Πέρυσι, το POLITICO επέλεξε έναν μάλλον αισιόδοξο τόνο για το μέλλον, παραθέτοντας ορισμένους —όχι εντελώς χωρίς χιούμορ— λόγους αισιοδοξίας για το 2025. Κάποιες προβλέψεις αποδείχθηκαν εύστοχες, άλλες όμως όχι τόσο: ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε πράγματι να τερματίσει (ίσως) τον πόλεμο στη Γάζα, αλλά η ειρήνη στην Ουκρανία αποδεικνύεται πολύ πιο δυσεύρετη.

Σε αυτό το τεύχος ακολουθούμε διαφορετική προσέγγιση, προσφέροντας αποδόσεις (odds) για ορισμένα σενάρια του 2026 — από την πολιτική επιβίωση τόσο του Ούγγρου Βίκτορ Όρμπαν όσο και του Ισραηλινού Μπενιαμίν Νετανιάχου, μέχρι τις πιθανότητες ενός χρηματοπιστωτικού κραχ και τους πιθανούς νικητές των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

1

Μια προειδοποίηση όμως: η πολιτική σε αυτή την αλλοπρόσαλλη εποχή είναι ακόμη πιο απρόβλεπτη από τον αθλητισμό. Και ακόμη περισσότερο με τον διαρκώς απρόβλεπτο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Μετά από έναν θυελλώδη πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του, έτσι βλέπουμε να εξελίσσονται τα πράγματα παγκοσμίως το 2026.

Ο Τραμπ καταφέρνει να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία

Παρά τις συζητήσεις για το ότι οι δυτικές κυρώσεις θα κατέρρεαν τη ρωσική οικονομία και θα έφερναν το Κρεμλίνο στα γόνατα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δείχνει ατάραχος. Ανεξαρτήτως της σφαγής στα μέτωπα ή των Ρώσων που στήνονται σε ουρές για καύσιμα λόγω ουκρανικών επιθέσεων με drones σε διυλιστήρια, παραμένει προσηλωμένος στις μαξιμαλιστικές του απαιτήσεις.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν εσωτερικά πολιτικά όρια στο τι μπορεί να αποδεχθεί ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι χωρίς να προκαλέσει λαϊκή αντίδραση.

Παρόλα αυτά, ο Τραμπ συχνά δείχνει να πιστεύει ότι μια συμφωνία είναι εφικτή. Μετά τη σύνοδο κορυφής με τον Πούτιν στην Αλάσκα, ο Τραμπ ακούστηκε σε ανοιχτό μικρόφωνο να λέει στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν ότι πιστεύει πως ο Πούτιν θέλει πραγματικά να «κάνει μια συμφωνία μαζί μου». «Νομίζω ότι θέλει να κάνει μια συμφωνία μαζί μου. Το καταλαβαίνεις αυτό; Όσο τρελό κι αν ακούγεται», πρόσθεσε.

Βεβαίως, η αδιαλλαξία του Ρώσου ηγέτη έχει αφήσει τον Τραμπ απογοητευμένο και κατά καιρούς να αναρωτιέται αν τον «δουλεύουν» — κάτι που, σύμφωνα με πληροφορίες, πιστεύει και η Μελάνια Τραμπ. Ο Πούτιν είναι επιδέξιος στο να κρατά τον Τραμπ σε αναμονή, με άψογο συγχρονισμό στις κινήσεις του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η τηλεφωνική συνομιλία διάρκειας δύο ωρών τον περασμένο μήνα, όπου άφησε να αιωρείται το ενδεχόμενο συνόδου κορυφής, ακριβώς τη στιγμή που ο Τραμπ άφηνε να εννοηθεί ότι ίσως δώσει στην Ουκρανία πυραύλους Tomahawk.

Κατά μία άποψη, η παράταση του πολέμου εξυπηρετεί τον Πούτιν. Επιβαρύνει περαιτέρω τις οικονομικά πιεσμένες ευρωπαϊκές χώρες, απειλεί να ραγίσει τη διατλαντική συμμαχία και βοηθά τον σύμμαχό του, Σι Τζινπίνγκ, να υπολογίσει αν —και πότε— θα κινηθεί προς την Ταϊβάν. Επιπλέον, ένα απότομο τέλος του πολέμου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το ίδιο το καθεστώς του. Μια ξαφνική έξοδος από την πολεμική οικονομία θα προκαλούσε «σκληρό και αδυσώπητο ανταγωνισμό για ολοένα λιγότερους πόρους», σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Έλα Πανεγιάχ.

