Το mononews κάλεσε διευθυντές, επιμελητές και προϊσταμένους Μουσείων και Εφορειών Αρχαιοτήτων της χώρας να γνωρίσουν στο κοινό εκθέματα των συλλογών τους, που σχετίζονται με τον κόσμο της γυναίκας στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο. Αντικείμενα που αναφέρονται στην γυναίκα ως σύζυγο, μητέρα και κόρη ως ιέρεια, ποιήτρια, εταίρα, ιερόδουλη, δούλη.
Βασικός στόχος να διευρυνθεί η γνώση για τον ρόλο της γυναίκας στην Ελλάδα πριν από αιώνες και ταυτόχρονα να αναδειχθεί ο πλούτος κάθε μουσείου.
Ακολουθεί το κείμενο της δρος Άννας Αρβανιτάκη

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης βρίσκεται στο κέντρο της πόλης δεσπόζοντας στην πλατεία της ΧΑΝΘ, δίπλα στη Διεθνή Έκθεση. Στεγάζεται σε ένα κτήριο σχεδιασμένο από τον Πάτροκλο Καραντινό, το οποίο αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του μοντερνισμού στην ελληνική αρχιτεκτονική και είναι χαρακτηρισμένο ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Εγκαινιάστηκε το 1962, ανήμερα του εορτασμού των 50 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης από τους Οθωμανούς, μία ημερομηνία με ιδιαίτερη συμβολική σημασία για την πόλη. Μέχρι τότε το μουσείο στεγαζόταν στο Γενί Τζαμί (από το 1925) ενώ τα προηγούμενα χρόνια (1912-1925) είχαν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς διάφορα δημόσια κτήρια για τη συγκέντρωση των αρχαίων της ευρύτερης περιοχής.
Σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης φυλάσσονται, συντηρούνται, μελετώνται, εκτίθενται και προβάλλονται σημαντικές αρχαιότητες όχι μόνο από τη Θεσσαλονίκη αλλά από όλη την κεντρική Μακεδονία. Οι εκθεσιακές του ενότητες έχουν ως χρονολογική αφετηρία την Παλαιολιθική εποχή και φθάνουν έως και την Ύστερη Αρχαιότητα. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας τους, αφού εστιάζουν από την μία πλευρά στον αρχαίο άνθρωπο ως δημιουργό και χρήστη όλων των τέχνεργων που παρουσιάζουν και από την άλλη στον σύγχρονο επισκέπτη. Οι βασικές θεματικές τους αφορούν: α) την Προϊστορία, β) τους πρώτους ιστορικούς αιώνες που σηματοδοτούνται από τη δημιουργία των πόλεων, γ) εκφάνσεις της ζωής στην αρχαία Μακεδονία, δ) την ιστορική διαδρομή της Θεσσαλονίκης, ε) την μακεδονική μεταλλοτεχνία με έμφαση στην τέχνη σε χρυσό, στ) την παρουσίαση επιλεγμένων μνημείων της Μακεδονίας μέσω διαδραστικών συστημάτων, ζ) ματιές στην πλαστική τέχνη της Μακεδονίας και η) λίθινα μνημεία διαφόρων χρήσεων, νεκροταφεία και κατοικίες (στις δύο υπαίθριες εκθέσεις του).

Πέρα όμως από τις μόνιμες εκθέσεις, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης παρουσιάζει σημαντικό επιστημονικό έργο και πλούσια δράση, με περιοδικές εκθέσεις -τόσο αρχαιολογικές όσο και εικαστικές-, διοργάνωση επιστημονικών συνεδρίων, έκδοση επιστημονικών βιβλίων και καταλόγων, διεξαγωγή ερευνητικών προγραμμάτων σε συνεργασία με ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς φορείς με σκοπό την προαγωγή της έρευνας, σύγχρονα εργαστήρια συντήρησης και αρχαιομετρίας, εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά και ενήλικες χωρίς αποκλεισμούς, χρήση καινοτόμων ψηφιακών εφαρμογών για την αναβάθμιση της μουσειακής εμπειρίας, πλήθος μουσικών, θεατρικών και άλλων πολλών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Είναι επομένως, ένα μουσείο εξωστρεφές, που στόχο έχει να είναι ένα μουσείο για όλους!

