ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Καρλ Λάγκερφελντ δεν υπήρξε απλώς ένας σχεδιαστής κομψών, ακριβών ρούχων, αλλά ένας θρύλος του στιλ, μια δημιουργική ιδιοφυία, ο Κάιζερ της μόδας και για πολλούς η ίδια η ψυχή της.
Από τον θάνατο του, το 2019, η φιγούρα του με την κατάλευκη αλογοουρά του, τα δαντελένια πουκάμισα, τα άσπρα χιονάτα σα πανοπλίας κολάρα, τα γάντια χωρίς δάχτυλα, η βεντάλια που κρατούσε σαν ξίφος, το αφόρητα αλαζονικό ύφος του, τα μαύρα γυαλιά για να μη φαίνεται το μυωπικό του βλέμμα και «μοιάζει σαν καλοκάγαθος σκύλος» και οι δηλητηριώδες ατάκες παραμένουν αξέχαστα, σαν λατρευτικά στοιχεία ενός παριζιάνικου τοτέμ.
Ο άνθρωπος πίσω από τη Chanel και τη Fendi, ο «τελευταίος των μεγάλων», ο εκκεντρικός, σκληρός, αυστηρός, που είχε πάντα έναν άνθρωπο, όρθιο στη σκιά του, για να του κρατά την Coca-Cola του, με την οποία είχε πάθος, κυνικός μέχρι τέλους και δηλητηριώδης, έλεγε για τον έρωτα: «Ω! Υπερτιμημένος κι αυτός»!
Μα, υπήρχε ο Μπατίστ Τζιαμπικόνι! Εκείνος, που ο Καρλ κάποτε φωτογράφησε ως Έλληνα θεό, εκτυφλωτικά γυμνό, με ένα ασημένιο κέλυφος, στο μόνο σημείο που ο μετρ επέτρεπε σκιές, και που στην παρουσίαση του ημερολογίου της Pirelli «Μυθολογία», στη σάλα είχε μόνο τη δική του φωτογραφία, σε φυσικό μέγεθος.
Ο 18χρονος νεαρός, που σπούδαζε μηχανικός αεροσκαφών, είχε ήδη μπει, κυριαρχικός και παντοδύναμος, στη ζωή του θρυλικού δημιουργού, που μετρούσε πια 75 χρόνια. «…Θυμάμαι στη μελαγχολία μου το κάλλος του Καισαρίωνα, εκείνον τον νεαρό βασιλιά που περνούσε σα θεός στην αυλή» είναι ο στίχος του Καβάφη και ο Λάγκερφελντ είχε βρει την ενσάρκωση ενός ισόθεου ανδρικού ιδανικού που, ω δεν έγινε ποτέ και, ίσως, δεν τόλμησε, στα αλήθεια και άνευ όρων, να αγαπήσει.
Karl et moi ή ίσως figure paternelle
Ο Μπατίστ Τζιαμπικόνι γεννήθηκε το 1989 στο Μαρτίγκ με τα διυλιστήρια, τα πετροχημικά εργοστάσια και λιμενικές δραστηριότητες της περιοχής Fos-sur-Mer, στη Νότια Γαλλία, έχοντας ιταλική καταγωγή, από γονείς με ρίζες στην Κορσική. Ο πατέρας του ήταν μηχανικός και η μητέρα του εργαζόταν σε σχολική καντίνα. Ήταν μια οικογένεια της εργατικής τάξης, που ακόμη και μια γρίπη των γονιών μπορούσε να τους στερήσει το μεροκάματο και να κάνει τον βιοπορισμό αβάσταχτο. Ο αβάσταχτα νεαρός και αφοπλιστικά όμορφος μας Μπατίστ βρέθηκε για τις σπουδές του στη Μασσαλία, ένα παιδί της μεσογειακής γαλλικής επαρχίας με ήσυχη, απόλυτα προβλέψιμη διαδρομή ζωής – αν υπάρχει τέτοιο πράγμα.
Λίγους μήνες από όταν έγινε 18 ετών, το 2007, μπήκε σε ένα πρακτορείο μοντέλων για να βγάλει κάποια χρήματα. Μα ήταν, όπως περιγράφει και ο Τόμας Μαν στο Θάνατος στη Βενετία τον Τάτζιο, «εξαιρετικά όμορφος. Το πρόσωπό του θύμιζε τις πιο ευγενείς στιγμές της ελληνικής γλυπτικής, ωχρό, με τη γλυκύτητα μιας μελαγχολίας, πλαισιωμένο από ξανθές μπούκλες στο χρώμα του μελιού. Η έκφρασή του είχε κάτι το απόμακρο, περήφανο, σχεδόν περιφρονητικό — κι όμως, παρέμενε προσιτή, τρυφερή, έτσι όπως μόνο η νιότη μπορεί να είναι».