Με τη σοβαρή έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού στην Ουκρανία —οι ουκρανικές μονάδες μπορούν να αναπτύξουν μόλις δώδεκα στρατιώτες ανά χιλιόμετρο μετώπου— πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο ρήγματος στη γραμμή άμυνας. Με λίγα λόγια, ο Πούτιν μπορεί να υπολογίζει ότι έχει περισσότερα να κερδίσει επιμένοντας: περισσότερα εδάφη, εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση τόσο αποδυναμωμένες ώστε να μην έχουν αξία και περιορισμούς στο μέγεθος του μεταπολεμικού ουκρανικού στρατού — δημιουργώντας το έδαφος για μελλοντική αναβίωση των ρωσικών αναθεωρητικών φιλοδοξιών.

Το αντεπιχείρημα; Η ρωσική οικονομία πιέζεται από υψηλά επιτόκια, ελλείψεις εργατικού δυναμικού και αυξανόμενο κόστος κρατικού δανεισμού. Υπάρχει ανησυχία για τα «κόκκινα» δάνεια των ρωσικών τραπεζών. Το σημερινό καθεστώς πραγμάτων ίσως να μην είναι βιώσιμο επ’ άπειρον. Από την άλλη, και η Ουκρανία θα μπορούσε να βρεθεί στα σχοινιά αυτόν τον χειμώνα, καθώς η Ρωσία συνεχίζει αδιάκοπα να πλήττει την ενεργειακή της υποδομή και οι Ευρωπαίοι δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν επαρκώς το Κίεβο.

Απόδοση 4/1

Το 2026 είναι η χρονιά που η αγορά ομολόγων λέει «ως εδώ»

Ο Τζέιμς Κάρβιλ, γκουρού της προεκλογικής εκστρατείας του Μπιλ Κλίντον, είχε πει κάποτε ότι θα ήταν διασκεδαστικό να μετενσαρκωθεί κανείς ως η αγορά ομολόγων. «Μπορείς να εκφοβίσεις τους πάντες», έλεγε.

Ακόμη και ο Τραμπ φαίνεται να κατανοεί ότι υπολείπεται ιεραρχικά των πραγματικών «αφεντικών του σύμπαντος» — των vigilantes των ομολόγων, των διαχειριστών hedge και συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και των μεγάλων χρηματοοικονομικών παικτών. Την άνοιξη αναγκάστηκε να παγώσει την πολιτική των «ανταποδοτικών δασμών» όταν η αγορά ομολόγων δυσαρεστήθηκε.

Η τεράστια συλλογική ισχύς των παγκόσμιων επενδυτών φάνηκε ξεκάθαρα πριν από τρία χρόνια, όταν αντέδρασαν αρνητικά στο κακοσχεδιασμένο μίνι-προϋπολογισμό της Λιζ Τρας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πρωθυπουργία της διήρκεσε μόλις 49 ημέρες — η συντομότερη στην ιστορία της χώρας.

Πόσοι ακόμη δυτικοί ηγέτες μπορεί να οδηγηθούν στην έξοδο το 2026 από την πίεση των αγορών ομολόγων, καθώς αδυνατούν να συγκρατήσουν τα αυξανόμενα ελλείμματα; Η κακή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών, από την Ιαπωνία έως τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, κρατά το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού κοντά σε πολυετή υψηλά. Οι δημοσιονομικές προκλήσεις αυξάνονται, και η προσπάθεια να καθησυχαστούν οι αγορές θα είναι ανηφορική.

Απόδοση: 5/1

Ο Νετανιάχου επιβιώνει ξανά

Δεν τον αποκαλούν τυχαία «Μάγο». Όταν όλα έμοιαζαν χαμένα στην πολιτική καριέρα του Μπενιαμίν Νετανιάχου, εκείνος κατάφερνε να επιστρέψει. «Είναι ένας εμμονικός, αδυσώπητος μαχητής — η αποτυχία δεν αποτελεί επιλογή», σημείωσε ένας από τους βιογράφους του.

