Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Ο Αμίτ Μπατιά μπορεί να μην είναι γνωστός στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό, όμως στον κόσμο των επενδύσεων θεωρείται εδώ και χρόνια ένας από τους πιο ισχυρούς Βρετανοϊνδούς επιχειρηματίες.

Το όνομά του βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο, καθώς ηγείται της κοινοπραξίας που βρίσκεται σε συζητήσεις με τη Fenway Sports Group για την απόκτηση στρατηγικού μειοψηφικού πακέτου μετοχών της Λίβερπουλ. Οι επαφές έχουν επιβεβαιωθεί από την ίδια τη Fenway Sports Group, χωρίς φυσικά να υπάρχει ακόμη οριστική συμφωνία. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι συνομιλίες έχουν φτάσει σε τόσο προχωρημένο επίπεδο, σε συνδυασμό με την αποχώρηση του Μπατιά από την ΚΠΡ, δείχνει πως η υπόθεση κάθε άλλο παρά θεωρητική είναι.

1

Το deal που συζητείται αποτιμά τη Λίβερπουλ σε περισσότερα από 5,2 δισ. ευρώ, επίπεδο που την κατατάσσει στις ακριβότερες ποδοσφαιρικές ομάδες στον κόσμο. Οι πληροφορίες κάνουν λόγο ακόμη και για πιθανή πώληση ποσοστού περίπου 30%, κάτι που θα σήμαινε συναλλαγή αξίας σχεδόν 1,6 δισ. ευρώ, εφόσον ολοκληρωθεί με αυτούς τους όρους.

Ποιος είναι ο Αμίτ Μπατιά

Γεννημένος στο Λονδίνο το 1979, ο Αμίτ Μπατιά σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ των Ηνωμένων Πολιτειών και ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία στη Morgan Stanley ως επενδυτικός τραπεζίτης. Πολύ γρήγορα εγκατέλειψε τον τραπεζικό χώρο για να δημιουργήσει τις δικές του επενδυτικές εταιρείες, εστιάζοντας στις υποδομές, τα ακίνητα, τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και τη βιομηχανία κατασκευών.

Σήμερα είναι επικεφαλής της AyBe Capital Advisers, ενώ διατηρεί σημαντικές συμμετοχές σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ανάπτυξη ακινήτων, στις κατασκευές και στις ιδιωτικές επενδύσεις. Στο παρελθόν ίδρυσε τη Hope Construction Materials, η οποία εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους ανεξάρτητους παραγωγούς δομικών υλικών στη Βρετανία πριν απορροφηθεί από τη Breedon Group. Ο ίδιος παρέμεινε στον όμιλο και σήμερα είναι πρόεδρός του και ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους.

Το επιχειρηματικό του χαρτοφυλάκιο εκτείνεται επίσης στον χώρο της τεχνολογίας, των ακινήτων, των επενδυτικών κεφαλαίων και των υποδομών, γεγονός που εξηγεί γιατί θεωρείται ιδιαίτερα έμπειρος στις σύνθετες διεθνείς συναλλαγές.

Η σχέση με την οικογένεια Μιτάλ αλλά και με το ποδόσφαιρο

Η οικονομική ισχύς του επενδυτικού σχήματος δεν βασίζεται μόνο στον ίδιο τον Μπατιά. Είναι παντρεμένος από το 2004 με τη Βανίσα Μιτάλ, κόρη του Λάκσμι Μιτάλ, ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο και επί δεκαετίες επικεφαλής της ArcelorMittal, της μεγαλύτερης χαλυβουργικής εταιρείας διεθνώς.

Η περιουσία του Λάκσμι Μιτάλ υπολογίζεται σε περίπου 20 δισ. ευρώ και η οικογένεια θεωρείται βασικός οικονομικός υποστηρικτής της κοινοπραξίας που βρίσκεται πίσω από το ενδιαφέρον για τη Λίβερπουλ.

