LIFE&STYLE

Ειρήνη Παππά: Η γυναίκα – Ελλάδα


Επιτρέψτε μου έναν προσωπικό πρόλογο, παρακαλώ, μιας και η Ειρήνη Παππά, έμελλε, πριν από καμιά 30αριά χρόνια, να είναι η πρώτη συνέντευξη της δημοσιογραφικής μου ζωής. Έτρεμαν τα ακόμα εφηβικά μου χέρια, που κρατούσαν το κασσετοφωνάκι, ενώ ψέλλιζα τις ερωτήσεις μου. Είχε μαύρα, βαριά μαλλιά, απ’ αυτά που τραβούν το λαιμό μόλις αφήνονται λυτά. Ακόμα πιο μαύρα, νύχτες χωρίς φεγγάρι, τα μάτια με τις μεγάλες, στιλπνές βλεφαρίδες. Το τέλειο εκείνο, ελληνικό προφίλ των αγαλμάτων της αρχαιότητας που γέννησε κάθε αντίληψη για το κάλος, σαν κόρη, σαν Καρυάτιδα, σαν Αφροδίτη της μεγαλοπρέπειας. Προφίλ εξαγώγιμο στα πέρα πέρατα της σινεφίλ οικουμένης. Ένταση στο βλέμμα και στο σώμα. Η Ειρήνη Παππά! Η ζωντανή «Καρυάτιδα», όπως την αποκαλούσαν, η υμνημένη, τιμημένη, βραβευμένη σε όλες τις γωνιές της γης. Η ασεβής, όπως έλεγε η ίδια, γιατί έτσι πρεπει να είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι και πάντα γεμάτοι ερωτήσεις. Η καλλονή. Η διεθνής. Η Ελληνίδα! Λες και ζωντάνεψε από τα αρχαία ερυθρά αγγεία και, σα μαρμάρινη κόρη, απλά περπάτησε! Αν είχε πρόσωπο η Ελλάδα, ναι, της Ειρήνης Παππά, θα ήταν! Το κασσετοφωνάκι σε εκείνη τη διάσταση του χρόνου, τρέμει ακόμα στα χέρια μου. Εκείνη με πιάνει και σταθεροποιεί το μηχάνημα στα δάχτυλά μου, τρυφερά, μητρικά, έστω συγκαταβατικά. Δε θα τη συναντήσω ποτέ ξανά. Θα βλέπω τις ταινίες της, πάλι και πάλι. Θα γραφώ για αυτήν, πάλι και πάλι. Και θα λέω πως από όλους τους αγίους της δημόσιας, κοινής λατρείας, αυτή ήταν για μένα η προστάτιδα της εσωτερικής μου ενορίας…

Παιδικά χρόνια

Γεννήθηκε, πριν από 92 χρόνια, Ειρήνη Λελέκου, ή Ρηνούλα για τους δικούς της, αλλά ποτέξενικά Ρενέ ή Ρένα, σε ένα μικρό ορεινό χωριό, στο Χιλιομόδι Κορινθίας. Και οι δυο γονείς της, δάσκαλοι, αποκτούν το τέταρτο κορίτσι τους. Είναι 3 Σεπτεμβρίου 1926. Πραξικοπήματα, συγκρούσεις, εμφύλιες πάντα διαμάχες, αναστολή του Συντάγματος, κλειστό κοινοβούλιο, ΕΟΝ και παιδιά σε μαύρες στολές να παρελαύνουν στρατιωτικά. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές υποχρεώνονται να εντάξουν τους μαθητές και γενικώς τους νέους στην ΕΟΝ για την «επωφελή διάθεσιν του ελευθέρου από της εργασίας χρόνου των νέων, προς προαγωγών της σωματικής και ψυχικής καταστάσεως αυτών, ανάπτυξιν του εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς την θρησκείαν, δημιουργίαν πνεύματος συνεργασίας και κοινωνικής αλληλεγγύης…». Όχι, αυτοί οι δάσκαλοι. Όχι οι γονείς της Ειρήνης. Είναι η μικρότερη! Τη μεγαλώνουν με παραμύθια, αρχαίους μύθους και μια ελεύθερη από κανόνες της εποχής ζωή στην φύση. Όταν δεν είναι σκαρφαλωμένη στα δέντρα, ακούει από τη γιαγιά της παραμύθια ή ζει σε έναν κόσμο φαντασίας που δημιουργεί η μάνα της.

