Οικονομία

Πώς οι μεθοδικές κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη θωράκισαν τη ρευστότητα για τη χώρα και τις ελληνικές τράπεζες

  • Contributor


Ικανή να ξαναβγεί και πάλι στις αγορές είναι η Ελλάδα. Έχοντας όμως αυτήν τη φορά την…πολυτέλεια των πολλαπλών επιλογών.

Τόσο σε ότι αφορά τη χρονική στιγμή που μπορεί να γίνει μια τέτοια κίνηση, όσο και γιατί δεν «καίγεται» να καλύψει ζωτικές ανάγκες χρηματοδότησης. Διαθέτει άλλωστε ένα εξαιρετικά σημαντικό κεφαλαιακό «μαξιλάρι» της τάξεως των 31 δισ. ευρώ.

Παράλληλα  όμως και εν μέσω των πρωτόγνωρων καταστάσεων που έχει προκαλέσει η πανδημία, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά στον πλανήτη ολόκληρο, η Ελλάδα έχει πλέον στη διάθεσή της και ένα διπλό «δίχτυ» ασφαλείας. Αφ’ ενός μεν γιατί τα στερούμενα επενδυτικής διαβάθμισης κρατικά ομόλογα, εντάχθηκαν  στο πρόγραμμα της έκτακτης ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ και αφ’ ετέρου γιατί και οι Ελληνικές τράπεζες απέκτησαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ώς ενέχυρο ομόλογα και εταιρικά δάνεια, προκειμένου να αντλούν κεφάλαια με μηδενικό κόστος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα.

Πρόκειται για εξελίξεις με πολύπλευρο θετικό απόηχο, που αν μη τι άλλο θωρακίζουν αποτελεσματικά τη χώρα, από μια ενδεχόμενη κρίση ρευστότητας. Όπως είχε συμβεί προ δεκαετίας, όταν και κατέστη κοινός τόπος η δημοσιονομική τραγωδία.

Τότε η Ελλάδα είχε μεν περί τα 300 δισ. ευρώ δανειακά βάρη, αλλά δεν «γονάτισε» από αυτόν τον τεράστιο όγκο του Δημόσιου χρέους. Η χώρα βρέθηκε μπροστά στην κατάρρευση τον Μάιο του 2010, γιατί έπρεπε να πληρώσει κάπου 13 δισ. στους πιστωτές της, ενώ στα ταμεία της είχαν απομείνει μόνο 3 δισ.…

Κάτι που σχηματικά αποτυπώνεται στο γεγονός ότι η άνθρωποι δεν σκοντάφτουν σε βουνά, αλλά σε πέτρες που βρίσκονται μεσοστρατίς…

Στην παρούσα φάση, η αποτελεσματική θωράκιση της ρευστότητας δεν έγινε καθόλου τυχαία. Απαιτήθηκε μια συντονισμένη και εξαιρετικά άρτια τεχνοκρατική δουλειά, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να αντιλαμβάνεται έγκαιρα όλες τις λεπτές ισορροπίες και να αναλαμβάνει μάλιστα και προσωπικές πρωτοβουλίες. Θέτοντας τα ζητήματα σε κορυφαίο Ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και στην ίδια την επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ.

Εξ ίσου έντονη υπήρξε και η κινητικότητα και από την πλευρά του «τσάρου» της οικονομίας Χρήστου Σταϊκούρα, ο οποίος και έχει πάντα ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με το «στρατηγείο» της οδού Ομήρου που διαχειρίζεται το Δημόσιο χρέος.

Καθοριστική χαρακτηρίζεται επίσης και η συμβολή του Διοικητή της τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, που εξ αντικειμένου έχει το θεσμικό ρόλο του απ’ ευθείας συνομιλητή με την ηγεσία της ΕΚΤ.

Οι πρωτοβουλίες του πρωθυπουργού και των αξιωματούχων

Όλα αυτά βεβαίως είχαν μια ξεχωριστή διαφορά, σε ότι αφορά τους κυβερνητικούς χειρισμούς. Οι κινήσεις Μητσοτάκη και των άλλων αξιωματούχων, έγιναν χωρίς βερμπαλισμούς και επικοινωνιακές «κορώνες», αλλά με ορθολογικό τρόπο και με τη δέουσα προσοχή.

Διαμετρικά αντίθετα δηλαδή από τις πρακτικές που κατά κανόνα ακολούθησαν οι κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που τουλάχιστον αρχικά διατυμπάνιζαν την άποψη ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι και η ΕΚΤ είχαν την υποχρέωση να ικανοποιήσουν όλα τα ελληνικά αιτήματα.

