• Κοινωνία

    Δίκη για Μάτι: Μαύρες σημαίες έξω από το εφετείο – «Βγήκαμε ζωντανοί-νεκροί»

    Μάτι


    Μαύρες σημαίες κυματίζουν έξω από το Εφετείο της Αθήνας για τους νεκρούς στο Μάτι, την ώρα που μέσα στη δικαστική αίθουσα συγγενείς θυμάτων περιγράφουν τη δική τους τραγωδία.

    «Σαν αυτό που ζήσαμε πρέπει να είναι η κόλαση», «Βγήκαμε ζωντανοί-νεκροί» είναι φράσεις που βγήκαν από τρεμάμενα στόματα ανθρώπων που σώθηκαν.

    Ράγισαν καρδιές όταν στο δικαστήριο έφτασαν οι συγγενείς του μωρού που χάθηκε στην πυρκαγιά μαζί με τη μητέρα του: Όλοι κρατούσαν από 1 λευκό τριαντάφυλλο.

    Ο πατέρας, πυροσβέστης στο επάγγελμα, την ώρα της δικής του οικογενειακής τραγωδίας, προσπαθούσε να σώσει άλλους ανθρώπους.

    Ο Ανδρέας Δημητρίου κατέθεσε στο δικαστήριο:

    «Γύρω στις 7 προσπαθούσα να επικοινωνήσω με τη Μαργαρίτα, τη σύζυγό μου. Βρισκόταν σε πανικό. Πίστευα ότι είχαν βρει ασφαλές καταφύγιο στην παραλία με το παιδί μας, μόλις 6 μηνών.

    Δέχομαι κλήση από τον πεθερό μου να είμαι προετοιμασμένος ότι τα πράγματα δεν είναι καλά.

    Έφτασα και είδα το μικρό σε έναν άγνωστο που προσπαθούσε να δώσει πρώτες βοήθειες. Η σύζυγός μου βρισκόταν καθισμένη στην παραλία, με τα μάτια της κλειστά. Την πήρα αγκαλιά. Εντόπισα ένα πυροσβεστικό όχημα και τους είπα να πάρουν το μικρό μαζί με τον κύριο που έκανε προσπάθειες ανάνηψης.

    Όταν πήγα στο Παίδων, από το ύφος των γιατρών κατάλαβα πως το παιδί μου δεν τα είχα καταφέρει. Μου είπαν ότι δεν κατέστη δυνατόν να το συνεφέρουν. Εκεί του είπα το τελευταίο αντίο.

    Μετά έπρεπε να πάω στη Μαργαρίτα που δεν ήξερα ότι ήταν τόσο σοβαρά. Φτάνοντας στο νοσοκομείο διαπιστώνω ότι έχει διασωληνωθεί και είναι σοβαρά. Ζορίστηκα να την αναγνωρίσω. Όλο της πρόσωπο ήταν εγκαύματα. Σαν να βλέπω άλλον άνθρωπο. Την έβλεπα πέντε λεπτά την ημέρα μέχρι να φύγει από τη ζωή».

    «Γινόταν πόλεμος…»

    Η Δήμητρα Γουναρίδη εκείνο το απόγευμα πίστεψε ότι δεν κινδύνευε γιατί κανένας αρμόδιος δεν είχε ειδοποιήσει τους κατοίκους να φύγουν από τα από τα σπίτια τους. Στο δικαστήριο κατέθεσε:

    «Γύρω στις 17.30 με παίρνει η φίλη μου και μου λέει ”βλέπω τη φωτιά έχει φουντώσει, ετοίμασε ένα σάκο με δύο αλλαξιές, πάρε τα χαρτιά σου και έχετε έτοιμα σε περίπτωση ανάγκης”. Ο ουρανός σκοτείνιαζε και άρχισαν να φτάνουν αποκαΐδια. Ήμουν σίγουρη ότι δεν έρχεται σε εμάς η φωτιά γιατί κανείς δεν μας είχε ειδοποιήσει. Στις 18.10 η φίλη μου ήρθε να με πάρει.

    Στα 200 μέτρα είχαν μποτιλιαριστεί όλα τα αυτοκίνητα. Εκεί έγινε χαμός. Ερχόντουσαν αμάξια από όλες τις κατευθύνσεις. Τρέξαμε στη θάλασσα. Το θερμικό κύμα εκείνη την ώρα με έκανε νιώθω πως θα πεθάνω 40 μέτρα από τη θάλασσα. Μπήκαμε στη θάλασσα. Γινόταν πόλεμος. Ακούγαμε αμάξια να σκάνε. Εκρήξεις. Το μαγαζί στην Αργυρά Ακτή να έχει εκρήξεις, να πέφτουν στη θάλασσα ξύλα, τέντες μέσα στη θάλασσα κι εμείς να πηγαινοερχόμαστε να μη καούμε.

    Βγήκαμε νεκροί – ζωντανοί. Βγάλαμε τις μπλούζες και τις κάναμε μάσκα. Τα ουρλιαχτά από τους καμένους ανθρώπους δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Παιδάκια ούρλιαζαν, σκυλιά έκλαιγαν.

    Δίπλα μου ήταν η Μαργαρίτα με το μωράκι της το νεογέννητο. Καμένη εκείνη, καμένο και το μωρό. Το θήλαζε για να το έχει στη ζωή. Μια γυναίκα δεν είχε αντοχές να βγει από τη θάλασσα.

    Πήγαμε να τη βοηθήσουμε και μας έμεναν στα χέρια οι σάρκες της».

    «Αυτή είναι η κόλαση …»

    Μητέρα και αδελφή έχασε στο Μάτι ο Ιωάννης Χαρδαλούπας:

    «Γυρίζοντας το απόγευμα σπίτι είδα την αδερφή μου στον κήπο να ρίχνει ήδη νερό στα δέντρα. Κανένας δεν είχε καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Μου είπε εδώ είναι Ελλάδα πρέπει να τα κάνουμε όλα μόνοι μας, δεν είναι Νέα Υόρκη.

    Κάποια στιγμή είμαστε στην αυλή και πέρασε ένα περιπολικό και μας είπε για καλό και για κακό φύγετε. Πήγαμε να πάρουμε τα αυτοκίνητα. Η αδερφή μου μπήκε στο ίδιο με τη μητέρα μου και εγώ ακολουθούσα με το δεύτερο αυτοκίνητο. Ο δρόμος προς τη λεωφόρο Μαραθώνος ήταν απροσπέλαστος από τις φλόγες. Αν υπάρχει κόλαση έτσι πρέπει να είναι.

    Το αυτοκίνητο που επέβαιναν η αδερφή και η μητέρα μου ήταν φλεγόμενο. Τις έβαλα στο δικό μου αυτοκίνητο ήταν καμένες. Βγήκα στη Μαραθώνος και πήγα στο κέντρο υγείας στη Νέα Μάκρη.

    Συνάντησα μπλόκο της αστυνομίας και μου είπαν ότι θα πας μέσα από το Μάτι. Νόμιζα ότι κάτι ήξεραν. Μόλις μπήκα στο Μάτι κατάλαβα ότι αν δεν έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου θα καιγόμασταν όλοι. Στο νοσοκομείο η μητέρα μου και η αδελφή μου διασωλήνωσαν. Τις έχασα και τις δύο».

    Ο Άγγελος Σιαπκάρας έχασε την κόρη του:

    «Την ημέρα της φωτιάς η κόρη μου ξύπνησε τον γαμπρό μου από τους καπνούς. Αποφάσισαν να φύγουν. Ο γαμπρός μου πήρε το παιδί του και έφυγε προς τη θάλασσα. Η κόρη μου κάηκε…

    Εκατόν σαράντα βήματα δικά μου ήταν η θάλασσα και μέχρι να φύγουν το σπίτι είχε πάρει φωτιά. Δεν μπορώ να διανοηθώ πως έγινε και κάηκε η κόρη μου σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα.

    Αν κάποιος τους ειδοποιούσε πιο νωρίς ως όφειλε θα είχε σωθεί η κόρη μου και τόσοι άλλοι. Το παιδί της έχει κλονιστεί. Αναπολεί τη μαμά του.

    ”Θα ήθελα να μην είχε πεθάνει”, έγραψε σε μια εργασία του στο σχολείο για τη μαμά του. Τώρα στις γιορτές μου είπε παππού να πάμε να πούμε τα κάλαντα στη μαμά και πήγαμε πάνω από τον τάφο της να πούμε τα κάλαντα. Ξυπνάμε και κοιμόμαστε με αυτό».

    Διαβάστε επίσης:

    Δίκη Μάτι: Συγκλονίζουν οι νέες μαρτυρίες – Αποζημίωση €300.000 σε συγγενείς θύματος



    ΣΧΟΛΙΑ