ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η J.P. Morgan και η ομάδα του Mislav Matjeka στο report “Global Equity Strategy για το 2026”, τοποθετούν την Ελλάδα στις προτιμώμενες αγορές τους στον αναδυόμενο χάρτη.
Ο συγκεντρωτικός πίνακας αποτιμήσεων και ρυθμών κερδοφορίας για τις ευρωπαϊκές αγορές προσφέρει σαφή εικόνα για τη σχετική θέση της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του οίκου, οι ελληνικές μετοχές αποτιμώνται σήμερα στις 9,1 φορές τον δείκτη Ρ/Ε, έναντι μακροχρόνιου μέσου όρου 12,6 φορές. Αυτό συνεπάγεται έκπτωση 28% έναντι του ιστορικού μέσου όρου, ενώ η έκπτωση σε σχέση με την Ευρωζώνη διευρύνεται στο 33%, κατατάσσοντας την Ελλάδα μεταξύ των αγορών με το μεγαλύτερο discount στην Ευρώπη.
Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και σε όρους αποτίμησης προς λογιστική αξία. Ο δείκτης P/BV για την Ελλάδα διαμορφώνεται σε 1,4 φορές, επίπεδο που ευθυγραμμίζεται με τον μακροχρόνιο μέσο όρο της αγοράς. Ωστόσο, σε σχετικούς όρους, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με έκπτωση 16% έναντι της Ευρωζώνης, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Στο σκέλος των αποδόσεων προς τους μετόχους, ο πίνακας της J.P. Morgan καταγράφει μερισματική απόδοση για την Ελλάδα της τάξης του 3,3%, επίπεδο ανταγωνιστικό σε ευρωπαϊκό πλαίσιο και ενδεικτικό της σταδιακής επιστροφής της αγοράς σε πιο «ώριμα» χαρακτηριστικά, χωρίς ωστόσο να αναιρεί το discount αποτίμησης.
Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τη μοναδική ρητή μακροοικονομική αναφορά της J.P. Morgan στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της ανάλυσης για τις αναδυόμενες αγορές. Ο οίκος σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό άνω του 2% τόσο το 2025, όσο και το 2026, τον υψηλότερο στην Ευρωζώνη, ενώ επισημαίνει ότι οι αποτιμήσεις, ιδίως στον τραπεζικό κλάδο, παραμένουν χαμηλότερες από τις αντίστοιχες του EuroStoxx.
Συνολικά, τα στοιχεία του πίνακα δεν συνθέτουν αφήγημα rerating για την Ελλάδα, αλλά αποτυπώνουν μια αγορά που εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με σημαντικό discount, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών. Με βάση τη J.P. Morgan, η ελληνική αγορά εντάσσεται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, διατηρώντας χαμηλές αποτιμήσεις και ανταγωνιστικές αποδόσεις, χωρίς να προεξοφλείται κάποια απότομη μεταβολή το 2026.
Στον αντίποδα, η HSBC στην ετήσια έκθεση στρατηγικής των αναδυόμενων αγορών που υπογράφει ο Alastair Pinder και η ομάδα του (8/1), προχωρά σε ισχυρή υποβάθμιση της Ελλάδας, σε “underweight” θέση από “neutral” (ουδέτερη) προηγουμένως, μετά τις εξαιρετικές αποδόσεις που κατέγραψαν οι ελληνικές μετοχές το 2025, με άνοδο της τάξης του 75%. Ο οίκος εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτικός για την εξέλιξη της αγοράς και εκτιμά ότι μεγάλο μέρος των θετικών καταλυτών έχει ήδη αναγνωριστεί και αποτιμηθεί.
Κατά την άποψή τους, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η δημοσιονομική εξυγίανση και η σαφής βελτίωση των μερισματικών προοπτικών έχουν πάψει να αποτελούν νέα στοιχεία για την αγορά, περιορίζοντας το περιθώριο περαιτέρω υπεραπόδοσης. Παράλληλα, η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τον MSCI αργότερα μέσα στο έτος θεωρείται από την HSBC ως ενδεχόμενος αρνητικός καταλύτης για το χρηματιστήριο.
Κεντρικό θέμα για το 2026 αποτελεί, σύμφωνα με τον οίκο, το ενδεχόμενο η αναβάθμιση να λειτουργήσει στην πράξη ως υποβάθμιση. Στις 8 Οκτωβρίου, ο FTSE Russell προώθησε την Ελλάδα σε καθεστώς αναπτυγμένης αγοράς, με ισχύ από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026. Αν και η κίνηση αυτή ακούγεται θεσμικά σημαντική, ο πραγματικός της αντίκτυπος στην αγορά εκτιμάται ότι είναι περιορισμένος και δυνητικά αρνητικός. Η μετάβαση αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει σχεδόν 400 εκατ. δολάρια παθητικών εκροών.