Παρά το σοκ της 7ης Οκτωβρίου και τις νομικές του περιπέτειες, ο Νετανιάχου έχει βελτιώσει σταδιακά τη θέση του. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το Λικούντ να ανακάμπτει, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στον Λίβανο και την ταπείνωση του Ιράν. Ο Τραμπ πιθανόν του έκανε και ένα μεγάλο δώρο, πιέζοντάς τον να αποδεχθεί το σχέδιο ειρήνης για τη Γάζα.

Οι αντίπαλοί του ελπίζουν σε ενωμένο μέτωπο, με τον Ναφτάλι Μπένετ να επιχειρεί να μετατρέψει τις εκλογές σε προσωπική μονομαχία με τον «Μπίμπι». Έχει άραγε ο Νετανιάχου κι άλλον άσο στο μανίκι του;

Απόδοση: 3/1

Ο «Viktator» της Ουγγαρίας κερδίζει ξανά

Ποιος θα στοιχημάτιζε εναντίον του Βίκτορ Όρμπαν να οδηγήσει το εθνικοσυντηρητικό κόμμα του, το Fidesz, σε μία ακόμη κοινοβουλευτική νίκη;

Ο «Viktator» —ένα λογοπαίγνιο που συνδυάζει το μικρό του όνομα με την ουγγρική λέξη για τον δικτάτορα— έχει επικρατήσει στις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Ως «μαύρο πρόβατο» για τους κεντρώους και την Αριστερά της Ευρώπης, εκείνοι θα είναι αποφασισμένοι να τον δουν να σκοντάφτει αυτή τη φορά, όταν οι Ούγγροι προσέλθουν στις κάλπες τον Απρίλιο, επιδιώκοντας να απαλλαγούν από την παρελκυστική του στάση απέναντι στην ΕΕ.

«Οι εκλογές δεν πρόκειται να είναι ερμητικά αποκομμένες από την υπόλοιπη Ευρώπη», λέει γελώντας ο Φρανκ Φουρέντι, επικεφαλής του παραρτήματος στις Βρυξέλλες του κυβερνητικά υποστηριζόμενου ουγγρικού κολεγίου Mathias Corvinus Collegium. Ο Φουρέντι προβλέπει ότι η Ουγγαρία θα αποτελέσει το πεδίο μιας τεράστιας ιδεολογικής σύγκρουσης, πολώνοντας ακόμη περισσότερο μια ήδη βαθιά διχασμένη χώρα.

Ο Τραμπ, οι influencers του κινήματος MAGA και οι σύμμαχοι του Όρμπαν στην ομάδα Patriots for Europe θα είναι εξίσου αποφασισμένοι να τον δουν να παραμένει πρωθυπουργός. Ήδη αντλούν αισιοδοξία, λέει ο Φουρέντι, από το αποτέλεσμα των κοινοβουλευτικών εκλογών της Τσεχίας τον Οκτώβριο, όπου το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα ANO του Αντρέι Μπάμπις κατήγαγε μεγάλη νίκη. Πηγή αυτοπεποίθησης αποτελεί επίσης η φετινή εκλογή ενός εθνικοσυντηρητικού προέδρου στην Πολωνία. Ωστόσο, ακόμη και οι πιστοί του Όρμπαν δεν αμφιβάλλουν ότι αυτή θα είναι η δυσκολότερη εκλογική μάχη που έχει δώσει τα τελευταία 15 χρόνια, με το πλεονέκτημα της εξουσίας να λειτουργεί αυτή τη φορά εις βάρος του.

Η προεκλογική εκστρατεία έχει ήδη ξεκινήσει. Ο Πέτερ Μάγιαρ, ευρωβουλευτής και πρώην στέλεχος του Fidesz, είναι ο βασικός αντίπαλος του Όρμπαν και ελπίζει να εκμεταλλευτεί τη γενικευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια λόγω του ρεκόρ πληθωρισμού, των οικονομικών προβλημάτων και μιας σειράς πολιτικών σκανδάλων. Ποντάρει στο ότι η «κόπωση από τον Όρμπαν» θα αρχίσει να γίνεται αισθητή. Το φιλοδυτικό, κεντροδεξιό κόμμα του, το Tisza, κινείται στήθος με στήθος με το Fidesz σε πολλές δημοσκοπήσεις, αν και ορισμένοι ανεξάρτητοι δημοσκόποι θεωρούν ότι ο Μάγιαρ προηγείται.