Η γυναίκα στο Μουσείο Θεσσαλονίκης, αν και δεν αποτελεί ξεχωριστή εκθεσιακή ενότητα, ωστόσο αναδύεται μέσα στον χρόνο, σε κάθε βήμα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, είτε μέσα από το πλήθος των παραστάσεων με γυναίκες όλων των ηλικιών -γυναίκες θνητές, μυθικές ή θεϊκές, επώνυμες ή ανώνυμες, ελεύθερες ή δούλες – είτε και μέσα από τα αντικείμενα, που χρησιμοποιούσαν ή φορούσαν οι αρχαίες, τόσο στην καθημερινότητά τους όσο και στον τάφο, τον τελευταίο τους σταθμό. Εδώ επιλέξαμε να παρουσιάσουμε δέκα χαρακτηριστικά εκθέματα του μουσείου, που προσφέρουν ματιές στον «Μυστικό κόσμο της γυναίκας στην αρχαιότητα».

Ο κόσμος της γυναίκας στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Μία εγκυμονούσα γυναίκα από τα βάθη της Προϊστορίας

Το πήλινο ειδώλιο από τον νεολιθικό οικισμό στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, που χρονολογείται στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (5300-4500 π.Χ.) σώθηκε αποσπασματικά, καθώς λείπουν ο λαιμός και το κεφάλι. Αποδίδει μία γυναικεία μορφή, όπως δηλώνουν το στήθος και το ηβικό τρίγωνο, σε όρθια στάση. Τα χέρια αποδόθηκαν σχηματικά, με την μορφή μικρών τριγωνικών αποφύσεων ενώ ο ομφαλός δηλώθηκε με μία οπή στο μέσον του κορμού. Η μορφή παρουσιάζει διογκωμένη κοιλιά, που πιθανότατα υποδηλώνει εγκυμοσύνη. Οι βαθιές εγχαράξεις στο σώμα, που φέρουν μάλιστα ίχνη κόκκινου χρώματος, ίσως να αποτελούν μια προσπάθεια του προϊστορικού δημιουργού να αποδώσει τις πτυχές ενδύματος, ίσως πάλι να είναι απλά η διακόσμηση της επιφάνειας του ειδωλίου. Τέλος, τα δισκάρια στην πρόσθια και πίσω όψη της μορφής πιθανώς αποδίδουν στοιχεία της ενδυμασίας ή κοσμήματα.
Ενδιαφέρον είναι, ότι αν και το παραπάνω ειδώλιο αποδίδει με σχετικά αφαιρετικό τρόπο την ανθρώπινη μορφή, ωστόσο παρουσιάζει με ακρίβεια και εξαίρει τα στοιχεία που σχετίζονται με το φύλο και την γονιμότητα, όπως το στήθος, την φουσκωμένη κοιλιά και το ηβικό τρίγωνο. Προφανώς εκεί εστιαζόταν το ενδιαφέρον του πηλοπλάστη. Ακόμη και το κόκκινο χρώμα στην επιφάνεια του ειδωλίου μπορεί να παραπέμπει στη γονιμότητα σύμφωνα με μία θεωρία, που υποστηρίζει, ότι η χρήση του συγκεκριμένου χρώματος στα νεολιθικά ειδώλια συνδέεται με το αίμα της γυναίκας και την αναπαραγωγική της ικανότητα.
Τα πολύτιμα κοσμήματα μιας άωρης νεκρής

