ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να καθορίζει τα ασφάλιστρα των ιδιωτικών ασφαλίσεων υγείας, ωστόσο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην αγορά και αξιοποιεί όλα τα εποπτικά εργαλεία που διαθέτει για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών και την προστασία των ασφαλισμένων. Αυτό επισημαίνει ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, στην απαντητική επιστολή που απέστειλε προς την τομεάρχη Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη.
Συγκεκριμένα, αναφέρει:
Αγαπητή κυρία Αποστολάκη,
Σε απάντηση της από 14/7/2026 επιστολής σας προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, θα θέλαμε, επί των ερωτήσεων, να σας γνωρίσουμε τα ακόλουθα:
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθεί αδιαλείπτως τις εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά αναφορικά με το ζήτημα αυξήσεων ασφαλίστρων των ασφαλίσεων υγείας. Σε αυτό το πλαίσιο, αν και η τιμολόγηση όλων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι ελεύθερη και δεν υπόκειται σε καμία εποπτική έγκριση, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με όλους τους αρμόδιους φορείς, όπως το Υπουργείο Ανάπτυξης και τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου (τομέας προστασίας καταναλωτή), την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή καθώς και ενώσεις καταναλωτών, διαμεσολαβούντων και την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος.
2. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ’ αρχάς την ευθύνη να διασφαλίσει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά διατηρούν τη φερεγγυότητά τους και διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των αναλαμβανόμενων κινδύνων. Και αυτό το κάνει, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ασφάλιστρα θα πρέπει να είναι επαρκή, ώστε να μην απαιτείται συστηματικά προσθήκη επιπλέον κεφαλαίων, κατά τρόπο που θα μπορούσε να κλονιστεί τελικά η φερεγγυότητα της εκάστοτε ασφαλιστικής επιχείρησης.
Από την άλλη όμως πλευρά, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει σκοπό να προστατεύει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων δίδοντας, σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή εποπτεία των διαδικασιών που έχουν αναπτύξει οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να σχεδιάζουν και να επιβλέπουν τα προϊόντα τους με σκοπό να διασφαλίζουν την εύλογη σχέση ποιότητας/αξίας για τους ασφαλισμένους τους.
3. Στην Ελλάδα, οι ιδιωτικές ασφαλίσεις υγείας έχουν χαρακτήρα συμπληρωματικό των ασφαλίσεων υγείας από το υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και σε καμία περίπτωση η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί να την αντικαταστήσει. Αυτό βεβαίως διαφέρει στην περίπτωση της Γερμανίας (στην οποία υπάρχει ρητή αναφορά στην επιστολή σας), καθώς η επιλογή της ιδιωτικής ασφάλισης στην Γερμανία, για ορισμένες κατηγορίες πολιτών, αποκλείει δια βίου τους πολίτες αυτούς από την πρόσβασή τους στο δημόσιο σύστημα υγείας και δεν δύναται να επιστρέψουν σε αυτό.
Οπότε, για ασφαλίσεις υγείας που έχουν χαρακτήρα συμπληρωματικό, όπως στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο παρέχει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την ελευθερία του σχεδιασμού και της τιμολόγησης των ασφαλιστικών της προϊόντων, οι δε επιμέρους παράμετροι που επηρεάζουν το ύψος των ασφαλίστρων κατά την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης ρυθμίζονται από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία παραμένει ελεύθερη, χωρίς να παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εισάγουν νέες απαιτήσεις, όπως ενδεικτικά αποθεματικά γήρατος.
4. Ο κίνδυνος ακυρωσιμότητας (lapse risk) αξιολογείται και εποπτεύεται στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας των τεχνικών προβλέψεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, στον υπολογισμό των οποίων λαμβάνεται υπόψιν ξεχωριστά από άλλους κινδύνους.
Συνεπώς, η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να τηρεί, για τον κίνδυνο αυτό, ξεχωριστά κεφάλαια προκειμένου να έχει την δυνατότητα να απορροφήσει τυχόν μη αναμενόμενες ζημίες από τον κίνδυνο αυτόν.
