Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, τα δεδομένα για τις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου αναδεικνύουν μια σύνθετη εικόνα, όπου οι αυστηρές κυρώσεις συνυπάρχουν με την ανθεκτικότητα των όγκων εμπορίου. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), ο όγκος του ρωσικού αργού πετρελαίου που διοχετεύεται στις διεθνείς αγορές παραμένει κατά 6% υψηλότερος από τα επίπεδα προ του 2022.

Παρά τη διατήρηση των υψηλών όγκων, η οικονομική απόδοση για τη Μόσχα έχει μεταβληθεί. Οι εξαγωγές κατευθύνονται πλέον σχεδόν αποκλειστικά (σε ποσοστό 93%) προς την Κίνα, την Ινδία και την Τουρκία. Λόγω των διεθνών πιέσεων και του μηχανισμού του ανώτατου ορίου τιμών (price cap), η Ρωσία υποχρεώνεται να διαθέτει το προϊόν της με σημαντικές εκπτώσεις. Το αποτέλεσμα είναι τα συνολικά έσοδα που τροφοδοτούν τον κρατικό προϋπολογισμό να καταγράφουν μείωση, υποχωρώντας κάτω από τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων.

1

O σκιώδης στόλος

Η διατήρηση της ροής του ρωσικού πετρελαίου στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο». Πρόκειται για δεξαμενόπλοια, συχνά μεγάλης ηλικίας και αδιευκρίνιστης ιδιοκτησίας, που λειτουργούν εκτός του δυτικού συστήματος ασφάλισης και ελέγχου. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, τα πλοία αυτά ξεπερνούν τα 1400, ενώ οι σχετικές λίστες εμπλουτίζονται συνεχώς. Το 2025 εκτιμάται ότι μετέφεραν πάνω από 3,5 δισ. βαρέλια.

Η ναυτιλιακή επιθεώρηση Lloyd’s List επισημαίνει ότι οι μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο (Ship-to-Ship – STS) σε διεθνή ύδατα αποτελούν τη βασική μέθοδο παράκαμψης των περιορισμών. Στο πλαίσιο αυτό, περιοχές έξω αλλά κοντά στα ελληνικά ύδατα, έχουν καταστεί κομβικά σημεία για αυτές τις δραστηριότητες. Η πρακτική αυτή επιτρέπει την απόκρυψη της αρχικής προέλευσης του φορτίου, ενώ παράλληλα εγείρει ζητήματα περιβαλλοντικής ασφάλειας λόγω της παλαιότητας των σκαφών.

Η αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων μέτρων παραμένει αντικείμενο συζήτησης μεταξύ αναλυτών και διεθνών οργανισμών. Ενώ τα πρόσφατα πακέτα κυρώσεων από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την ΕΕ στοχεύουν απευθείας συγκεκριμένα δεξαμενόπλοια του σκιώδους στόλου, η ικανότητα της Ρωσίας να μεταφέρει την ιδιοκτησία των πλοίων σε εταιρείες-βιτρίνες με έδρα στη Μέση Ανατολή ή την Ασία, δυσχεραίνει τον έλεγχο.

Συμπερασματικά, η αγορά ρωσικού πετρελαίου έχει μεταλλαχθεί σε ένα κλειστό σύστημα που, αν και αντιμετωπίζει αυξημένο λειτουργικό κόστος και χαμηλότερες τιμές πώλησης, συνεχίζει να διακινεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας, εκμεταλλευόμενο τα κενά στους μηχανισμούς εποπτείας της διεθνούς ναυτιλίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία χρησιμοποιεί τις συμμαχίες της με χώρες όπως η Λιβύη. Επιχειρεί να «γκριζάρει» και τους κανόνες της διεθνούς ναυτιλίας και να προωθήσει τα σχέδια ανάδειξής της σε ρυθμιστή των ενεργειακών ροών στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και «διαμεσολαβητή» μεταξύ της Ρωσίας και των διεθνών αγορών. Στην περιοχή, έχουν καταγραφεί αναφορές για λαθρεμπόριο καυσίμων και μεταφορτώσεις ρωσικού πετρελαίου κοντά στις λιβυκές ακτές, συχνά με την εμπλοκή παραγόντων που συνδέονται με τον ρωσικό παράγοντα στην περιοχή (π.χ. μέσω της παρουσίας της Wagner ή των διαδόχων της στη Λιβύη).

Διαβάστε επίσης:

Σταύρος Παπασταύρου μετά τις επαφές με Burgum και Wright: «Η ενέργεια αποτελεί πυλώνα ασφάλειας και ανάπτυξης»
Πόρισμα ΕΜΠ: Χωρίς αντιδιαβρωτική προστασία ο σωλήνας προπανίου στη Βιολάντα