Ο Μπατίστ της εργατικής τάξης θα διακτινιστεί στο Παρίσι και εκεί, σχεδόν σαν να ήταν σκηνοθετημένο, θα συναντήσει, αμέσως, τον Καρλ Λάγκερφελντ ή, καλύτερα, θα τον δει, θα τον προσέξει, θα τον διαλέξει ο ίδιος ο Κάιζερ. Κεραυνοβόλα θα τον πάρει κοντά του, δίπλα του, μαζί του. Θα τον φωτογραφίσει, θα τον κάνει κεντρικό του μοντέλο, θα τον ντύσει αλλιώς, θα τον υψώσει στις πασαρέλες, θα τον τοποθετήσει κάτω από τους πιο φωτεινούς πολυελαίους των παρισινών σαλονιών, θα τον σηκώσει σε ένα ιδεατό βάθρο σαν είδωλο νέας θρησκείας. Ο παρ’ ολίγον τεχνικός αεροσκαφών είναι, πια, το πρόσωπο -και το σώμα!- της Chanel, του Fendi, του οίκου Karl Lagerfeld.
Ο ίδιος ο Μπατίστ, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Karl et moi, γράφει: «Ο Καρλ δεν ήξερε τι να κάνει με τα συναισθήματά του. Ήθελε να μ’ έχει κοντά, να με φροντίζει, να με προσέχει, να με διαμορφώσει, όπως εκείνος ονειρευόταν τον εαυτό του σε νεαρή ηλικία». Και αλλού λέει πως «είχε αναφέρει την ιδέα να με υιοθετήσει. Δεν το έκανε τελικά, αλλά ένιωθα πάντα σαν να ήμουν ο γιος του. Ο μόνος του γιος». Ήταν, λοιπόν, «γιος» ή καθρέφτης, φαντασίωση ή επινόηση και, για λίγο ακόμη, το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο του Καρλ.
Οι 9 κληρονόμοι, η γάτα Βιρμανίας, οι offshore, το φορολογικό θρίλερ και ο «γιος» Μπατίστ
Όμως οι κοινωνίες δεν αναλύουν συναισθήματα, πλατωνικά ή μη, πατρικά ή δήθεν τέτοια, σχέσεις με υπονοούμενα ή άλλες που δίνουν τελευταία ευκαιρία στα δικαιώματα των κορμιών και της σάρκας. Οι, δε, φορολογικές αρχές ακόμα λιγότερο. Όταν ο Λάγκερφελντ πέθανε το 2019, άφησε πίσω του μια περιουσία, που, σύμφωνα με εκτιμήσεις, κυμαινόταν γύρω στα 200 εκατομμύρια ευρώ. Η γαλλική Εφορία, με αυτή την καφκικά εφιαλτική σχολαστικότητα της δημόσιας τάξης, εντόπισε παρατυπίες! Να, οι εταιρείες-κελύφη και ιδού οι μεταφορές κεφαλαίων σε offshore και πουθενά ούτε ένα ίχνος νόμιμης δήλωσης εισοδήματος! Ο ίδιος ο Γερμανός, γεννημένος στο Αμβούργο, Λάγκερφελντ, που έκανε την περιουσία του στο Παρίσι, ήταν φορολογικός κάτοικος Μονακό, χωρίς να διατηρεί εκεί ούτε πλακάκι σε wc πραγματικής κατοικία.
Η φορολογική βόμβα, που έσκασε μετά τον θάνατό του, άγγιξε πρώτα εκείνους που πίστευαν πως θα τον κληρονομήσουν. Ο Μπατίστ Τζιαμπικόνι, ανάμεσά τους, φέρεται να διεκδίκησε ποσοστό έως και 30% της περιουσίας. Φρόντισε, μάλιστα, όχι μόνο να το δηλώσει δημοσίως πολλές φορές, αλλά να γράψει ακόμη και βιβλίο για να το διατρανώσει. Φυσικά, οι συνεργάτες και όσοι είχαν επενδύσει χρόνια, υπομένοντας τον δύστροπο χαρακτήρα του, τις απαιτήσεις του, τα φαρμακερά σχόλια του Καρλ, διέψευσαν τον ωραίο, καλομαθημένο νεαρό και έκαναν λόγο για υπερβολές και ευσεβείς πόθους και μυθεύματα.
