Σταθερά αποφάσισε σήμερα να κρατήσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τα τρία βασικά επιτόκιά της, για πέμπτη διαδοχική συνεδρίαση, με το επιτόκιο καταθέσεων να παραμένει στο 2% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,4%.

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η επικαιροποιημένη αξιολόγησή του, επιβεβαιώνει ξανά ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα, ενώ η οικονομία εξακολουθεί να είναι ανθεκτική σε ένα αντίξοο παγκόσμιο περιβάλλον.

1

Παράλληλα, η ανεργία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, παρατηρούνται εύρωστοι ισολογισμοί στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η σταδιακή υλοποίηση των δημόσιων δαπανών για την άμυνα και τις υποδομές και οι υποστηρικτικές επιδράσεις από τις προηγούμενες μειώσεις των επιτοκίων υποβοηθούν την ανάπτυξη.

Την ίδια στιγμή, οι προοπτικές εξακολουθούν να είναι αβέβαιες, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας όσον αφορά τις εμπορικές πολιτικές παγκοσμίως και των συνεχιζόμενων γεωπολιτικών εντάσεων.

Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ δηλώνει αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα.

Επισημαίνει, δε, ότι θα ακολουθήσει μια προσέγγιση που βασίζεται στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία και θα λαμβάνει αποφάσεις από συνεδρίαση σε συνεδρίαση για τον καθορισμό της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγησή του για τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τις περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών στοιχείων, καθώς και για τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την ένταση με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική.

Το Διοικητικό Συμβούλιο δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.

Σε στάση αναμονής

Υπενθυμίζεται ότι σε στάση αναμονής βρίσκονται και άλλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Τράπεζα της Αγγλίας, που διατήρησε αμετάβλητο το επιτόκιό της στο 3,75% νωρίτερα σήμερα, αλλά και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), την περασμένη εβδομάδα.

Ωστόσο, και οι δύο αναμένεται να μειώσουν περαιτέρω τα επιτόκια τους επόμενους μήνες.

Σημειώνεται ότι μετά την απόφαση της ΕΚΤ, το ευρώ διατήρησε τις προηγούμενες απώλειές του εν μέσω ευρέων κερδών του δολαρίου, διαπραγματευόμενο 0,1% χαμηλότερα στα 1,1795 δολάρια.

Οι αγορές διατήρησαν τα στοιχήματά τους για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, προβλέποντας μειώσεις πέντε μονάδων βάσης μέχρι το τέλος του έτους.

Στο 2,86% οι αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων αναφοράς, χωρίς σημαντική μεταβολή.

Βασικά επιτόκια της ΕΚΤ

Τα επιτόκια της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης θα παραμείνουν αμετάβλητα σε 2,00%, 2,15% και 2,40% αντιστοίχως.

Πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού (APP) και έκτακτο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (PEPP)

Τα χαρτοφυλάκια APP και PEPP μειώνονται με μετρημένο και προβλέψιμο ρυθμό, καθώς το Ευρωσύστημα δεν επανεπενδύει πλέον τα ποσά κεφαλαίου από την εξόφληση τίτλων κατά τη λήξη τους.

Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να προσαρμόσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του εντός των ορίων της εντολής που του έχει ανατεθεί, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα και να διαφυλάξει την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

Επιπλέον, το μέσο για την προστασία της μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI) είναι διαθέσιμο για να αντισταθμίζει ανεπιθύμητες, άτακτες εξελίξεις στην αγορά που θέτουν σοβαρή απειλή για τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής σε όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ, επιτρέποντας έτσι στο Διοικητικό Συμβούλιο να εκπληρώνει πιο αποτελεσματικά την αποστολή του για σταθερότητα των τιμών.

Διαβάστε επίσης: 

Τράπεζα Αγγλίας: Διατηρεί αμετάβλητα τα επιτόκια στο 3,75% – Ανοικτό το ενδεχόμενο μείωσης εντός του έτους

Ευρωπαϊκά χρηματιστήρια: Πτώση εν μέσω εταιρικών αποτελεσμάτων – Αστάθεια στην αγορά μετάλλων

Eurostat: Aύξηση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα το 2024 – Πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο