Ο επιχειρηματικός κόσμος έχει παρουσιάσει μια συνεκτική ατζέντα για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, μείωση του μη μισθολογικού κόστους, μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, συλλογικές συμβάσεις συνδεδεμένες με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, καθώς και ξεκάθαρους κανόνες που να διασφαλίζουν ασφάλεια δικαίου και παραγωγικές επενδύσεις.
Πρόκειται για ένα τρίπτυχο «σταθερότητα – παραγωγικότητα – προβλεψιμότητα», το οποίο συχνά μεταφράζεται ως κυβερνησιμότητα — και αυτή είναι πράγματι το κρίσιμο ζητούμενο.
Η στήλη αυτή έχει υποστηρίξει ήδη από τις 16/6, στο άρθρο «Η κάλπη της κυβερνησιμότητας», πως αυτή ακριβώς η έννοια θα κρίνει τις επόμενες εκλογές. Η εύκολη και βολική για πολλούς ερμηνεία της κυβερνησιμότητας, όμως, την περιορίζει στην πολιτική σταθερότητα. Είναι μια φτωχή ερμηνεία, η οποία αγνοεί τα υπόγεια ρεύματα που διατρέχουν τον κοινωνικό ιστό. Μπροστά στις γεωπολιτικές, τεχνολογικές και κλιματικές προκλήσεις του 21ου αιώνα, που επιφέρουν απρόβλεπτες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, η κυβερνησιμότητα αποκτά πολύ ευρύτερο περιεχόμενο. Αφορά την ικανότητα της δημοκρατίας να παίρνει αποφάσεις και να τις εφαρμόζει αποτελεσματικά, με διαρκή κοινωνική νομιμοποίηση. Διαφορετικά, επικρατούν συνθήκες αβεβαιότητας και σύγκρουσης, οι οποίες υποσκάπτουν την κοινωνική συνοχή και, τελικά, την ίδια την πολιτική σταθερότητα.
Η σύγχρονη ελληνική επιχειρηματική ατζέντα είναι ατζέντα εθνικής εμβέλειας. Τονίζει την αδήριτη ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας και μείωσης της πολιτικής τοξικότητας. Σ’ αυτήν τη βάση θα μπορούσε να λεχθεί ότι έχει πλέον σχεδόν εγκαταλειφθεί η παλαιότερη, καθαρά τεχνοκρατική επιχειρηματική ατζέντα, καθώς αναγνωρίζεται ότι η ευθύνη για την υλοποίησή της αφορά το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του επιχειρηματικού κόσμου.
Χρησιμοποιείται ο όρος «σχεδόν», διότι καμία ατζέντα που προβάλλεται ως εθνική δεν μπορεί να μην εμπεριέχει την κοινωνική της διάσταση. Για να τεθεί το θέμα όσο πιο απλά γίνεται: αν αυτή η ατζέντα αυξάνει τα περιθώρια κέρδους, τις αποδόσεις κεφαλαίου και τις εξαγωγικές επιδόσεις, αλλά δεν μεταφράζεται σε αύξηση των πραγματικών αμοιβών, σταθερή απασχόληση, διαθέσιμη —σε ποσότητα, ποιότητα και τιμή— στέγη, καθώς και επαρκείς, ποιοτικές και προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες δημόσιες υπηρεσίες και δημόσια αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της παιδείας, τότε δεν παράγει κυβερνησιμότητα. Παράγει επιχειρηματική αποτελεσματικότητα χωρίς επαρκή κοινωνική νομιμοποίηση. Κατά κανόνα, η κοινωνική διάσταση της επιχειρηματικής ατζέντας περιορίζεται στην αύξηση των αμοιβών και στην πολιτική σταθερότητα. Είναι δύο αναγκαίες, αλλά όχι και ικανές, προϋποθέσεις για την κυβερνησιμότητα.