Εκείνος όμως επέμενε. Στο περιβόητο βιβλίο του, μάλιστα, καταγράφει το τελευταίο τηλεφώνημα του με το ιερό τέρας της μόδας. «Μου είπε», γράφει ο Μπατίστ Τζιαμπικόνι, «πως «συγγνώμη που δεν σε έκανα νόμιμα γιο μου. Σου ανήκει ό,τι είμαι». Αν το είπε, θα ήταν η πιο τρυφερή δήλωση. Αν δεν το είπε, θα ήταν η πιο έξυπνη αφήγηση.
Νιάουουου…
Η υπόθεση καθυστέρησε επί τέσσερα χρόνια. Οι εννέα καταγεγραμμένοι κληρονόμοι, ανάμεσά τους οι βοηθοί, οι οικονόμοι, ο σοφέρ του σχεδιαστή και, φυσικά, ο Τζιαμπικόνι, μπλέχτηκαν σε μια περίπλοκη διαπραγμάτευση με το γαλλικό Δημόσιο. Χρειάστηκε να καλύψουν κοινό πρόστιμο και να καταβάλουν αθροιστικά φόρους ύψους 20 εκατομμυρίων ευρώ, ώστε να αποδεσμευτεί η διαθήκη. Κάποιοι αποποιήθηκαν το μερίδιο τους. Άλλοι το πούλησαν.
Η περιουσία άρχισε να ρευστοποιείται. Τα διαμερίσματα του Λάγκερφελντ, η βιβλιοθήκη του, ακόμα και το μπουντουάρ του, δημοπρατήθηκαν. Μέχρι και η γάτα του σχεδιαστή, η διάσημη Σουπέτ, απέκτησε διαχειριστή, συνεργασίες και μάνατζερ. Ίσως, τελικά, αυτή να κληρονόμησε τα περισσότερα απ’ όλους!
Η Σουπέτ, το λευκό βιρμανικό γατάκι με μάτια πιο μπλε κι από τα κουτιά των Tiffany, δεν ήταν απλώς μια γάτα, αλλά για τον Καρλ ένα σύμβολο ραφιναρίσματος, ελέγχου, τελειότητας. Ήταν η περσόνα με το δικό της Instagram, Twitter, συνεντεύξεις Τύπου, ακόμη και συμβόλαια για καμπάνιες! Ζούσε, σύμφωνα με τις εντολές του Λάγκερφελντ, σαν παλιά χολιγουντιανή σταρ με προσωπική καμαριέρα, ιδιωτικό σεφ και βοηθούς για κάθε της ανάγκη. Η ήρεμη σαν στοχαστική γάτα, με το ήπιο, στωικό ταμπεραμέντο και το ύφος σαν να γνωρίζει κάτι που όλοι οι άλλοι αγνοούν, έμοιαζε σαν να ήταν η μόνη και πραγματική του κληρονόμος, μόνο που δεν μπορούσε να ανοίξει λογαριασμό καταθέσεων.

Ήταν ο Μπατίστ, ο πρώτος άνθρωπος της Σουπέτ, πριν την χαρίσει, αφού η γάτα Βιρμανίας τον διάλεξε βέβαια, στον Καρλ και παρακολουθούσε όλο αυτό το θέατρο της κληρονομιάς, με τα χλευαστικά σχόλια στον παγκόσμιο Tύπο, διατηρώντας διακριτική ψυχραιμία. Μάλιστα, επέδειξε αυτοκυριαρχία, καλλιεργώντας μια δημόσια εικόνα αποστασιοποιημένου μεν, ευγνώμονος δε, ανθρώπου που ευτύχισε να είναι ο εκλεκτός του ιερού τέρατος της μόδας.
Δεν του ζήτησε τίποτα, μόνο μια φορά, να ανασαίνει δίπλα του όσο κοιμάται
Ο ωραίος -36χρονος πλέον- Μπατίστ συνέχισε να ποζάρει σε φωτογραφήσεις, να χτίζει καμπάνιες με luxury brands, να πρωταγωνιστεί στην παρισινή ελίτ, αλλά χωρίς υπερβολές και προκλητικότητα. Δεν υπάρχει ούτε μία ανάρτησή του όπου να εκφράζει πικρία. Μόνο ψιθυριστός θαυμασμός για εκείνον που έφυγε και μία κάποια σιωπηλή επιμονή ότι ήταν ο μόνος που ένιωσε γιος του δημιουργού, που αποδομούσε τον ίδιο του τον εαυτό λέγοντάς πως «μια σχετική αίσθηση του χιούμορ και λίγη ασέβεια, αυτά χρειάζεται ένας θρύλος». Στο Karl et moi, ο Τζιαμπικόνι περιγράφει μια από τις πιο εύθραυστες στιγμές τους.