Στην μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης με τίτλο «Προς τη Γένεση των πόλεων» εκτίθενται αντικείμενα από την ταφή μίας νεαρής γυναίκας του 7ου αιώνα π.Χ., η οποία ξεχωρίζει για τον αριθμό, την ποιότητα και τον πλούτο των κτερισμάτων της. Είχε ταφεί στο νεκροταφείο που ανασκάφηκε στη Νέα Φιλαδέλφεια Θεσσαλονίκης. Την νεκρή συνόδευαν συνολικά 29 χάλκινα κοσμήματα, πολύτιμα για την εποχή εκείνη, καθώς και τρία πήλινα αγγεία. Τα αντικείμενα αυτά είτε της ανήκαν όσο ήταν εν ζωή και τοποθετήθηκαν στον τάφο για να την συνοδεύσουν στο ταξίδι της προς το επέκεινα είτε της προσφέρθηκαν ως δώρα από συγγενείς και φίλους κατά τον ενταφιασμό. Ανάμεσα σε αυτά τα κοσμήματα ξεχωρίζουν δίνοντάς μας μια εικόνα για τη μόδα της εποχής ένα ζευγάρι μεγάλα, μπρούντζινα πολύσπειρα βραχιόλια, μήκους 20 εκατοστών το καθένα, δύο σπειροειδή βραχιόλια, τέσσερα μπρούντζινα περιλαίμια, ένα περιδέραιο από μπρούντζινες αμφικωνικές χάντρες, περόνες και πόρπες για την συγκράτηση των ενδυμάτων και σπειροειδείς σωληνίσκοι για την κόσμηση της κεφαλής. Οι τελευταίοι θα πρέπει να σχημάτιζαν ένα σύνθετο κόσμημα σε μορφή στεφάνης, που δενόταν γύρω από το κεφάλι στο ύψος του μετώπου.
Οι γυναίκες της εποχής εκείνης στη Μακεδονία ενταφιάζονταν κατά κανόνα με τα κοσμήματά τους. Ωστόσο, η τοποθέτηση μεγάλου αριθμού πολύτιμων αντικειμένων στον τάφο της συγκεκριμένης νεαρής γυναίκας πιθανότατα «υπαγορεύτηκε» από τις επικρατούσες δοξασίες και τα ταφικά τελετουργικά έθιμα της εποχής για τους άωρους νεκρούς αλλά συγχρόνως υποδηλώνει την καταγωγή της από κάποια εύπορη και επιφανή οικογένεια του τόπου εκείνου.
Η κουροτρόφος της Χαλκιδικής

Το πήλινο ειδώλιο αποδίδει μία ενδεδυμένη γυναικεία μορφή, καθιστή σε ψηλό κάθισμα με τα πόδια της να πατούν σε υποπόδιο. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα μικρό αγόρι, το οποίο ακουμπάει το πρόσωπό του στο μάγουλο της μητέρας σε μία κίνηση που ξεχειλίζει τρυφερότητα και μαρτυρά τον ιδιαίτερο δεσμό. Βρέθηκε σε τάφο στην αρχαία Όλυνθο της Χαλκιδικής και χρονολογείται περίπου στα 475-450 π.Χ.
Ο ρόλος της μητρότητας για την γυναίκα είναι σημαντικότατος παγκοσμίως και διαχρονικά, φαινόμενο που παρατηρείται και σε όλη την ελληνική αρχαιότητα. Η γυναίκα όφειλε, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια να συνεισφέρει στην οικονομία του οίκου πρωτίστως με την γέννηση και την ανατροφή των τέκνων. Και αυτό διαφαίνεται και στην τέχνη. Ο εικονογραφικός τύπος της μητέρας, που κρατάει παιδί στην αγκαλιά απαντά στην αρχαία ελληνική τέχνη από τα προϊστορικά έως και τα ρωμαϊκά χρόνια και είναι πολύ διαδεδομένος. Είναι γνωστός με τον όρο «κουροτρόφος», που σημαίνει «αυτή που μεγαλώνει αγόρια». Στη λατρεία μάλιστα, πολλές θεές που σχετίζονταν με τη μητρότητα και την ανατροφή των παιδιών έφεραν αυτό το θρησκευτικό επίθετο: Όπως λ.χ. η Γη, η Δήμητρα, η Ειλείθυια, η Ήρα, ακόμη και η Αθηνά (η τελευταία ως προστάτιδα θεά ηρώων, δηλαδή νέων ανδρών). Ειδώλια κουροτρόφων, συνήθως πήλινα και σπανιότερα μετάλλινα, που άλλα απεικονίζουν κάποια θεά και άλλα κάποια θνητή μητέρα, προσφέρονταν είτε ως αφιερώματα σε ιερά είτε σε τάφους, όπως είναι και η περίπτωση του ειδωλίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Μουσική και χορός σε ανδρικό συμπόσιο

