Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Τρεις προβληματισμούς για την πορεία της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, στη νέα τριμηνιαία του έκθεση.

Όπως αναφέρει ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με σύνεση και να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας, οι επιπτώσεις του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης έχουν γίνει ήδη ορατές στην αγορά, ενώ σε ξεχωριστό κεφάλαιο αναλύει τους λόγους που η χώρα μας αντιμετωπίζει στεγαστική κρίση.

1

Σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, η Ελληνική οικονομία συνεχίζει την ανοδική της πορεία, καθώς το ΑΕΠ παρουσίασε αύξηση 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, έναντι αύξησης κατά 0,3% στην Ευρωζώνη.

Σε αυτή την επίδοση συνετέλεσαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (0,7%), η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (2,4% συνολικά, 3,1% για υπηρεσίες και 2,8% για αγαθά) και η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης (1,6%). Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 12,1% με αύξηση σε όλες τις συνιστώσες. Αρνητική για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ήταν η συμβολή της αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (0,5% συνολικά, αύξηση 3,2% για υπηρεσίες και μείωση 0,6% για αγαθά).

Οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε τον κυρίαρχο εξωγενή κλονισμό για την παγκόσμια οικονομία στις αρχές του 2026. Οι διαταραχές στις ενεργειακές αγορές —κυρίως μέσω των Στενών του Ορμούζ— επιτάχυναν τον πληθωρισμό και επιβράδυναν την ανάπτυξη σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2021–2022, η τρέχουσα διαταραχή εκτιμάται ως ηπιότερη, λόγω της μειωμένης ευρωπαϊκής εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα και της διάχυσής της μέσω διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών.

Με τη διαφαινόμενη αποκλιμάκωση, οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) συγκλίνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης για το 2026 και μερική ανάκαμψη το 2027, υπό την προϋπόθεση σχετικά ταχείας ομαλοποίησης των αγορών ενέργειας. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, ενώ οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις συστήνεται να είναι στοχευμένες και προσωρινές.

Οι πρώτες οικονομικές συνέπειες της κρίσης στην Μέση Ανατολή είναι ήδη ορατές τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ελληνική οικονομία. Παρότι η κρίση έχει εισέλθει σε φάση ύφεσης, η αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη σε σχέση με το διεθνές εμπόριο, τις αγορές ενέργειας, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Γραφείο αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω τη βασική του εκτίμηση για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026, στο 1,9%, από 2,0% στην ΄Εκθεση του Μαρτίου 2026, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2,1%.

Μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης

Το Γραφείο στέκεται και στην περίοδο που ακολουθεί, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Αναφέρει πως η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, και συμπληρωματικά η προσέλκυση εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής, καθίσταται κρίσιμη.

Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές παραμένουν, σύμφωνα με την Επιτροπή, μείζονες προτεραιότητες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής. Η δημοσιονομική σταθερότητα και η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής αποτελούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε ένα ασταθές διεθνές γεωοικονομικό περιβάλλον, και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων.

Διεύρυνση της φορολογικής βάσης

Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης παραμένει εξίσου σημαντική για τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου. Η θέση του Γραφείου, όπως έχει διατυπωθεί και σε προηγούμενες εκθέσεις, είναι ότι ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με σύνεση και να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.

Τέτοιες πολιτικές περιλαμβάνουν τη μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας, ώστε να ενισχυθούν τα κίνητρα συμμετοχής στην αγορά εργασίας, καθώς και φορολογικά κίνητρα για την επιτάχυνση αποσβέσεων επενδυτικών σχεδίων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας με εξαγωγικές προοπτικές.

Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν, συνδυαστικά, να συμβάλουν στην αντιμετώπιση δύο βασικών διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας: της χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας και της εξάρτησης από κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Προβληματισμός για τον υψηλό πληθωρισμό

Ο πληθωρισμός ανήλθε τον Μάιο του 2026 στο 4,9%, παραμένοντας αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%). ‘Όπως έχουμε επισημάνει και στην Έκθεση του Μαρτίου 2026, η επιμονή αυτής της απόκλισης εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.

Αξιοσημείωτη είναι η πτωτική πορεία του πληθωρισμού τροφίμων στην Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων καπνού και αλκοόλ), τους τελευταίους μήνες (από 4,3% το Φεβρουάριο του 2026), ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,6% τον Μάιο του 2026, από 2,4% τον Μάιο του 2025.

Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 1,9% και παραμένει σταθερά χαμηλότερος από τον ελληνικό, από τον Νοέμβριο του προηγούμενου έτους.

