που δημιουργεί μια μεγάλη αβεβαιότητα στις μακροπρόθεσμες αγορές LNG.

Ακόμη και αν η αναβολή της έναρξης ισχύος του για ένα χρόνο δημιούργησε μια πρόσκαιρη ανακούφιση, για το 2027, από το 2028 οι απαιτήσεις που θέτει θα δυσκολέψουν τις εμπορικές συμφωνίες για LNG.

Ειδικότερα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει σταδιακά αυστηρότερες απαιτήσεις για το μεθάνιο που συνδέεται με τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Από το 2028 προβλέπεται υποχρέωση αναφοράς της έντασης μεθανίου για τις εισαγωγές που καλύπτονται από νέες ή ανανεωμένες συμβάσεις, ενώ από το 2030 προβλέπονται συγκεκριμένα όρια έντασης μεθανίου.

Το ζήτημα βρίσκεται πλέον στο κέντρο της συζήτησης στις Βρυξέλλες, καθώς από τη μία η Ευρώπη θέλει να χρησιμοποιήσει την αγοραστική της δύναμη για να επιβάλει υψηλότερα περιβαλλοντικά standards στην παγκόσμια αλυσίδα LNG και από την άλλη χρειάζεται να παραμείνει ένας ελκυστικός προορισμός για τα φορτία σε μια περίοδο εντεινόμενου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Η Ευρώπη έχει κατασκευάσει νέους τερματικούς σταθμούς LNG, έχει μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από τους ρωσικούς αγωγούς και έχει δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα εισαγωγών.

Όμως ταυτόχρονα, κανονισμοί όπως του μεθανίου και οι στόχοι εξηλεκτρισμού αποθαρρύνουν τις αγορές αερίου και οι υποδομές από μόνες τους δεν εγγυώνται τα μόρια του φυσικού αερίου που θα περάσουν μέσα από αυτές.