Μέχρι που η χώρα οδηγήθηκε στα βράχια των capital controls και αρκετοί από τον τότε θίασο των «μαθητευόμενων μάγων» υποχρεώθηκαν σε «κολοτούμπες»…

Ανεξαρτήτως όλων αυτών, τα σημερινά δεδομένα πιστοποιούν ότι τόσο η χώρα όσο βεβαίως και οι τράπεζες, έχουν πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης, που με τη σειρά τους θα διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στην «επόμενη μέρα» της οικονομικής ανασύνταξης της χώρας.

Ο δρόμος για μια νέα έξοδο στις αγορές είναι επί της ουσίας ανοικτός, αλλά το πότε μπορεί να γίνει παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα. Προφανώς κάτι τέτοιο είναι πιο εφικτό να συμβεί από τη στιγμή κατά την οποία θα εκλογικευτεί η τρέχουσα, έντονη μεταβλητότητα στις αγορές.

Από εκεί και πέρα όμως, πολλά εξαρτώνται από τις αποφάσεις των Ευρωπαίων εταίρων για το πώς εν τέλει θα διαμορφωθεί η οικονομική αρωγή, για την καταπολέμηση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας. Έστω κι αν αυτό δεν θα είναι η έκδοση ευρωομολόγου, αλλά κάποιος άλλος «μηχανισμός» στήριξης.

Στον οποίο η Ελλάδα έχει πλέον ισότιμη μεταχείριση με τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης.

Πριν ξεσπάσει η κρίση, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου χρέους είχε «οριοθετήσει» ότι στη διάρκεια της εφετινής χρονιάς, η Ελληνική Δημοκρατία στόχευε στην άντληση 4 έως 8 δισ. ευρώ από τις αγορές.

Και αυτό, όχι για λόγους άμεσης ρευστότητας, αλλά προκειμένου η χώρα να αποκαταστήσει πλήρως την κανονικότητα της «επαφής» με την…διεθνή των επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Η Ελλάδα με το χαμηλότερο ρίσκο για τον ιδιωτικό τομέα

Είναι χαρακτηριστικό, ότι αυτήν τη στιγμή το χρέος σε επίπεδο Γενικής κυβέρνησης μπορεί να είναι στη «ζώνη» των 330 δισ. ευρώ, αλλά από αυτά το 80% περίπου είναι στα χαρτοφυλάκια του επίσημου τομέα ( ευρωπαϊκοί μηχανισμοί, κεντρικές τράπεζες, ΔΝΤ) και μόνο 20% στον ιδιωτικό τομέα. Με άλλα λόγια, μέσα στην Ε.Ε η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που ο ιδιωτικός τομέας, έχει τόσο μικρή έκθεση στο ρίσκο του Δημόσιου χρέους…

Πρόσφατα και εν μέσω κρίσης, χώρες όπως η Ιταλία, το Βέλγιο και η Πορτογαλία βγήκαν στις αγορές, αλλά σχεδόν τα μισά από τα κεφάλαια που άντλησαν, προήλθαν από το εσωτερικό τους και κατά κανόνα από τις τράπεζές τους. Οι οποίες μπορούν στη συνέχεια να δίνουν ενέχυρα στην ΕΚΤ τα κρατικά ομόλογα που αποκτούν και αποκτούν ρευστότητα.

Αυτήν τη δυνατότητα την έχουν τώρα και οι Ελληνικές τράπεζες, που σημαίνει ότι μπορούν να συνδράμουν σε μια επικείμενη έκδοση κρατικού ομολόγου.

Στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου όταν η Ελλάδα βγήκε στις αγορές και άντλησε 2,5 δισ. ευρώ με 15ετή έκδοση, η ελληνική συμμετοχή ήταν μόνο στο 16%.

Όπως είναι εμφανές, από μια νέα έξοδο της χώρας στις αγορές, μπορεί η εγχώρια συμμετοχή να πάει στα επίπεδα του 50%, προσφέροντας ένα ακόμη συγκριτικό πλεονέκτημα στην άντληση κεφαλαίων. Έχοντας επιπρόσθετα και την στήριξη της ΕΚΤ που με το QE είναι σε θέσει  να αποσβέσει τους όποιους κραδασμούς των τιμών των ομολόγων, στην δευτερογενή αγορά των ομολόγων.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι το τελευταίο διήμερο όλες οι σειρές των ελληνικών ομολόγων έχουν καλύτερη συμπεριφορά από αυτά των άλλων ευρωπαϊκών χωρών…


ΣΧΟΛΙΑ