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας

Στο πλαίσιο του Εαρινού Πακέτου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα κατέγραψε την περίοδο 2023–2025 ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ η ανεργία έχει υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα του 2008.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, με τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και την ισχυρή ανάπτυξη να συνεισφέρουν στη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η χώρα συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των πέντε κρατών-μελών με τον υψηλότερο ρυθμό απορρόφησης πόρων από το Ταμείο Συνοχής, ενώ οι πόροι του ΤΑΑ εκτιμάται ότι έχουν συμβάλει σωρευτικά στην αύξηση του ΑΕΠ κατά σχεδόν 4,5% σε σχέση με το σενάριο μη ύπαρξής τους.

Παρά την τρέχουσα ενεργειακή κρίση, για το 2026 η ανάπτυξη αναμένεται ισχυρή με προβλεπόμενο ρυθμό 1.8%. Επισημαίνεται ότι με βάση την τρέχουσα πρόβλεψη του Γραφείου, το εύρος πρόβλεψης του ρυθμού ανάπτυξης για το 2026 ανέρχεται μεταξύ 1.7% και 2.1%. Σύμφωνα με το Εαρινό Πακέτο 2026, οι επενδύσεις και η κατανάλωση αποτελούν τις βασικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από αυτή την ισχυρή ανάπτυξη. Για το 2027, και καθώς η υλοποίηση του ΤΑΑ ολοκληρώνεται, ο ρυθμός ανάπτυξης, σύμφωνα με το Εαρινό Πακέτο 2026, αναμένεται να υποχωρήσει στο 1.6%.

Μια επιπρόσθετη διαπίστωση στο Εαρινό Πακέτο 2026 αναφέρεται στη διαχρονική εξέλιξη του επενδυτικού κενού της Ελλάδας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Σύμφωνα με το ΕΠ 2026, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ αυξήθηκε από 11.3% το 2018 στο 16.9% το 2025, με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό οι οποίες από το 2022 ξεπέρασαν τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επισημαίνεται ότι η εξέλιξη του επενδυτικού κενού αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης στην Έκθεση του Γραφείου του Δεκεμβρίου 2024, όπου είχε διαπιστωθεί ο σημαντικός περιορισμός του κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και επισημανθεί η ανάγκη για περαιτέρω σύγκλιση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στο πλαίσιο της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών για το 2026, και συμπληρωματικά με τις διαπιστώσεις στο Εαρινό Πακέτο 2026, η Αναλυτική Επισκόπηση για την Ελλάδα συμπεραίνει ότι η ακολουθούμενη δημοσιονομική πολιτική σε συνδυασμό με την εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ θα συνεχίσουν να οδηγούν σε περαιτέρω πτώση του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Επιπρόσθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι οι ευπάθειες που αντιμετώπιζε η Ελλάδα σχετικά με το κρατικό και το εξωτερικό χρέος έχουν υποχωρήσει κατά τα τελευταία χρόνια, με την ισχυρή ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα να συνεισφέρουν σημαντικά σε αυτή τη θετική εξέλιξη.

Επίσης, επισημαίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι, παρά το μεγάλο έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, η ευνοϊκή χρηματοδότησή του περιορίζει τους σχετικούς κινδύνους. Με βάση τα ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπεραίνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Η στεγαστική κρίση

Highlight στην Έκθεση του ΓΠΚΒ αποτελεί η μελέτη του στεγαστικού ζητήματος, το οποίο έχει αναδειχθεί σε κορυφαία πολιτική προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει όλο και περισσότερο ότι η έλλειψη προσιτής στέγης υπονομεύει την κοινωνική συνοχή, την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών, και έχει εντάξει το ζήτημα στον πυρήνα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (European Semester).

Στην Ελλάδα, η έντονη αύξηση των τιμών κατοικιών τα τελευταία χρόνια, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, συνδέεται συχνά με τη χαμηλή οικοδομική δραστηριότητα και την περιορισμένη ανάκαμψη των επενδύσεων σε νέες κατοικίες μετά την κρίση χρέους. Η ερμηνεία αυτή είναι σημαντική, αλλά δεν αποτυπώνει πλήρως το πρόβλημα.

Πρόσφατο ερευνητικό δοκίμιο του Γραφείου δείχνει ότι, πέρα από την κατασκευή νέων κατοικιών, κρίσιμη σημασία έχει και ο βαθμός αξιοποίησης του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος. Το βασικό παράδοξο της ελληνικής αγοράς κατοικίας είναι ότι οι τιμές αυξάνονται έντονα, ενώ σημαντικό μέρος του οικιστικού αποθέματος παραμένει κενό.