Μάλιστα, πριν από λίγους μήνες η οικογένεια συμμετείχε στην εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου των Rajasthan Royals στο Indian Premier League του κρίκετ, σε συμφωνία που αποτίμησε την ομάδα σε περίπου 1,4 δισ. ευρώ.

Ο Μπατιά δεν εμφανίστηκε τώρα στο ποδόσφαιρο. Το 2007 μπήκε στην ΚΠΡ, αρχικά ως αντιπρόεδρος και στη συνέχεια ως πρόεδρος και συνιδιοκτήτης. Παρέμεινε στην ομάδα σχεδόν δύο δεκαετίες, περνώντας μαζί της ανόδους, υποβιβασμούς και αρκετές διοικητικές αλλαγές. Η συμβολή του αναγνωρίστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε μία εξέδρα του «Λόφτους Ρόουντ» φέρει το όνομά του.

Η αποχώρησή του από την ΚΠΡ στις 21 Ιουλίου μόνο τυχαία δεν θεωρήθηκε. Μετέφερε το ποσοστό του στον βασικό μέτοχο Ρούμπεν Γκναναλίνγκαμ, καθώς οι κανονισμοί της Αγγλίας δεν επιτρέπουν ουσιαστικό ιδιοκτησιακό ή διοικητικό έλεγχο σε δύο διαφορετικούς συλλόγους του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Ήταν ουσιαστικά η απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορέσει να προχωρήσει σε συμφωνία με τη Λίβερπουλ.

Γιατί θέλει τη Λίβερπουλ

Το ενδιαφέρον δεν αφορά την πλήρη εξαγορά του συλλόγου. Η Fenway Sports Group έχει ξεκαθαρίσει ότι συζητά μόνο στρατηγική μειοψηφική συμμετοχή και δεν εξετάζει, τουλάχιστον προς το παρόν, την παραχώρηση του ελέγχου της ομάδας. Αντίστοιχη κίνηση είχε πραγματοποιήσει και το 2023, όταν πούλησε μικρό ποσοστό στην Dynasty Equity, εξασφαλίζοντας περίπου 174 εκατ. ευρώ για επενδύσεις στις εγκαταστάσεις και στις υποδομές του συλλόγου.

Το μοντέλο αυτό έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλές τα τελευταία χρόνια. Τα μεγάλα αθλητικά brands προσελκύουν επενδυτές που αποκτούν μειοψηφικά πακέτα, συμμετέχουν στη μελλοντική αύξηση της αξίας τους και αφήνουν τον επιχειρησιακό έλεγχο στους βασικούς ιδιοκτήτες.

Για τη Fenway Sports Group, η είσοδος ενός τόσο ισχυρού επενδυτικού σχήματος σημαίνει νέα κεφάλαια και ακόμη μεγαλύτερη αποτίμηση του συλλόγου. Για τον Μπατιά σημαίνει συμμετοχή σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά brands παγκοσμίως.

Ο ρόλος του Τζεφ Μπέζος

Το όνομα που προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο θόρυβο είναι εκείνο του Τζεφ Μπέζος. Σύμφωνα με το Sky Sports και άλλες βρετανικές πηγές, ο ιδρυτής της Amazon έχει προσεγγιστεί ώστε να συμμετάσχει στην κοινοπραξία του Μπατιά. Έχουν υπάρξει σχετικές συζητήσεις, χωρίς όμως να έχει ληφθεί οριστική απόφαση για τη συμμετοχή του.

Ο Μπέζος διαθέτει περιουσία που ξεπερνά τα 220 δισ. ευρώ και εδώ και χρόνια συνδέεται με πιθανές επενδύσεις στον αθλητισμό. Στο παρελθόν είχε εξετάσει περιπτώσεις ομάδων του NFL, χωρίς τελικά να προχωρήσει σε κάποια αγορά. Η Λίβερπουλ θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη του μεγάλη είσοδο στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, εφόσον αποφασίσει να συμμετάσχει.

