Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια την Πέμπτη, όπως αναμενόταν, αποφεύγοντας να δώσει οποιοδήποτε σαφές σήμα για το πότε θα μπορούσε να προχωρήσει στην επόμενη κίνηση νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, το επιτόκιο καταθέσεων παρέμεινε στο 2%, επιβεβαιώνοντας πλήρως τις προβλέψεις όλων των οικονομολόγων.

Η στάση αυτή ενισχύει τις εκτιμήσεις των αγορών ότι η νομισματική πολιτική θα παραμείνει σταθερή για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τους αναλυτές και τους επενδυτές να μη «βλέπουν» αλλαγή στο κόστος δανεισμού ούτε τα επόμενα δύο χρόνια. Παράλληλα, η ΕΚΤ χαρακτήρισε την οικονομία της ευρωζώνης «ανθεκτική», χωρίς ωστόσο να παράσχει καθοδήγηση για μελλοντικά βήματα, επαναλαμβάνοντας ότι οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν αποκλειστικά από τα εισερχόμενα μακροοικονομικά στοιχεία.

1

Κατά τη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι «βρισκόμαστε σε καλό σημείο τόσο από πλευράς νομισματικής πολιτικής όσο και από πλευράς πληθωρισμού», προσθέτοντας ότι το υφιστάμενο πλαίσιο είναι ευέλικτο και έτοιμο να προσαρμοστεί εφόσον χρειαστεί, προκειμένου να διασφαλιστεί ο συμμετρικός στόχος του 2% μεσοπρόθεσμα.

Όσον αφορά το πλαίσιο ρευστότητας, η Λαγκάρντ τόνισε ότι αυτό βρίσκεται υπό εξέταση, επισημαίνοντας ότι «οι γραμμές repo — οι οποίες διαφέρουν από τις γραμμές swap — αναδιαμορφώνονται, διευρύνεται η πρόσβαση σε αυτές και καθίστανται πιο ελκυστικές για άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες».

Αναφερόμενη στην ισοτιμία, επανέλαβε ότι δεν αποτελεί στόχο της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, αναγνώρισε ωστόσο τη σημασία της για τις προοπτικές ανάπτυξης και πληθωρισμού. Όπως σημείωσε, το ευρώ έχει ενισχυθεί σημαντικά έναντι του δολαρίου από τον Μάρτιο του 2025, ενώ η ανατίμηση που καταγράφηκε από πέρυσι έχει ήδη ενσωματωθεί στο βασικό σενάριο της Τράπεζας. Παρά ταύτα, η μετάδοση των επιπτώσεων εξακολουθεί να παρακολουθείται στενά.

«Το εύρος εντός του οποίου κινείται σήμερα το ευρώ έναντι του δολαρίου είναι απολύτως ευθυγραμμισμένο με τον ιστορικό μέσο όρο της ισοτιμίας από τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος», δήλωσε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να υποβαθμίσει την πρόσφατη άνοδο του ευρώ, το οποίο σταθεροποιήθηκε γύρω στα 1,18 δολάρια.

Η Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι η συνολική αξιολόγηση των κινδύνων παραμένει ισορροπημένη: «Κάποιοι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί, άλλοι έχουν μειωθεί, αλλά συνολικά βρίσκονται σε ισορροπία». Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι «ένα ισχυρότερο ευρώ θα μπορούσε να μειώσει τον πληθωρισμό περισσότερο από ό,τι αναμένεται», ενώ πιο ασταθείς και επιφυλακτικές χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να περιορίσουν τη ζήτηση και να ασκήσουν καθοδικές πιέσεις στις τιμές.

Από την άλλη πλευρά, προειδοποίησε ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί υψηλότερος εάν υπάρξει επίμονη άνοδος στις τιμές ενέργειας, εάν ενταθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις ή αν πιο κατακερματισμένες παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού αυξήσουν τις τιμές εισαγωγών, περιορίσουν την προσφορά κρίσιμων πρώτων υλών και εντείνουν τους περιορισμούς στην παραγωγική δυναμικότητα. Επιπλέον, εάν η αύξηση των μισθών επιβραδυνθεί πιο αργά από το αναμενόμενο, ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες ενδέχεται να αποκλιμακωθεί με καθυστέρηση.

Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι η προγραμματισμένη αύξηση των δημοσίων δαπανών για άμυνα και υποδομές —ιδίως στη Γερμανία, αλλά και ευρύτερα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επανεξοπλιστικής προσπάθειας— θα μπορούσε να ενισχύσει την ανάπτυξη ταχύτερα του αναμενόμενου, αλλά και να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα.

Παρά τη θετική εικόνα στο τέλος του 2025, η Λαγκάρντ αναγνώρισε ότι η ευρωζώνη συνεχίζει να αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον πολιτικής, με τις απειλές νέων δασμών από τον Ντόναλντ Τραμπ να εντείνουν την αβεβαιότητα. «Περαιτέρω τριβές στο διεθνές εμπόριο θα μπορούσαν να διαταράξουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσουν τις εξαγωγές και να αποδυναμώσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις», προειδοποίησε.

Τέλος, σχολιάζοντας τον διορισμό του Κέβιν Γουόρς από τον Ντόναλντ Τραμπ στη θέση του προέδρου της Fed, η Λαγκάρντ δήλωσε: «Τον γνωρίζω εδώ και πάρα πολύ καιρό — από την εποχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, όταν εκείνος υπηρετούσε στον δημόσιο τομέα και εγώ ήμουν τότε υπουργός Οικονομικών. Έχουμε λοιπόν μακρά κοινή πορεία και χαιρετίζω θερμά την ανακοίνωση του διορισμού του».

Διαβάστε επίσης 

Ralph Lauren: Πτωτικά η μετοχή από την επιβράδυνση στις πωλήσεις τριμήνου – Επιφυλακτικοί καταναλωτές

Motor Oil: Στρατηγική συνεργασία με την Performance Technologies για την επέκταση της πλατφόρμας ServiceNow

ΑΔΜΗΕ: H κυβέρνηση ενέκρινε αύξηση κεφαλαίου 1 δισ. ευρώ