5. Η Τράπεζα της Ελλάδος, χρησιμοποιώντας όλο το εύρος των εποπτικών εργαλείων που της δίδει το εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, προβαίνει σε τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, επιτόπιους ή μη, διασφαλίζει ότι οι τεχνικές προβλέψεις και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις, είναι σε συνεχή βάση επαρκείς, για την κάλυψη δυσμενών εξελίξεων ως προς το κόστος ασφάλισης.
6. Ο νόμος 5170/2025 εισάγει τον ετήσιο δείκτη αναπροσαρμογής μακροχρόνιων ασφαλίστρων (εφεξής Ε.Δ.Α.) και εξαρτά την αύξηση των σχετικών ασφαλίστρων από τον δείκτη αυτό. Η ΚΥΑ υπ. αρ.74816/30-9-2025 καθορίζει περαιτέρω τους παράγοντες που θα λαμβάνονται υπόψη από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (εφεξής ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για τον Ε.Δ.Α., αναγνωρίζοντας ότι οι δαπάνες νοσηλείας που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στα νοσηλευτικά ιδρύματα αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του κόστους ασφάλισης και ως εκ τούτου η ετήσια μεταβολή τους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον καθορισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων τους.
Επιπλέον, η ως άνω ΚΥΑ στον ορισμό του Ε.Δ.Α. αναγνωρίζει την ηλικιακή μεταβολή ως έναν κρίσιμο παράγοντα τιμολόγησης. Ο Ε.Δ.Α. συνιστά κατ’ ουσία ένα σημαντικό μέτρο που αντανακλά την εμπειρία επί των ασφαλιστικών αποζημιώσεων ασφαλίσεων υγείας ολόκληρης της ασφαλιστικής αγοράς, μέτρο το οποίο προσφέρει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα την δική τους εμπειρία σε σχέση με την αγορά, και να προβούν στις όποιες απαραίτητες προσαρμογές των ασφαλίστρων, των παροχών αλλά και του τρόπου διαχείρισης των ζημιών και αποζημιώσεων που απορρέουν από τις μακροχρόνιες ασφαλιστικές συμβάσεις υγείας. Ο Ε.Δ.Α., βασίζεται σε απογραφικά στοιχεία των ατομικών συμβολαίων της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθώντας έτσι την εξέλιξη των συνολικών δαπανών της αγοράς, ειδικά αυτών των συμβολαίων, συνεκτιμώντας και το κόστος που προκαλεί η ηλικιακή μεταβολή των ασφαλισμένων.
Η αντίληψη του δείκτη αυτού ως απόλυτου ορίου εφαρμογής για τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων πλείστων διαφορετικών μακροχρόνιων συμβάσεων υγείας και από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που τα προσφέρει υποθέτει, (α) ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βιώνουν συνεχώς την ίδια εμπειρία αποζημιώσεων με την εμπειρία του συνόλου της αγοράς, (β) ότι κάθε ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίζει τους ίδιους ασφαλισμένους με τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και (γ) ότι το προφίλ υγείας και ηλικίας των ασφαλισμένων της δεν αποκλίνει από το αντίστοιχο των άλλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Προφανώς όλες αυτές οι υποθέσεις δεν ισχύουν.
7. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τον υπολογισμό των υποχρεώσεών τους (τεχνικές προβλέψεις) λαμβάνουν υπόψη τους τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Σε περίπτωση που δημιουργηθεί η προσδοκία ότι το ύψος των μελλοντικών πληρωμών ή ασφαλίστρων θα διαφοροποιηθεί, τότε οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται σε επανυπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων στη βάση της νέας προσδοκίας, λαμβάνοντας υπόψη την επίπτωση σε όλα τα έτη μέχρι τη λήξη όλων των συμβάσεων ασφάλισης. Ως εκ τούτου, και όπως αναφέρετε στην επιστολή σας, αν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έπρεπε να διαμορφώσουν νέα προσδοκία, στο πλαίσιο ενός σεναρίου ότι το μελλοντικό ύψος των αυξήσεων ασφαλίστρων θα ήταν για όλα τα έτη 7% σταθερό, τότε, σύμφωνα και με την υπόθεση υψηλότερης του ως άνω ποσοστού αύξησης του συνολικού κόστους, θα ήταν αναγκαίο να αναπροσαρμόσουν τις τεχνικές τους προβλέψεις κατά ένα σημαντικό ποσό (στη συγκεκριμένη άσκηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών που αναφέρετε, πλέον των 5 δις ευρώ).