Τι σημαίνει για τη Λίβερπουλ

Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει ότι θα ολοκληρωθούν. Ωστόσο, η ίδια η Fenway Sports Group έχει επιβεβαιώσει ότι υπάρχει επίσημο ενδιαφέρον από την κοινοπραξία του Μπατιά, κάτι που δείχνει ότι δεν πρόκειται για απλή φημολογία.

Αν τελικά η συμφωνία προχωρήσει, η Λίβερπουλ θα αποκτήσει έναν ακόμη ισχυρό διεθνή επενδυτή στο μετοχικό της σχήμα, ενώ η αποτίμησή της θα επιβεβαιώσει τη διαρκή άνοδο της αξίας των κορυφαίων ποδοσφαιρικών συλλόγων.

Παράλληλα, δεν αποκλείεται να αποτελέσει το πρώτο βήμα για ακόμη μεγαλύτερες επιχειρηματικές εξελίξεις τα επόμενα χρόνια, χωρίς όμως να σημαίνει απαραίτητα αποχώρηση της Fenway Sports Group από τον έλεγχο του συλλόγου, καθώς η αμερικανική εταιρεία εξακολουθεί να δηλώνει ότι στόχος της είναι η διατήρηση της πλειοψηφίας των μετοχών.

Ποια είναι η Fenway Sports Group

Η Fenway Sports Group αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους αθλητικούς επενδυτικούς ομίλους στον κόσμο. Ιδρύθηκε το 2001, έχει έδρα τη Βοστώνη και βασικός μέτοχος και ιδιοκτήτης της είναι ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος Τζον Χένρι. Πρόεδρος του ομίλου είναι ο Τομ Βέρνερ, ενώ κομβικό ρόλο στη διοίκηση διατηρεί ο Μάικ Γκόρντον, ο οποίος τα τελευταία χρόνια είχε και την άμεση εποπτεία της Λίβερπουλ.

Η FSG απέκτησε τη Λίβερπουλ τον Οκτώβριο του 2010 έναντι 300 εκατ. λιρών, σε μια περίοδο κατά την οποία ο σύλλογος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Έκτοτε επένδυσε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στην ανακατασκευή του «Άνφιλντ», στις εγκαταστάσεις του συλλόγου και στην αγωνιστική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα η Λίβερπουλ να επιστρέψει στην κορυφή του αγγλικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, κατακτώντας μεταξύ άλλων το Champions League και την Premier League.

Σήμερα η Fenway Sports Group δεν περιορίζεται στη Λίβερπουλ. Στο χαρτοφυλάκιό της ανήκουν επίσης οι Μπόστον Ρεντ Σοξ στο MLB, οι Πίτσμπουργκ Πένγκουινς στο NHL, η RFK Racing στο NASCAR, η εταιρεία αθλητικού μάρκετινγκ Fenway Sports Management, ενώ διαθέτει και συμμετοχή στη νέα λίγκα γκολφ TGL.

Στο μετοχικό της σχήμα συμμετέχουν επίσης η RedBird Capital Partners, η οποία απέκτησε περίπου το 11% του ομίλου το 2021 επενδύοντας 750 εκατ. δολάρια, καθώς και ο ΛεΜπρόν Τζέιμς, ο οποίος από την ίδια χρονιά είναι μειοψηφικός μέτοχος της Fenway Sports Group, έχοντας ανταλλάξει το ποσοστό που κατείχε απευθείας στη Λίβερπουλ με συμμετοχή στη μητρική εταιρεία.

Η αξία της FSG έχει αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια, με τη Λίβερπουλ να αποτελεί πλέον το πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο. Οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις με την κοινοπραξία του Αμίτ Μπατιά αποτιμούν τον αγγλικό σύλλογο σε περισσότερα από 5,2 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη ραγδαία άνοδο της εμπορικής του αξίας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.