Άρθρα

Οι δύο σημαντικοί αστάθμιστοι παράγοντες

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Στην ουσία είναι τρεις οι αστάθμιστοι παράγοντες.

Αλλά, θα υποθέσω ότι το Ταμείο Ανάκαμψης σε συνδυασμό με την φάση της ταχείας ανάπτυξης στην οποία φαίνεται να εισέρχονται οι ΗΠΑ, θα αντιμετωπίσει (ίσως) το θέμα της ανάπτυξης.

Οι δύο επικίνδυνοι και, τουλάχιστον προς το παρόν, αστάθμιστοι παράγοντες είναι ο πληθωρισμός και το χρέος.
Το ερώτημα που προβάλλεται είναι αν οι πληθωριστικές πιέσεις που έχουν εμφανιστεί είναι μόνιμες ή προσωρινές.

Οι υποστηρικτές της μονιμότητας θεωρούν ότι ο πληθωρισμός είναι ένα νομισματικό φαινόμενο, οπότε η αναπόφευκτη εμφάνιση του οφείλεται στην εξαιρετικά χαλαρή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική που ακολουθήθηκε στην διάρκεια της πανδημίας.

Η αντίθετη πλευρά θεωρεί ότι η αύξηση των τιμών οφείλεται σε στενώσεις (bottlenecks) στην εφοδιαστική αλυσίδα, που προσπαθεί να βρει την ισορροπία της μετά την αναστάτωση που προκάλεσε η πανδημία.

Στην ίδια λογική βάση υποστηρίζεται ότι οι καταναλωτές δαπανούν για να καλύψουν ανάγκες που δεν μπορούσαν να κάνουν στην διάρκεια των περιοριστικών μέτρων, ή ακόμη, επειδή επικρατούσε αβεβαιότητα για το μέλλον και έτσι αποταμίευαν. Ταυτόχρονα, η πλευρά της παραγωγής πρέπει κι αυτή να προσαρμοστεί μετά την κατάρρευση που υπέστη με την πανδημία. Οπότε, σύντομα η ισορροπία θα επανέλθει και οι πληθωριστικές πιέσεις θα κοπάσουν.

Και τα δύο είναι λογικά επιχειρήματα με ισχύ. Το πρόβλημα είναι αλλού: στις προσδοκίες. Στην ουσία δεν έχει και τόση σημασία ποια από τις δύο απόψεις είναι αντικειμενικά σωστή. Εξάλλου, θα μπορούσαν να ισχύουν και οι δύο. Το θέμα είναι πως αν επικρατήσει η προσδοκία πως ο πληθωρισμός θα παραμείνει, τότε οι οικονομικοί παράγοντες θα αναπροσαρμόσουν την πολιτική τους προς αυτήν την προοπτική και πληθωρισμό …θα έχουμε. Η προφητεία αυτό-εκπληρώνεται.

Αν, αντίθετα, οι οικονομικοί παράγοντες πιστέψουν πως ο τωρινός πληθωρισμός είναι προσωρινό φαινόμενα, τότε δεν θα έχουμε πληθωρισμό, διότι δεν θα αλλάξουν την πολιτική τιμών τους. Ο φόβος του ανταγωνισμού θα λειτουργήσει ως περιοριστικός παράγοντας.

Το χρέος

Ο δεύτερος αστάθμιστος παράγων είναι το χρέος. Άλλοτε δειλά και άλλοτε με έμφαση, επανέρχεται στην δημοσιότητα το θέμα της δημοσιονομικής πολιτικής –ιδιαίτερα στην Ε.Ε. με αναφορά στο θέμα της συγκράτησης του πρωτογενούς ελλείμματος στο 2% του ΑΕΠ.,

Καταρχάς, με κάποια δόση απλούστευσης, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι για να υπάρξει ανάπτυξη με πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ, ο ρυθμός ανάπτυξης θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 3%.

Το πρόβλημα που προκύπτει τότε είναι διττό. Πρώτο, με βάση τα δεδομένα των τελευταίων 20 ετών είναι εφικτή η διατήρηση ρυθμού ανάπτυξης 3% σε βάθος χρόνου; Η απάντηση είναι «όχι». Το παρελθόν δεν στηρίζει το μέλλον και το παρόν της τεχνολογικής επανάστασης είναι πολύ αβέβαιο ακόμη για να δώσει τέτοια εγγύηση.

Δεύτερο, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που έχει δημιουργήσει η τεράστια αύξηση των ανισοτήτων, με ρυθμούς της τάξης του 3%; Η απάντηση είναι πάλι «όχι».
Ουσιαστικά, αυτό που υποστηρίζει η στήλη είναι πως με πρωτογενές πλεόνασμα 2%, διαχρονική ανάπτυξη της τάξης του 3%- 3,5% δεν μπορεί να επιτευχθεί. Επομένως, η απόφαση είναι μεταξύ μίας αμφιλεγόμενης πλέον οικονομικής ορθοδοξίας και μίας προοπτικής κοινωνικής αναταραχής και πολιτικής αστάθειας.

Τα τελευταία 30 χρόνια είδαν τις ανισότητες να εκτοξεύονται. Η είσοδος της Κίνας βελτίωσε την παγκόσμια κατανομή εισοδήματος αλλά οι τοπικές ανισότητες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Ε.Ε., αυξήθηκαν εντυπωσιακά. Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση στην Δύση πολιτικών μορφωμάτων που θεωρητικά είχαν «πεθάνει» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η ενίσχυση τους σε χώρες που έτσι κι αλλιώς είχαν επιλέξει το στρατόπεδο του αυταρχισμού.

Αν η Δύση θέλει να παραμείνει δημοκρατική, θα πρέπει να αποκηρύξει την Γερμανική συνταγή της λογικής συμπεριφοράς και της πρωτοκαθεδρίας των αγορών και να επιστρέψει στις αρχές της πολιτικής οικονομίας που είχαν κυριαρχήσει με θαυμαστά αποτελέσματα στα 30 χρόνια μετά τον Πόλεμο. Ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να υιοθετήσει ως βασικό στόχο την δημιουργία αξίας μέσω επενδύσεων και όχι την μεγιστοποίηση λογιστικών κερδών.

Το κράτος θα πρέπει να αναλάβει και πάλι τον ρόλο του ρυθμιστή των κανόνων του ανταγωνισμού και κάλυψης των αρνητικών οικονομιών που εγγενώς δημιουργούν οι αγορές. Και οι κυβερνήσει θα πρέπει να αποκαταστήσουν την δημοσιονομική πολιτική στο βάθρο που πάντα της ανήκε.

Η συνέχιση των πολιτικών της περιόδου 1990-2020 αργά ή γρήγορα θα διαλύσει ότι έχει απομείνει από την κοινωνική συνοχή και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό από τις αρχές της δημοκρατίας.


ΣΧΟΛΙΑ