Στον αττικό ερυθρόμορφο κρατήρα (αγγείο που προοριζόταν για την ανάμειξη οίνου με νερό στο πλαίσιο συμποσίου) από την αρχαία Όλυνθο απεικονίζεται στην κύρια όψη του μία σκηνή συμποσίου: Τέσσερεις άνδρες ανακεκλιμένοι σε κλίνες και σε εύθυμη κατάσταση ανασηκώνουν κύπελλα ή απλά μόνο τα χέρια τους ενώ ανάμεσά τους κινείται μία νεαρή γυναίκα με μακρύ ένδυμα, που παίζει διπλό αυλό (αποδοσμένο με λευκό χρώμα που δεν είναι πλέον ορατό) και χορεύει, όπως προκύπτει από την κίνηση των ποδιών και του ενδύματός της. Το αγγείο χρονολογείται στα 375-350 π.Χ.
Τα αρχαία συμπόσια ήταν κατά κύριο λόγο «ανδρική υπόθεση» -κάτι που γίνεται φανερό, ακόμη και από το γεγονός, ότι ο χώρος όπου λάμβαναν χώρα λεγόταν «ἀνδρών», δηλαδή δωμάτιο των ανδρών- και σε αυτά κατά κανόνα δεν συμμετείχαν γυναίκες, τουλάχιστον όχι οι «καθωσπρέπει». Ωστόσο, επειδή τα συμπόσια εμπεριείχαν και το κομμάτι της ψυχαγωγίας, συχνά προσλαμβάνονταν γι’ αυτά, επί πληρωμή, γυναίκες μουσικοί, οι οποίες ήταν εταίρες και προσέφεραν μουσική απόλαυση ενώ κάποιες φορές, ακόμη και ερωτική. Οι εταίρες ήταν ελεύθερες γυναίκες, όμορφες, μορφωμένες και συχνά με μουσικές γνώσεις, οι οποίες δέχονταν να προσφέρουν ψυχαγωγία -και ερωτική- σε άνδρες, με οικονομικό αντίτιμο. Συχνά μάλιστα, εξαιτίας των ταλέντων και της μόρφωσής τους, κινούνταν σε υψηλούς κοινωνικούς κύκλους. Μία εταίρα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και στην μουσικό της παράστασης του συγκεκριμένου κρατήρα.
Σκηνές προετοιμασίας γάμου

Στην αρχαία Αθήνα οι γαμήλιοι εορτασμοί διαρκούσαν τρεις ημέρες και περιελάμβαναν τον στολισμό της νύφης, τον γάμο με την μεταφορά της στο νέο της σπίτι και τέλος, την υποδοχή των συγγενών και φίλων με τα δώρα. Σκηνές από την γαμήλια προετοιμασία μιας νύφης απαντούν σε αττική ερυθρόμορφη λεκανίδα (αγγείο που προοριζόταν για την φύλαξη καλλυντικών και κοσμημάτων) του 350 π.Χ. στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Στην μία σκηνή η νύφη στολίζεται με στεφάνι μυρτιάς από την παράνυμφο (νυμφεύτρια) παρουσία περισσότερων γυναικών ενώ στην δεύτερη σκηνή η ίδια νύφη περιβάλλεται από γυναίκες, που κρατούν η μία μεγάλο καλάθι και η άλλη λουτροφόρο. Η λουτροφόρος παραπέμπει στο τελετουργικό λουτρό με νερό από την ιερή πηγή Καλλιρόη της Αθήνας, που συνήθιζαν να κάνουν οι νύφες πριν τον γάμο ενώ το καλάθι πιθανώς περιέχει το νυφικό ένδυμά της παραπέμποντας στην προετοιμασία της νύφης.