8. Προς επίλυση των άνω προβληματισμών σε σχέση με το κόστος ασφάλισης υγείας, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει δημόσια τα εξής (βλ. ενδεικτικά Έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, Μάϊος 2025, σελίδες 76-79):
Ο καθορισμός των τιμών των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας από τα νοσηλευτικά ιδρύματα προς τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι κομβικός για τη δημιουργία υγιούς συστήματος αποζημιώσεων για υπηρεσίες υγείας.
Η κοστολόγηση, και κατ’ επέκταση τιμολόγηση, των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας από τα νοσηλευτικά ιδρύματα προς τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα σήμερα ακολουθεί το μοντέλο της διακριτής τιμολόγησης εκάστης υπηρεσίας (fee-for-service, εφεξής FFS).
Για την αντιμετώπιση των μειονεκτημάτων του μοντέλου FFS και ειδικότερα για να διατηρούνται τα ασφάλιστρα ασφαλίσεων υγείας σε προσιτά επίπεδα, έχουν αναπτυχθεί διεθνώς μέθοδοι που:
α) Περιλαμβάνουν την υιοθέτηση εναλλακτικών τρόπων τιμολόγησης των υπηρεσιών υγείας, κυρίως μέσω ομογενών διαγνωστικών ομάδων (diagnosis related groups – DRGs). Το σύστημα DRG περιλαμβάνει την ομαδοποίηση, για σκοπούς τιμολόγησης, εξετάσεων, διαδικασιών και θεραπειών με γνώμονα την διάγνωση με την οποία σχετίζονται. Στο πλαίσιο αυτό, η χρέωση διαφοροποιείται ανά διάγνωση, ανεξαρτήτως των ιατρικών υπηρεσιών που πράγματι προσφέρθηκαν και της ποσότητας των υλικών που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν. Σκοπός του συστήματος DRG είναι να δώσει κίνητρα στους παρόχους υγείας για καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων και να μειώσει την διάρκεια παραμονής σε νοσηλευτικά ιδρύματα.
β) Περιλαμβάνουν την διεύρυνση των διαθέσιμων παρόχων από τους οποίους οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αγοράσουν υπηρεσίες υγείας. Τέτοια μέθοδος αποτελεί η υιοθέτηση ενός μοντέλου λειτουργίας στη βάση σύμπραξης των ιδιωτών με το δημόσιο (ΣΔΙΤ), όπως, ενδεικτικά, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις να μπορούν να αγοράσουν υπηρεσίες υγείας και από τα δημόσια νοσοκομεία, υπό όρους και προϋποθέσεις, ώστε μια σειρά ιατρικών πράξεων να αντιμετωπίζονται στα δημόσια Νοσοκομεία με αυξημένο όφελος τόσο για το Δημόσιο Σύστημα Υγείας όσο και για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
Τέλος, η ΤτΕ παρακολουθεί, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει βάσει του Ευρωπαϊκού και του εθνικού θεσμικού πλαισίου, στα έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης συμβολαίων, τα οποία θα πρέπει όμως να επανεξεταστούν από τις ίδιες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
Είναι αυτονόητο ότι τα αρμόδια στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος και εγώ προσωπικά είμαστε διαθέσιμοι προκειμένου να σας παρέχουμε πρόσθετες διευκρινήσεις σε τεχνικό επίπεδο, σε περίπτωση που το επιθυμείτε.
Με εκτίμηση,
Γιάννης Στουρνάρας
Μιλένα Αποστολάκη: Επιστολή-παρέμβαση προς τον Γιάννη Στουρνάρα για την εποπτεία της αγοράς ασφαλίσεων υγείας
Η Μιλένα Αποστολάκη λίγες μέρες νωρίτερα έθεσε σειρά συγκεκριμένων ερωτημάτων σχετικά με την άσκηση του εποπτικού ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος, όσον αφορά στην αξιολόγησης της λειτουργίας της αγοράς μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας, σε επιστολή που απέστειλε η Βουλευτής Βορείου Τομέα Αθηνών, Μιλένα Αποστολάκη, προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.