Ο Καρλ, που λάτρευε τη λογοτεχνία και το διάβασμα και που πάντα, στο κομοδίνο του, είχε το Φάουστ του Γκαίτε, κάλεσε το νέο αγόρι να του διαβάσει ένα ποίημα του Πωλ Ελυάρ. Εκείνος δεν καταλαβαίνει τον σουρεαλιστικό, επαναστατικό λόγο του ποιητή. Του λέει: «Μπορείς να μου το εξηγήσεις;». Ο Λάγκερφελντ απαντάει κοφτά: «Όταν κάποιος πρέπει να εξηγήσει ένα ποίημα, δεν είναι πια ποίημα». Αυτός ο διάλογος, κατά τον Μπατίστ, συμπυκνώνει τη σχέση τους. Ένας λαμπρός, μεγαλοφυής άνδρας, που δεν ήξερε πώς να δείξει αγάπη κι ένας νεαρός, σχεδόν έφηβος ακόμα, που προσπαθούσε να είναι αντάξιος ενός ονείρου, που δεν ήταν, καν, δικό του. Η σχέση, όμως, παραμένει αόριστη.
Η παγκόσμια φαντασίωση αναζητά ακόμα το πόσο βαθιά πήγε η σχέση τους, αν ήταν πράγματι πλατωνική ή όχι, αν όταν ο Καρλ δήλωνε σε συνεντεύξεις πως δεν είχε αγγίξει άνθρωπο σωματικά για δεκαετίες το εννοούσε και αν είναι δυνατόν να μην τον ενδιέφερε το σεξ, όπως τόνιζε. Ο Μπατίστ λέει πως δεν υπήρξε ποτέ τίποτα παραπάνω μεταξύ του, παρά μια σχέση μέντορα και προστατευόμενου, αυστηρά ιεραρχική, βαθιά, όμως, συναισθηματική. Πως κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι μόνο όταν ο Καρλ, σε κρίσεις πανικού, χρειαζόταν κάποιον να ανασαίνει δίπλα του. Και πως ο μύθος της μόδας δεν του ζήτησε ποτέ τίποτα που ο ίδιος δεν ήταν πρόθυμος να δώσει.
Μοιάζει ο Λάγκερφελντ να έβλεπε στον Τζιαμπικόνι τον εαυτό του όπως θα ήθελε να είχε υπάρξει ως όμορφος, ανέμελος, νέος, ιδανικός, χωρίς το απόλυτο των γηρατειών και το ασήκωτο βάρος της μνήμης. Ο Τζιαμπικόνι, από την άλλη, βρήκε έναν προστάτη, την πατρική φιγούρα, την ιδιοφυία που τον τράβηξε από τον επαρχιωτισμό του, στο κέντρο του κόσμου και του έδωσε προορισμό και, κυρίως, ταυτότητα.
Le beau Baptiste, pour de bon
Όταν ο Πυγμαλίωνας του δεν ζούσε πια, ο Τζιαμπικόνι συνέχισε με εμφανίσεις σε τηλεοράσεις, συνεντεύξεις, παρουσία στα social media, τηρώντας την ενστικτωδώς έξυπνη στρατηγική να μη λέει, ποτέ, πολλά. Δεν κατονομάζει ποσά. Δεν αποκαλύπτει ονόματα. Δεν φανερώνει έγγραφα. Όλα λειτουργούν με νύξεις και με συναισθηματική φόρτιση.
Η κληρονομιά, τελικά, είναι για εκείνον όχι μόνο οικονομική, αλλά κυρίως υπαρξιακή. Σε μια τηλεοπτική του εμφάνιση είπε πως «δεν με ενδιέφεραν, ποτέ, τα χρήματα. Με ενδιέφερε να με θυμάται και να του είμαι σημαντικός. Με ενδιέφερε να ένιωθε πως ήμουν κάποιος που τον αγαπούσε χωρίς να τον φοβάται». Και όσο το γαλλικό κράτος διερευνούσε το θρίλερ των χρημάτων του Λάγκερφελντ και των κληρονόμων του, ο Μπατίστ έδειχνε υπομονή.
Όσο το Δημόσιο πουλούσε ακόμα και την κομψή καρέκλα όπου καθόταν ο Καρλ για να σχεδιάσει την τελευταία του κολεξιόν, εκείνος προωθούσε το βιβλίο του.