Και στις δύο σκηνές η κεντρική μορφή αποδίδεται καθισμένη, με νυφική καλύπτρα στην κεφαλή ενώ το άνω μέρος του σώματός της είναι γυμνό αποδίδοντάς την σαν άλλη Αφροδίτη. Το εκτεθειμένο στήθος παραπέμπει τόσο στον ερωτισμό της νεαρής γυναίκας όσο και στον μελλοντικό ρόλο της ως μητέρας, ο οποίος θεωρούνταν, ότι θα ολοκληρώσει τον γάμο και την ευτυχία του ζευγαριού, αφού θα εξασφάλιζε τη συνέχεια του οίκου και κατ’ επέκταση της πόλης.
Η προετοιμασία της νύφης με το λουτρό και την ένδυση αποτελεί διαβατήρια τελετουργία για τη μετάβαση της νεαρής γυναίκας από την εφηβεία στην ωριμότητα, από την κατάσταση της «νύμφης» (κοπέλα σε ηλικία γάμου) σε «γυνή» (σύζυγος). Ο ρόλος της γυναίκας και του γάμου γενικότερα στην αρχαία Αθήνα ενισχύθηκε από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και εξής, οπότε ορίστηκε με νόμο του Περικλή, ότι για να είναι κανείς Αθηναίος πολίτης θα έπρεπε όχι μόνο ο πατέρας αλλά και η μητέρα του να είναι Αθηναία.
Το ταφικό ανάγλυφο μιας υφάντρας

Αυτή η αποσπασματικά σωζόμενη ανάγλυφη ταφική στήλη του 350-325 π.Χ. βρέθηκε στη Ραιδεστό, στις όχθες της θάλασσας του Μαρμαρά και μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1922. Απεικονίζει στο κέντρο την νεκρή, πλαισιωμένη από τη μητέρα της στα αριστερά και τη δούλη της στα δεξιά. Μητέρα και κόρη, ενδεδυμένες με χιτώνα και ιμάτιο έχουν και οι δύο την ίδια χαρακτηριστική χειρονομία θλίψης: Γέρνουν την κεφαλή πάνω στη μία τους παλάμη. Ο αποχαιρετισμός είναι δύσκολος και για τις δύο γυναίκες. Η δούλη στα δεξιά, αποδοσμένη σε μικρότερο μέγεθος και πιο ρηχό ανάγλυφο εξαιτίας της χαμηλής κοινωνικής της θέσης σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μορφές της παράστασης ακολουθεί την κυρία της μεταφέροντας για εκείνην έναν φορητό αργαλειό. Το εργαλείο αυτό παραπέμπει αναμφίβολα στην οικιακή ενασχόληση της νεκρής με την ύφανση.
Η κατεργασία του μαλλιού και η ακόλουθη παραγωγή υφάσματος στον αργαλειό ήταν ήδη από την εποχή του Ομήρου από τις βασικές καθημερινές γυναικείες εργασίες εντός του σπιτιού και συγκαταλέγονταν στις βασικές συνεισφορές των γυναικών στην οικονομία του οίκου. Σε τέτοιον βαθμό μάλιστα, που συχνά αποτελούσαν και κομμάτι της ταυτότητάς τους, όπως στο συγκεκριμένο ανάγλυφο, όπου η νεαρή νεκρή επιλέγεται να χαρακτηριστεί ως κόρη (εξαιτίας της παρουσίας της μητέρας), εύπορη (εξαιτίας της παρουσίας της δούλης) και υφάντρα (εξαιτίας του αργαλειού).
Οι κίνδυνοι της εγκυμοσύνης

Από την αρχαία Αίνεια (σημερινή Νέα Μηχανιώνα) μεταφέρθηκε και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ένας καταστόλιστος κιβωτιόσχημος τάφος του 330-320 π.Χ. Κατασκευάστηκε για την ταφή μίας νεαρής γυναίκας 25-30 ετών, που πέθανε στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης της, όπως διαπιστώθηκε από τη μελέτη των καμένων οστών που βρέθηκαν εντός του.
Την νεκρή συνόδευαν στον τάφο ως κτερίσματα ένα χάλκινο επίχρυσο στεφάνι, αλάβαστρα (αρωματοδοχεία) από γυαλί ή από αλαβαστρίτη λίθο, απλά ή επιχρυσωμένα, επίσης ξύλινα χτένια με ελεφαντοστέινη επένδυση και ένας πήλινος αμφορίσκος.