Από τις 30 ελληνικές μετοχές που συμμετέχουν σήμερα στον δείκτη FTSE Emerging Markets, μόνο οκτώ εκτιμάται ότι θα διατηρήσουν θέση στον δείκτη FTSE Developed Markets, ενώ οι υπόλοιπες θα υποβιβαστούν στον δείκτη αναπτυγμένων αγορών μικρής κεφαλαιοποίησης.
Η μεγαλύτερη ανησυχία της HSBC δεν αφορά τόσο την απόφαση του FTSE, όσο το τι μπορεί να ακολουθήσει. Ο οίκος θεωρεί ότι η κίνηση αυτή ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο ώστε και ο MSCI να ακολουθήσει το παράδειγμα μέσα στο 2026, μια εξέλιξη με σαφώς πιο σημαντικές συνέπειες, καθώς τα περισσότερα ενεργά κεφάλαια αναδυόμενων αγορών χρησιμοποιούν τους δείκτες MSCI ως βασικό σημείο αναφοράς.
Στην ετήσια αναθεώρηση της ταξινόμησής του ο MSCI δεν προχώρησε στην αναβάθμιση της Ελλάδας, ωστόσο ακόμη και η αιτιολόγησή του κατέδειξε ότι δεν ήταν απολύτως πεπεισμένοι πως μια τέτοια κίνηση θα ήταν ορθή.
Όπως ανέφερε, μετά τις βελτιώσεις που εφαρμόστηκαν στις απαιτήσεις μεγέθους και ρευστότητας του πλαισίου ταξινόμησης αγορών, εισήχθη κανόνας επιμονής που απαιτεί τουλάχιστον πέντε εταιρείες να πληρούν τα κριτήρια αναπτυγμένων αγορών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Η Ελλάδα δεν πληρούσε τις νέες απαιτήσεις επιμονής μεγέθους και ρευστότητας κατά την αναθεώρηση του 2025.
Παράλληλα, ο MSCI αντιμετωπίζει τις ευρωπαϊκές χώρες που ταξινομούνται ως ανεπτυγμένες αγορές ως ενιαία οντότητα για σκοπούς κατασκευής και συντήρησης δεικτών και, στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε τη γνώμη των συμμετεχόντων στην αγορά σχετικά με το αν ο κανόνας επιμονής θα πρέπει να εφαρμόζεται και σε αγορές όπως η Ελλάδα κατά τη διαβούλευση για πιθανή ανακατάταξη.
Με απλά λόγια, η HSBC εκτιμά ότι η Ελλάδα σχεδόν κατάφερε να περάσει το όριο και θεωρεί πιθανό ο MSCI να προχωρήσει σε αναβάθμιση το επόμενο έτος. Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να βλάψει την αγορά. Τα παθητικά κεφάλαια θα κατευθυνθούν προς εκροές, ενώ οι ενεργοί διαχειριστές ενδέχεται να χάσουν το ενδιαφέρον τους. Ορισμένα αμοιβαία κεφάλαια αναδυόμενων αγορών θα αναγκαστούν να μειώσουν την έκθεσή τους, εφόσον η Ελλάδα δεν θα πληροί πλέον τα κριτήρια συμμετοχής ως αναδυόμενη αγορά.
Με βάση τα στοιχεία της ίδιας της HSBC για τη διάρθρωση των χαρτοφυλακίων, εκτιμάται ότι περίπου το 10%–20% των GEM funds δεν έχουν τη δυνατότητα να διακρατούν τίτλους χωρών που βρίσκονται εκτός δείκτη αναφοράς. Ο κίνδυνος είναι ότι τα περισσότερα παγκόσμια και αναπτυγμένων αγορών αμοιβαία κεφάλαια θα αγνοήσουν σχεδόν πλήρως την Ελλάδα, δεδομένου του μικρού μεγέθους της.
Ενδεικτικά, το 60% των GEM funds επενδύουν σήμερα στην Ελλάδα, έναντι μόλις 7% των global funds. Υπό αυτές τις συνθήκες, η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί από μια ζωντανή αναδυόμενη αγορά σε μια μοναχική και χαμηλής ρευστότητας γωνιά του αναπτυγμένου κόσμου.
Διαβάστε επίσης:
Χρηματιστήριο: Χρυσή πενταετία με κέρδη 162,14% – Οι πρωταγωνιστές της ανόδου
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Autohellas: Ακόμα σημαντικό περιθώριο ανόδου, τιμή στόχος στα €16,01 ανά μετοχή
- Μόδα: Το Saks κηρύσσει πτώχευση, η Phoebe Philo τριπλασίασε τα έσοδα και ο Justin Trudeau κάνει στριπτίζ
- Φορέας Επαναμίσθωσης Ακινήτων: Πώς μπορούν να γλιτώσουν το σπίτι τους 20.000 νοικοκυριά
- Βιομηχανία- ενεργειακό κόστος: Κόκκινη κάρτα από την Κομισιόν στο ιταλικό μοντέλο- Νέες διαβουλεύσεις και διλήμματα