Έκανε περιοδεία στη Γαλλία, μιλώντας σε βιβλιοπωλεία, σε κοινό που δεν ήξερε αν διαβάζει για τη μόδα ή για έναν ερωτικό ύμνο που έμεινε μισοτελειωμένος.
Το βλέμμα του στα εξώφυλλα ήταν πάντα όμορφο, αλλά ανεξιχνίαστα ήρεμο με τη γνώση πως ο χρόνος κυλάει μόνο για εκείνον που έμεινε πίσω.
Και η σελίδα απ’ το βιβλίο του σημαδεύεται στο απόσπασμα που περιγράφει την πρώτη φορά που είδε τον Καρλ να κοιμάται. «Ήταν η μόνη στιγμή που μου έμοιαζε τόσο μικρός, σα παιδάκι», γράφει. «Κοιμόταν με τα γυαλιά στο κομοδίνο, τα μαλλιά ελαφρώς λυμένα, το στόμα ανοιχτό. Τότε κατάλαβα πόσο άνθρωπος ήταν. Πόσο φοβόταν».
Και τελικά, να, που αυτό το βιβλίο δεν ψάχνει αδιάντροπα, στην ανάμνηση μιας διασημότητας, σκανδαλοθηρικά για γαργαλιστικές αποκαλύψεις, δεν είναι ένα απλό success story, αλλά μια ανθρώπινη σχέση, ένα σημείο επαφής, με όρους ψυχολογικής εξάρτησης και συναισθηματικής ανταπόδοσης. Στα social media, ο Τζιαμπικόνι δεν υιοθέτησε την τακτική των κραυγαλέων δηλώσεων για τη ζωή του με τον Λάγκερφελντ, αλλά οι αναρτήσεις του σχεδόν πάντα αφορούν τον ίδιο, την εικόνα του, την πορεία του, τη ζωή του.
Ποτέ δεν έγραψε για το πώς ένιωσε όταν έμαθε το ύψος των φόρων, των προστίμων και του τελικού ποσού κληρονομίας, ούτε πως είναι να βλέπει τα απόλυτα προσωπικά αντικείμενα του Καρλ να βγαίνουν σε δημοπρασία. Δεν απάντησε σε ερωτήσεις για το ποιος πήρε τι. Είναι σαν να έχει αποδεχτεί πως ό,τι έπρεπε να κερδίσει, το είχε ήδη αποκτήσει.
Ο Μπατίστ Τζιαμπικόνι δεν έγινε διάσημος επειδή υπήρξε το ωραιότερο μοντέλο της δεκαετίας του 2010. Ούτε επειδή ήταν ο πανέμορφος νεαρός που ένα ιερό τέρας, με ασυνήθιστη ισχύ, διάλεξε και του άλλαξε τη ζωή. Τελικά, ίσως ούτε η κληρονομιά να έχει πια σημασία – κι ακόμα λιγότερη αξία, αν σκεφτεί κανείς όσα απέμειναν μετά την εφορία.
Ίσως αυτή η ιστορία να μην αφορά μόνο τη μόδα, τις διαθήκες, τις εκατομμυριούχες γάτες, τις λουσάτες ζωές και τα χρήματα. Αλλά έναν ζωντανό, φτιαγμένο από σάρκα, καθρέφτη ενός άντρα που δεν άντεχε τον θάνατο. Και όταν, κάποτε, τελειώσει ο θόρυβος από τις δημοπρασίες, τα τιμολόγια, τα tweets και τα αστεία για τη Σουπέτ, ίσως μείνει μόνο εκείνη η αληθινή εικόνα ενός ωραίου να κοιτάζει τον φακό, όπως τον έμαθε ο Καρλ. Όχι για να προκαλέσει. Αλλά για να μην χαθεί.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Θεσπρωτία: Μαίνεται η φωτιά που ξέσπασε στη Χόικα – Σηκώθηκαν 6 εναέρια
- Στέφανος Γκίκας: Ενισχύουμε την ανθεκτικότητα των νησιών μας και βελτιώνουμε την καθημερινότητα των πολιτών
- UNIC Athens: Υποδέχεται τους πρώτους του φοιτητές και φοιτήτριες το Χειμερινό Εξάμηνο του 2025 – Πού θα λειτουργήσει
- Κυβερνητικές πηγές κατά ΠΑΣΟΚ: «Προωθείτε ψευδείς θεωρίες για «άγνωστα καύσιμα» και «χαμένα βαγόνια»