Το στοιχείο όμως, που κάνει ξεχωριστή την συγκεκριμένη ταφή είναι ο επιτοίχιος ζωγραφικός διάκοσμος του τάφου με τα πλούσια και ζωντανά χρώματα -μαύρο, κόκκινο, κίτρινο, μπλε, πράσινο κ.ά. – και την χαρακτηριστική προσπάθεια απόδοσης προοπτικής εκ μέρους του ζωγράφου. Πιο συγκεκριμένα, πάνω από έναν περίτεχνο φυτικό πλοχμό με σπειροειδείς βλαστούς, άνθη και φύλλα σε μαύρο φόντο, που εκφύεται σε κάθε πλευρά του τάφου από μία κεντρική γυναικεία προτομή απεικονίζονται σαν κρεμασμένα στον τοίχο διάφορα αντικείμενα: Κιβωτίδια (για την αποθήκευση καλλυντικών, κοσμημάτων και άλλα στολίδια για την γυναικεία ομορφιά), κορδέλες, στεφάνια, κεφαλόδεσμος, καθρέφτης, περιστέρι και πήλινη γυναικεία προτομή. Όλα αποτελούν αντικείμενα γυναικείας χρήσης και παραπέμπουν στη γυναικεία ομορφιά -ακόμη και το περιστέρι, το οποίο συνδέεται με τη λατρεία της θεάς Αφροδίτης, της κατεξοχήν θεάς της ομορφιάς. Μοιάζει λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση η νεαρή γυναίκα να εναποτέθηκε για το τελευταίο ταξίδι της μέσα σε έναν «γυναικωνίτη» (χώρο του σπιτιού όπου διέμεναν οι γυναίκες της οικογένειας), ένα οικείο δηλαδή γι’ αυτήν περιβάλλον.
Χρόνος για παιχνίδι

Το συγκεκριμένο πήλινο ειδώλιο απεικονίζει δύο νεαρές κοπέλες στο παιχνίδι του «ἐφεδρισμού», όπου η μία κουβαλάει στην πλάτη της την άλλη. Σε μία χαρακτηριστική κίνηση η όρθια μορφή έχει αγκαλιάσει το γόνατο της νεαρής που κουβαλάει, η οποία με τη σειρά της την κρατάει από τους ώμους. Και οι δύο έχουν ψηλά σηκωμένα τα μαλλιά τους, φορούν χιτώνα και κοσμήματα. Η μία από αυτές -η όρθια- φέρει επιπλέον ιμάτιο τυλιγμένο γύρω από το κάτω μέρος του σώματος. Στο ειδώλιο έχει διατηρηθεί το λευκό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο τοποθετούνταν τα χρώματα μετά το ψήσιμο. Διακρίνονται ίχνη καστανοκόκκινου στα μαλλιά, κίτρινου στα κοσμήματα, ρόδινου στα ενδύματα και κόκκινου στα χείλη.
Στην αρχαιότητα το παιχνίδι αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ανατροφής και της αγωγής των παιδιών, το οποίο, εκτός από τη διασκέδαση και τη σωματική άσκηση απέβλεπε και συνέβαλλε στην ανάπτυξη χαρακτήρα και ήθους στα παιδιά και τους νέους και των δύο φύλων. Ένα από τα πιο αγαπητά αρχαία παιχνίδια ήταν και ο «ἐφεδρισμός». Η λέξη έχει τις ρίζες της στο ρήμα «ἐφεδρεύω», που σημαίνει «κάθομαι πάνω». Αναφέρεται σε ένα παιχνίδι, όπου αρχικά, ζεύγη παικτών τοποθετούσαν σε απόσταση μία πέτρα όρθια και προσπαθούσαν να την ανατρέψουν ρίχνοντας βότσαλα ή σφαίρες. Εκείνος που αποτύγχανε, υποχρεωνόταν να πάρει στην πλάτη του τον νικητή, ο οποίος του έκλεινε τα μάτια με τις παλάμες, μέχρι ο πρώτος να τον μεταφέρει στη θέση του λίθου.
Αν και το παιχνίδι του «ἐφεδρισμού» παιζόταν τόσο από αγόρια όσο και από κορίτσια, ωστόσο θα πρέπει να αναφερθεί ότι ειδικά τα ειδώλια με νεαρές κοπέλες στο παιχνίδι αυτό υπήρξαν ιδιαίτερα αγαπητά στα τέλη του 4ου και τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., οπότε χρονολογείται και το συγκεκριμένο έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Το ειδώλιο βρέθηκε σε γυναικείο τάφο στην Ποτίδαια Χαλκιδικής (αρχαία Κασσάνδρεια) και χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.
Ολυμπιάδα, η βασίλισσα των Μακεδόνων