Ωστόσο, ένας στους τέσσερις Ούγγρους παραμένει αναποφάσιστος. «Λίγη πονηριά και πολλή προεκλογική εκστρατεία» θα μπορούσαν να μεταβάλουν τις ισορροπίες, σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή Πέτερ Κρέκο από το think tank Political Capital με έδρα τη Βουδαπέστη. «Το προβάδισμα του Tisza δεν είναι αμετάβλητο».

Ο Όρμπαν παρουσιάζει τον Μάγιαρ ως μαριονέτα της ΕΕ και ακόμη ως ουκρανό πράκτορα επιρροής που θέλει να σύρει την Ουγγαρία σε πόλεμο. Θα ελπίζει ότι η λαϊκιστική, αντιευρωπαϊκή ρητορική του, με τη βοήθεια ενός μιντιακού τοπίου που ελέγχεται από φίλους του, θα μετατοπίσει το επίκεντρο της εκλογικής αναμέτρησης προς τους «πολιτισμικούς πολέμους». Και μπορεί —για ακόμη μία φορά— να πετύχει.

Απόδοση 2/1

Μια κρίση στη σκιώδη τραπεζική

Και ας μην παραλείψουμε μια ανησυχητική σκέψη για την ανεξέλεγκτη αγορά ιδιωτικής πίστωσης και τις λεγόμενες «σκιώδεις τράπεζες». Ο κατά τα άλλα συγκρατημένος διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, έχει ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.

Τον Οκτώβριο προειδοποίησε για παραλληλισμούς με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία πυροδοτήθηκε από τη φούσκα της αμερικανικής αγοράς κατοικίας, τροφοδοτούμενη από εύκολο δανεισμό και την έκδοση επισφαλών στεγαστικών δανείων (subprime), τα οποία στη συνέχεια «πακεταρίστηκαν» σε αδιαφανή χρηματοοικονομικά προϊόντα που διέσπειραν τον κίνδυνο σε ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο κίνδυνος μετατράπηκε σε μετάδοση κρίσης. Θα γονατίσει άραγε ξανά το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;

Οι αγορές ιδιωτικής πίστωσης έχουν εξελιχθεί σε βασική πηγή χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι οι παραδοσιακές τράπεζες δεν ανέκτησαν ποτέ την όρεξή τους για πιο ριψοκίνδυνο δανεισμό μετά την κρίση του 2008, ενώ παράλληλα περιορίστηκαν από αυστηρότερο ρυθμιστικό έλεγχο.

Τα hedge funds και τα private equity funds που απαρτίζουν τον τομέα της σκιώδους τραπεζικής αντιπροσωπεύουν πλέον λίγο λιγότερο από το μισό των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, συνολικής αξίας περίπου 250 τρισ. δολαρίων, σύμφωνα με το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας των ΗΠΑ.

Το θετικό είναι ότι, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές και επενδυτικές τράπεζες, δεν χρησιμοποιούν καταθέσεις ιδιωτών για να επενδύουν σε μακροπρόθεσμα, μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία· αντλούν και δανείζονται κεφάλαια από επενδυτές, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό αποδέχονται ότι τα χρήματά τους θα παραμείνουν δεσμευμένα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Αυτό μειώνει τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους για τις σκιώδεις τράπεζες — άρα, θεωρητικά, δεν θα έπρεπε να υπάρξουν μαζικές αποσύρσεις, όπως για παράδειγμα συνέβη με τη Lehman Brothers το 2008.