Στην επιστολή επισημαίνεται ότι ο νέος δείκτης αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων υγείας δεν αντιμετωπίζει μία από τις βασικές αιτίες των υπέρμετρων αυξήσεων, καθώς δεν περιορίζει τις ηλικιακές αναπροσαρμογές που προβλέπονται στα ισόβια ασφαλιστήρια, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η αύξηση των συνολικών επιβαρύνσεων των ασφαλισμένων.
Η Μιλένα Αποστολάκη επισημαίνει ότι η εφαρμογή ενός συστήματος «αποθεματικού γήρανσης», όπως ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορούσε να συγκρατεί τις αυξήσεις των ασφαλίστρων σε βάθος χρόνου, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη σταθερότητα στο κόστος ασφάλισης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής των ασφαλισμένων.
Παραπέμπει επίσης σε πρόσφατη ανακοίνωση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος από την οποία προκύπτουν εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσον οι ασφαλιστικές εταιρείες τηρούσαν και τηρούν τα αναγκαία αποθέματα για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας .
Στην επιστολή της η Μιλένα Αποστολάκη θέτει προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος τα ακόλουθα ερωτήματα:
· Έχει εντοπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα προβλήματα της αγοράς ασφαλίσεων υγείας, και τι ενέργειες εισηγήθηκε στις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες;
· Προέβη η Τράπεζα της Ελλάδος σε ελέγχους, ως εποπτεύουσα αρχή, για τη διαφύλαξη της διαφάνειας και της ορθής τιμολόγησης των μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας; Αν ναι, γιατί δεν αποτράπηκαν οι υπέρογκες αυξήσεις που εξανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους να ακυρώσουν τα ασφαλιστήριά τους;
· Έχουν εξετάσει οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΤτΕ την εφαρμογή του αποθεματικού γήρανσης στην ελληνική ασφαλιστική αγορά;
· Τηρούσαν και τηρούν οι ασφαλιστικές εταιρίες τα απαιτούμενα αποθέματα για τα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας εγγυημένης ανανεωσιμότητας; Πώς αξιολόγησε και πώς αντιμετώπισε η ΤτΕ το μεγάλο κύμα ακυρώσεων συμβολαίων, και πώς διασφαλίζεται ότι τα αποθέματα καλύπτουν πράγματι τους ασφαλισμένους αντί να μετατρέπονται σε πρόσθετο κέρδος μέσω του εξαναγκασμού τους σε ακύρωση. Ποια είναι τα αποτελέσματα της σχετικής εποπτείας της ΤτΕ;
· Υπάρχουν ασφαλιστικές εταιρίες που υπερβαίνουν τα όρια αυξήσεων του νέου δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ; Ποιες, και πώς δικαιολογούν τις αποκλίσεις στην τιμολόγηση και τις μελλοντικές εκτιμήσεις των αποθεματικών τους;
· Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών εκτιμά ότι αύξηση περιορισμένη στο 7% ετησίως (όπως το 2025) θα δημιουργούσε κεφαλαιακές ανάγκες άνω των €5 δισ. για συμμόρφωση με το Solvency II. Κατόπιν αυτού, με ποιον τρόπο θα διασφαλίσει η ΤτΕ τα δικαιώματα των καταναλωτών απέναντι σε μεγάλες, αδιαφανείς αυξήσεις
Διαβάστε επίσης:
Dr. Stefan Haas: Ασφάλεια, αξιοπιστία και ανθεκτικότητα σε έναν όλο και πιο αβέβαιο κόσμο
ΕΛΣΤΑΤ: Mειώθηκε το δημόσιο χρέος στο α’ τρίμηνο του 2026 – Στο 143,5% του ΑΕΠ
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Cape Tholos: Βήματα μετ’ εμποδίων για την επένδυση του Α. Μεταξά στο Λασίθι
- IWC Ingenieur Automatic 35 Pool Blue: Δεν ξέρουμε αν ο Gérald Genta θα χαιρόταν
- Οι εκλογές της Άνοιξης, ποιοι επιμένουν για 27 Σεπτέμβρη, το παρασκήνιο της ΚΟ, ο μίνι ανασχηματισμός, ο καμικάζι υφυπουργός και οι «οχιές» που δαγκώνουν
- Στον όμιλο Βαρδινογιάννη το 100% της Nova ICT – Θα διαθέσει άμεσα το 30% σε στρατηγικούς επενδυτές
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.