Ένα από τα διασημότερα εκθέματα του μουσείου αποτελεί το χρυσό μετάλλιο των αρχών του 3ου αιώνα μ.Χ. που απεικονίζει στην κύρια όψη του την Ολυμπιάδα, μία από τις συζύγους του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Β΄ και μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πρόκειται για μία από τις σπάνιες απεικονίσεις της βασίλισσας αυτής που σώζονται από την αρχαιότητα. Η Ολυμπιάδα απεικονίζεται ως μία σεβάσμια, νέα και όμορφη γυναίκα, με εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά. Έχει τα μαλλιά μαζεμένα ψηλά, στολισμένα με ταινιωτό διάδημα και καλυμμένα με καλύπτρα, την οποία ανασηκώνει σε μία χαρακτηριστική κίνηση «ανακάλυψης», χειρονομία που δηλώνει πως πρόκειται για παντρεμένη γυναίκα. Την πίσω όψη του μεταλλίου κοσμεί παράσταση Νηρηίδας, πιθανώς της Θέτιδας, πάνω σε μυθικό θαλάσσιο ον, μισό ταύρο – μισό ψάρι, που καλπάζει πάνω στα κύματα. Η παρουσία της Ολυμπιάδας με την Θέτιδα στις δύο πλευρές του ίδιου αντικειμένου αναφέρεται στην σύνδεση του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τον Αχιλλέα, το ηρωικό πρότυπό του, με τον οποίο ο μακεδόνας βασιλιάς συνδεόταν και γενεαλογικά μέσω της μητέρας του, η οποία ως μέλος του βασιλικού οίκου των Μολοσσών καταγόταν από τη γενιά του Αιακού (παππού του Αχιλλέα) και τον ίδιο τον Αχιλλέα.
Η Ολυμπιάδα, αν και ομολογουμένως, δεν περιγράφεται πάντοτε κολακευτικά στις αρχαίες πηγές, ωστόσο, υπήρξε αναμφίβολα μία ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της με ισχυρή προσωπικότητα, μία δυναμική βασίλισσα, που δεν δίστασε να εμπλακεί άμεσα στις πολιτικές εξελίξεις της Μακεδονίας, ήδη από την εποχή που παντρεύτηκε τον Φίλιππο Β΄ μέχρι και τον τραγικό θάνατό της στην Πύδνα, όταν ηττήθηκε από τον Κάσσανδρο.
Μία αστή στο Ωδείο Θεσσαλονίκης