Αυτό όμως ισχύει στη θεωρία. Αν η αγορά ιδιωτικής πίστωσης κλονιστεί, είναι βέβαιο ότι θα επηρεαστούν και άλλα τμήματα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και οι κυβερνήσεις, με περιορισμένα ταμειακά περιθώρια, δεν θα είναι σε θέση να οργανώσουν μια διάσωση όπως το 2008 — ιδίως σε μια περίοδο ακόμη εντονότερης λαϊκιστικής εξέγερσης. Επιπλέον, οι σκιώδεις τράπεζες έχουν ποντάρει βαριά στην τεχνητή νοημοσύνη — και η έκρηξη της AI μπορεί να αποδειχθεί μια φούσκα έτοιμη να σκάσει. Ίσως σύντομα να είναι ώρα για κάλυψη.

Απόδοση 3/1

Δημοκρατικοί εναντίον Ρεπουμπλικανών

Θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τους Ρεπουμπλικανούς να διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Το κόμμα του εκάστοτε προέδρου σχεδόν πάντα χάνει τον έλεγχο της Βουλής στις ενδιάμεσες εκλογές — μόνο δύο φορές από το 1938 και μετά δεν συνέβη αυτό. «Και οι δύο εξαιρέσεις αντανακλούσαν ασυνήθιστες συνθήκες», σύμφωνα με τον William A. Galston του Brookings Institution, ενός κεντρώου think tank. Το 2002, οι Ρεπουμπλικανοί του προέδρου Τζορτζ Ου. Μπους “καβάλησαν” το κύμα συσπείρωσης γύρω από τη σημαία μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου· ενώ το 1998 οι Δημοκρατικοί του Μπιλ Κλίντον ωφελήθηκαν από τη μη δημοφιλή προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να τον παραπέμψουν σε καθαίρεση.

Την αποστολή των Δημοκρατικών την επόμενη χρονιά περιπλέκει ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο ανακατανομής εκλογικών περιφερειών που προωθήθηκε από τον Τραμπ στο Τέξας και σε άλλες πολιτείες, το οποίο αναμένεται να χαρίσει επιπλέον έδρες στους Ρεπουμπλικανούς — αν και ένα μέρος αυτού θα εξισορροπηθεί από αντίστοιχες κινήσεις των Δημοκρατικών στην Καλιφόρνια. Παρ’ όλα αυτά, με τους Ρεπουμπλικανούς να διαθέτουν μόνο οριακή πλειοψηφία στη Βουλή, οι Δημοκρατικοί θεωρούνται φαβορί για να ανακτήσουν τον έλεγχο, ιδίως αν η καθαρή δημοτικότητα του Τραμπ παραμείνει αρνητική. Ενθαρρυντικό σημάδι για το κόμμα αποτέλεσαν οι μεγάλες νίκες των Δημοκρατικών στις εκλογές για κυβερνήτη στο Νιου Τζέρσεϊ και τη Βιρτζίνια τον Νοέμβριο.

Η Γερουσία, ωστόσο, είναι διαφορετική υπόθεση. Οι Ρεπουμπλικανοί (GOP) διαθέτουν σήμερα πλειοψηφία έξι εδρών και αγωνίζονται σε πολύ πιο ευνοϊκό έδαφος. Αν και θα υπερασπιστούν 22 έδρες στις επόμενες εκλογές, έναντι 13 των Δημοκρατικών, οι περισσότεροι εν ενεργεία γερουσιαστές τους θεωρούνται ασφαλείς. Μόνο ένας Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής διεκδικεί επανεκλογή σε πολιτεία που ψήφισε την Κάμαλα Χάρις στις περσινές προεδρικές εκλογές. Αντίθετα, δύο εν ενεργεία Δημοκρατικοί γερουσιαστές θα κατέβουν σε πολιτείες που κέρδισε ο Τραμπ πέρυσι.

Συνολικά, οι Ρεπουμπλικανοί στη Γερουσία φαίνεται να βρίσκονται σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με τους ομοϊδεάτες τους στη Βουλή. Για να κερδίσουν οι Δημοκρατικοί τη Γερουσία θα απαιτούνταν ένα τεράστιο κύμα αντι-Τραμπικής οργής που θα σάρωνε ακόμη και μερικές από τις πιο συντηρητικές πολιτείες της χώρας. Είναι απίθανο — αλλά έχουν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα.

Δημοκρατικοί κερδίζουν τη Βουλή: 2/1
Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τη Γερουσία: 2/1