Η κρατική ικανότητα είναι το πρώτο ζήτημα. Η αμφισβήτησή της εξηγεί την κριτική που ασκείται στο επιτελικό κράτος. Η δημοκρατική νομιμοποίηση είναι το δεύτερο. Επειδή συχνά παρερμηνεύεται ως ανάγκη καθολικής συμφωνίας, υποτιμάται η σημασία της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στην εντιμότητα των διαδικασιών—που σήμερα αμφισβητείται. Η κοινωνική συνοχή είναι το τρίτο. Επειδή η οικονομική ανισότητα μεγεθύνεται γοργά και ορατά, εν μέσω ευρύτατης και βαθιάς οικονομικής δυσχέρειας, αποδυναμώνονται οι κοινωνικοί δεσμοί και εμφανίζονται έτσι ακραία φαινόμενα κοινωνικής συμπεριφοράς.
Στην καρδιά του προβλήματος της σύγχρονης κυβερνησιμότητας βρίσκεται η διαρκής διεύρυνση της οικονομικής ανισότητας. Η φιλανθρωπία έχει προσπαθήσει να βοηθήσει, αλλά κανείς δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ρόλο του κράτους στην αναδιανομή. Η επιχειρηματικότητα, όμως, έχει δικό της κρίσιμο ρόλο: όχι αναδιανεμητικό με τη στενή κρατική έννοια, αλλά προδιανεμητικό. Μέσα από τους μισθούς, τους όρους εργασίας, τις επενδύσεις, την εταιρική διακυβέρνηση, τη φορολογική συνέπεια και την σχέση της με τους θεσμούς, μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά την αρχική κατανομή εισοδήματος, ευκαιριών και ισχύος.
Αυτόν τον ρόλο η ελληνική επιχειρηματικότητα τον ανέλαβε, με όλες τις αντιφάσεις της, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τις αρχές του νέου αιώνα. Έκτοτε, όμως, τον έχει σχεδόν πλήρως εγκαταλείψει. Αντίθετα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχει αγκαλιάσει το σημερινό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, αφήνοντας ένα κράτος ήδη αποκαμωμένο από την κρίση της δεκαετίας του 2010 να σηκώνει σχεδόν όλο το βάρος. Σε αυτό το περιβάλλον κυριαρχεί η ιδιωτικοποίηση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος, το ιδιωτικό κόστος συχνά μεταφέρεται στον δημόσιο τομέα και απουσιάζει μια κοινωνικά δίκαιη κατανομή κόστους και οφέλους.
Ο Παγκόσμιος Δείκτης Διακυβέρνησης της World Bank δεν περιορίζει την κυβερνησιμότητα στην πολιτική σταθερότητα και στους μισθούς, αλλά μετρά έξι διαστάσεις: λογοδοσία, πολιτική σταθερότητα, κυβερνητική αποτελεσματικότητα, ποιότητα των ρυθμίσεων, ισχύ και αποτελεσματικότητα του κράτους δικαίου και έλεγχο της διαφθοράς. Ως χώρα βρισκόμαστε πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο, αλλά πολύ χαμηλά ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η στήλη έχει συχνά υποστηρίξει πως οι επιπτώσεις της δεκαετίας του 2010 θα μας ακολουθούν για αρκετό καιρό ακόμη. Το κράτος έχει πολλά να βελτιώσει, αλλά οι δυνατότητές του είναι, έτσι κι αλλιώς, πεπερασμένες. Αν η επιχειρηματικότητα δεν συμβάλει ενεργά και καθοριστικά, ειδικά στην αντιμετώπιση της ανισότητας και στην αναβάθμιση του κράτους δικαίου, τότε η χώρα θα αντιμετωπίσει σύντομα βαθύ πρόβλημα κυβερνησιμότητας — με ό,τι αυτό συνεπάγεται πλέον.
Διαβάστε επίσης
Λόξιγκας, βήχας ή πνευμονία; Οι ημιαγωγοί δείχνουν τον κίνδυνο
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Dotsoft: Ποιοι μεταβίβασαν μετοχές στη Diorama Investments
- Τσίπρας: Στόχος είναι να κυβερνήσω, όχι να είμαι αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης
- Κομισιόν: Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση όρων από τον Δημήτρη Αβραμόπουλο στη συνεργασία του με τη ΜΚΟ Fight Impunity
- Βουλή: Πρώτος σε ψήφους ο Μπακέλας για τη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στη Διάσκεψη των Προέδρων