Σύμφωνα με την Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών της ΕΛΣΤΑΤ, το 2021 οι κενές κατοικίες ανέρχονταν σε περίπου 2,28 εκατομμύρια, δηλαδή στο 34,5% του συνόλου των κατοικιών. Ωστόσο, μια κενή κατοικία δεν είναι απαραίτητα και διαθέσιμη στην αγορά. Νομικές ή κληρονομικές εκκρεμότητες, κακή κατάσταση, εποχική χρήση, γεωγραφική αναντιστοιχία με τη ζήτηση και άλλοι περιορισμοί μπορούν να εμποδίζουν την πραγματική αξιοποίησή της. Αποτυπώνοντας αυτή τη διάκριση, ο δείκτης αξιοποίησης του οικιστικού αποθέματος υποχώρησε από 73,2% το 2011 σε 72,5% το 2021, ενώ οι κενές κατοικίες που προσφέρονταν για ενοικίαση μειώθηκαν κατά 10,4% και αυτές προς πώληση κατά 33,1%.

Η διάκριση μεταξύ φυσικού αποθέματος κατοικιών και πραγματικά διαθέσιμης προσφοράς είναι κρίσιμη για την κατανόηση της ανόδου των τιμών. Το στεγαστικό πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα ανεπαρκούς αριθμού κατοικιών, αλλά και πρόβλημα αξιοποίησης, κατανομής και λειτουργικής διαθεσιμότητας του υφιστάμενου αποθέματος. Για να ποσοτικοποιηθεί η σημασία αυτού του μηχανισμού, το προαναφερθέν πρόσφατο ερευνητικό δοκίμιο του Γραφείου χρησιμοποιεί ένα μακροοικονομικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας προσαρμοσμένο στην ελληνική οικονομία.

Η ανάλυση βασίζεται σε σενάρια εργασίας με την επισήμανση ότι δεν αποτυπώνει ακριβείς προβλέψεις. Το υπόδειγμα απομονώνει τον μηχανισμό της μειωμένης αξιοποίησης του οικιστικού αποθέματος, διατηρώντας σταθερούς άλλους παράγοντες που επίσης επηρεάζουν τις τιμές, όπως το εισόδημα, το κόστος κατασκευής, οι τιμές γης, οι χρηματοδοτικές συνθήκες και η εξωτερική ζήτηση. Το Γραφείο εκτιμά ότι κατά την περίοδο 2018-2025 η μειωμένη πραγματική διαθεσιμότητα του υφιστάμενου αποθέματος συνδέεται με αύξηση των πραγματικών τιμών κατοικιών έως και 19,1%.

Συμπληρωματικά, το ερευνητικό δοκίμιο εξετάζει ένα υποθετικό σενάριο σταδιακής επανενεργοποίησης μη αξιοποιούμενων κατοικιών, προκειμένου να εκτιμηθεί η πιθανή επίδραση μιας αύξησης της πραγματικά διαθέσιμης προσφοράς κατοικιών στις τιμές. Στο σενάριο αυτό, το ποσοστό των κενών κατοικιών υποθέτουμε ότι επιστρέφει σταδιακά, σε ορίζοντα εξαετίας, στα χαμηλότερα επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 2001. Τα αποτελέσματα του υποδείγματος δείχνουν ότι μια τέτοια αύξηση της πραγματικής προσφοράς κατοικιών θα μπορούσε να ασκήσει σημαντική πίεση στις πραγματικές τιμές προς τα κάτω, οδηγώντας σε μείωσή τους κατά περίπου 15,5%–24,6%, ανάλογα με τις επιμέρους υποθέσεις της προσομοίωσης.

Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι το στεγαστικό πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα ανεπαρκούς νέας οικοδομικής δραστηριότητας, αλλά και ζήτημα αξιοποίησης, κατανομής και λειτουργικής διαθεσιμότητας του υφιστάμενου αποθέματος. Προς αυτή την κατεύθυνση, το Γραφείο αναδεικνύει ως κρίσιμες παρεμβάσεις την επιτάχυνση επίλυσης κληρονομικών και κτηματολογικών εκκρεμοτήτων, την παροχή φορολογικών κινήτρων για μακροχρόνιες μισθώσεις, τη στοχευμένη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε περιοχές υψηλής πίεσης, την στήριξη ανακαινίσεων υπό όρους επανένταξης στη μακροχρόνια αγορά και συμπληρωματικές επενδύσεις, με σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε κοινωνική και προσιτή κατοικία.

Οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας

Η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, η δημοσιονομική βιωσιμότητα και πολιτική σταθερότητα ενισχύουν την πιστοληπτική εικόνα της ελληνικής οικονομίας, και συμβάλλουν στη συγκράτηση του κόστους χρηματοδότησης του Δημοσίου, των τραπεζών και των επιχειρήσεων.