Το 1944 βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη, στο Ωδείο της αρχαίας Αγοράς, ένα γυναικείο άγαλμα μεγαλύτερο του φυσικού μεγέθους, που χρονολογείται στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. και αποτελούσε τμήμα του διακόσμου του κτηρίου. Παριστάνει μία Ρωμαία αστή, όρθια, ενδεδυμένη με χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο τυλίγει ολόκληρο το σώμα και αφήνει ελεύθερο μόνο το δεξί χέρι, με το οποίο η μορφή ανασηκώνει την άκρη του ιματίου. Πρόκειται για έναν πολύ γνωστό και διαδεδομένο αγαλματικό τύπο, ιδιαίτερα για την απεικόνιση σε δημόσιους χώρους γυναικών υψηλής κοινωνικής θέσης, που οφείλει τη δημοτικότητά του στο γεγονός, ότι ενσαρκώνει αποδεκτές γυναικείες αρετές της εποχής, όπως η σωφροσύνη, η χάρη και η σεμνότητα. Η απεικονιζόμενη γυναίκα, που είναι ώριμης ηλικίας με στρογγυλό πρόσωπο, μεγάλα μάτια, παχιά φρύδια και λεπτά χείλη φορά βαριά περούκα, που κρύβει τα αυτιά και καταλήγει σε πλούσιο κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Η κόμμωση ακολουθεί τις τάσεις της εποχής, που «υπαγορευόταν» από την επίσημη απόδοση της αυτοκράτειρας στα πορτρέτα της. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, μιας κόμμωσης της Ιουλίας Δόμνας, συζύγου του Σεπτίμιου Σεβήρου.
Το άγαλμα αποδίδει αναμφισβήτητα κάποια εύπορη «δέσποινα», της οποίας όμως, η ακριβής ταυτότητά χάθηκε στο πέρασμα των αιώνων. Θα ανήκε σε κάποια επιφανή οικογένεια της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης, η οποία πιθανότατα σχετιζόταν με την ίδρυση του Ωδείου ή με κάποια δωρεά προς αυτό ή την πόλη γενικότερα και γι’ αυτόν τον λόγο είχε τοποθετηθεί τιμητικά άγαλμά της στην πρόσοψη της σκηνής του κτηρίου. Ίσως μάλιστα, δίπλα σε άλλα μέλη της οικογένειας. Άλλωστε, ο γλυπτός διάκοσμος των ρωμαϊκών θεάτρων και ωδείων, πέρα από τα αγάλματα θεών, μυθολογικών μορφών ή προσωποποιήσεων, συχνά περιλάμβανε και άλλα, που εξυπηρετούσαν την προβολή του αυτοκράτορα και του οίκου του αλλά και μελών της τοπικής ελίτ. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα γυναικεία μέλη επιφανών οικογενειών συνέβαλλαν στη δημόσια προβολή των οικογενειών τους και κατ’ επέκταση στην αναγνώριση του κύρους τους.

Βιογραφικό
Η Άννα Αρβανιτάκη σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Κλασική Αρχαιολογία και το 2004 αναγορεύθηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής με βαθμό άριστα. Η διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Ήρωας και πόλη. Το παράδειγμα του Ηρακλή στην αρχαϊκή εικονογραφία της Κορίνθου» τιμήθηκε με το βραβείο «Αυρηλίας Κομνηνού» από την Ακαδημία Αθηνών και εκδόθηκε το 2006 με τη συνδρομή του Ενυάλειου Κληροδοτήματος του ΑΠΘ. Κύριο ερευνητικό της ενδιαφέρον αποτελεί η κεραμική και αγγειογραφία των γεωμετρικών, αρχαϊκών και κλασικών χρόνων.
Συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα του Τομέα Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και δίδαξε για δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Από το 2005 εργάζεται ως μόνιμη αρχαιολόγος του υπουργείου Πολιτισμού. Έχει εργαστεί στην ΚΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Πιερία), στο Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, στη ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Κιλκίς) και στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Περιφέρειας Θεσσαλονίκης ενώ από το 2017 υπηρετεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και από το 2024 είναι Προϊσταμένη του Τμήματος Κεραμικής, Πηλοπλαστικής και Οργανικών Υλικών του συγκεκριμένου μουσείου.

Ανακαλύψτε το Αφιέρωμα «Η γυναίκα στο μουσείο»
- Πώς κλείδωσε το πακέτο της ΔΕΘ, ποιοι συμμετέχουν στις κλειστές συσκέψεις και το μέτρο – έκπληξη
- Το «καυτό» SMS στους υπουργούς για τη ΔΕΘ, τι είπε ο Greg σε δύο βουλευτές, η συνταγή Πιέρ για την οικονομία και τα τουρκικά παιχνίδια με τις Navtex
- Στην Κοπεγχάγη ο Παπασταύρου: Η Ευρώπη αναζητά δρόμους για πράσινη ανάπτυξη και ενεργειακή ασφάλεια
- Πως η P&I Hellas κάνει τα Γιάννενα το νέο tech hotspot της Ελλάδας