Σε σχέση με τη χρηματοδότηση της επενδυτικής δραστηριότητας της Ελλάδας από την ΕΕ, και όπως αναφέρεται στο 2026 Country Report για την Ελλάδα, η ενίσχυση αυτή θα συνεχίσει και μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ μέσα από προγράμματα του Ταμείου Συνοχής και το Πολυετές Χρηματοδοτικό Πλαίσιο (Multiannual Financial Framework, MFF). Επίσης, οι πόροι από το ΠΔΕ και το βελτιωμένο επιχειρηματικό κλίμα θα επιδράσουν ευνοϊκά στην απασχόληση.
Διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ και η ΕΕ, αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία δεν χαρακτηρίζεται πλέον από μακροοικονομικές ανισορροπίες, καθώς και ότι η Ελλάδα αντιμετώπισε την κρίση από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή με δημοσιονομική βιωσιμότητα και σταθερότητα. Ο μελλοντικός σχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να κεφαλαιοποιεί αυτές τις θετικές διεθνείς αναφορές.

Ο τουρισμός εξακολουθεί να έχει επιδόσεις καλύτερες του αναμενομένου. Μετά την επίδοση ρεκόρ του 2025, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις και οι διεθνείς αφίξεις κινήθηκαν έντονα ανοδικά τους πρώτους μήνες του 2026.

Με βάση την Αναλυτική Επισκόπηση για την Ελλάδα (Επισκόπηση για την Ελλάδα), η ακολουθούμενη δημοσιονομική πολιτική σε συνδυασμό με την εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ θα συνεχίσουν να οδηγούν σε περαιτέρω πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι οι ευπάθειες που αντιμετώπιζε η Ελλάδα έχουν υποχωρήσει κατά τα τελευταία χρόνια.

Το Κτηματολόγιο πλησιάζει προς ολοκλήρωση, κάτι που εντάσσεται στον ευρύτερο στόχο της ψηφιοποίησης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Καθώς η δημόσια διοίκηση έχει δεχθεί κριτική και από την ΕΕ, η ολοκλήρωση του Κτηματολόγιου συνιστά σημαντική εξέλιξη.

Οι αρνητικές προοπτικές

Παρά την ύφεση στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η επιχειρησιακή αβεβαιότητα για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ παραμένει, δυσκολεύοντας την εξομάλυνση της διακίνησης ενεργειακών εισροών και την αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου και ενέργειας. Εάν συνεχιστεί η διάχυση των συνθηκών αυτών στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η ιδιωτική κατανάλωση ενδέχεται να επηρεαστούν.

Μια πιθανή αναπλήρωση των εμπορικών και στρατηγικών αποθεμάτων λόγω της παρούσας πτωτικής τάσης των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται είτε να αναστρέψει αυτή την πτωτική τάση είτε να την εμποδίσει, δημιουργώντας δυσκολίες στη συγκράτηση του πληθωρισμού.

Η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ στις 11/6/2026, ως αντίδραση για τις πιέσεις στον πληθωρισμό, ενδέχεται να δυσχεράνει τις χρηματοδοτικές συνθήκες των επιχειρήσεων των χωρών της Ευρωζώνης και της Ελλάδας.

Η προβλεπόμενη αρνητική συμβολή του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη το 2026 αποτελεί πηγή αβεβαιότητας, καθώς η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα και η υψηλή εισαγωγική εξάρτηση αναμένεται να ενισχύσουν τις εισαγωγές. Παράλληλα, η επιδείνωση της τιμολογιακής ανταγωνιστικότητας και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένουν διαρθρωτικές προκλήσεις.

Τυχόν καθυστερήσεις στην απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ ή στην υλοποίηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων θα μπορούσαν να περιορίσουν την αναμενόμενη επίδραση των επενδύσεων στην παραγωγικότητα και στο δυνητικό προϊόν.

Τον τελευταίο χρόνο, υπάρχουν δύο παραδείγματα (ανεπτυγμένων) χωρών, της Γαλλίας (καλοκαίρι 2025) και Βρετανίας (Απρίλιος – Ιούνιος 2026) όπου η πολιτική αστάθεια συνδέθηκε με αύξηση των αποδόσεων των 10-ετών κρατικών ομολόγων. Για την Ελλάδα, ένα τέτοιο σενάριο θα πρέπει να αποφευχθεί.

Διαβάστε επίσης:

Η γήρανση του πληθυσμού απειλεί την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας

Φοροδιαφυγή σε 1 στις 2 επιχειρήσεις της Ανατολικής Αττικής εντόπισαν οι έλεγχοι της ΑΑΔΕ

Οι «παγίδες» για τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς από κληρονομία – Πότε δεν φορολογούνται