«Αγάπησα περισσότερο την μητέρα μου και λιγότερο τον πατέρα μου», λέει χρόνια πολλά αργότερα, στο αποκορύφωμα της δόξας και της φήμης, «στο κάτω κάτω ήταν άνδρας και εγώ γυναίκα και μας χώριζε μια άβυσσος. Εκείνος άνηκε στον σκοτεινό κόσμο των ανδρών. Δάσκαλος ο πατέρας μου και η μάνα μου και η θεία μου. Ήταν παραμυθάδες όλοι. Η γιαγιά μου ήξερε του κόσμου τα παραμύθια, όπως και η μάνα μου, που τα φανταζόταν και το σπίτι μας ήταν γεμάτο ανθρώπους να μιλάνε πολύ, συνεχώς, ακατάπαυστα. Να μιλάνε για βιβλία. Η μάνα ζωγράφιζε και μας έλεγε παραμύθια σε συνέχειες κάθε βράδυ. Αυτά τα σίριαλ στην τηλεόραση δεν είναι τίποτα μπροστά στην δική της μυθοπλασία σε συνέχειες. Υπήρχε γύρω μας ένας αόρατος κόσμος και αυτός ήταν ο εντελώς πραγματικός. Και εγώ ζούσα σ’ αυτό το σύμπαν φαντασίας. Πίστευα πως τα καλύβια τα μεσάνυχτα ανοίγουν τις πόρτες τους και από μέσα βγαίνουν ορχήστρες, που παίζουν εξαίσιες μουσικές και πως οι κολοκύθες λιώνουν σιγά-σιγά τη νύχτα και στο τέλος γίνονται γυναίκες λαμπερές και πως στις τρύπες των μυρμηγκιών στα χωράφια, από μέσα έχει τεράστιες σκάλες και άμα τις κατέβεις φτάνεις στη ψυχή της γης, που είναι ο κόσμος όλο σοκολάτα, δρόμοι, λίμνες και σοκολατένια παλάτια».

Από τον πατέρα της έμαθε να διαβάζει με πάθος τους αρχαίους Έλληνες. Ο δάσκαλος πατέρας ήταν πραγματιστής και πίστευε πως από τους αρχαίους συγγραφείς μέχρι τον Γκαίτε ήταν η ουσία της γνώσης.

«Από τον Γκαίτε και μετά όλοι οι άλλοι γράφουν τόμους μιας λέξης», έλεγε. Μεγάλωνε τα κορίτσια του, ελεύθερα στη φύση, να επικοινωνούν μαζί της και να σέβονται τους δικούς της νόμους.

«Χίπηδες πάνω στα βουνά ήμασταν από παιδιά», λέει η Ειρήνη Παππά σε μια εκμυστήρευση της το 1974. «Δεν μας έφτανε ο καθαρός αέρας στο Χιλιομόδι, αλλά το καλοκαίρι μας έπαιρνε και ανεβαίναμε ψηλά στο βουνό, στο Μετόχι και ήμασταν, ένα δέντρο, ένα πηγάδι, ένα εκκλησάκι και εμείς, πάντα ελεύθερα». Ο δάσκαλος πατέρας μεγαλώνει ανθρώπους και όχι γυναίκες, με πλήρη επίγνωση πως η κοινωνία τις θεωρεί πολίτες β’ κατηγορίας.

Αθήνα: Σχολείο και Εθνικό Θέατρο

«Στον πατέρα μου έχω χρεώσει δυστυχίες μου πολλές αλλά και του χρωστάω πολλά. Με έκανε αυτό που είμαι. Με έμαθε να έχω πάντα αμφιβολίες και να ρωτάω το γιατί. Να ‘μαι και εγώ και οι αδελφές μου περήφανες γυναίκες. Όχι να είμαστε σκυμμένες και να κεντάμε μαξιλαράκια, αλλά να διαβάζουμε Αριστοτέλη! Και εκείνα τα παιδικά χρόνια όρισαν αυτό που είμαι και δεν έμαθα ποτέ να είμαι μεγάλη».

Γυρνώντας και πάλι στα παιδικά χρόνια, το 1983, η φειδωλή σε προσωπικές εκμυστηρεύσεις γεγονότων, χιλοβραβευμένη ηθοποιός και διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης θα πει πως «από τα 5 μου χώρισα με τον περιβάλλον. Διδάχθηκα την ασέβεια από τον πατέρα μου. Με έμαθε πως μια και μόνο αριστοκρατία υπάρχει, η αριστοκρατία του πνεύματος. Δεν υπάρχουν «κύριοι» και επίσημοι, αλλά άνθρωποι και πως ο σεβασμός με υποτιμάει, ενώ η αγάπη με εξυψώνει».

Με αυτές τις αρχές, την ελευθερία, τα βιβλία, την επαφή με τη φύση, η Ειρήνη θα αρχίσει από πολύ μικρή να γράφει ποιήματα και δικές της ιστορίες και να τις κάνει έργα για κούκλες που η ίδια έφτιαχνε από κουρέλια και ξυλαράκια. Όταν όμως στην εφηβεία της θα δηλώσει στη μητέρα της πως θέλει να γίνει ηθοποιός εκείνη θα την αντικρούσει λέγοντας: «Ναι, για να σε περάσουν ακόμα και τα γαϊδούρια». Στεναχωρήθηκε η Ειρήνη, αλλά της απάντησε «ας γίνει έτσι! Όσο γρηγορότερα, τόσο το καλύτερο». Αργότερα θα μετανιώσουν και οι δυο για τις κουβέντες τους.

Η οικογένεια Λελέκου, κάποτε, ζει στην Αθήνα. Οδός Ξενοκράτους. Η Ειρήνη είναι 12 χρονών και μέχρι εκείνη την ηλικία δεν έχει σκεφτεί να γίνει ηθοποιός. Στο διπλανό σπίτι, μια κοπελίτσα ίσαμε με 16 ετών, πηγαίνει στη δραματική σχολή του Ροντήρη και κάνει λίγη παρέα με την Ρηνούλα. Στις εφηβικές καμάρες και στις αστικές αυλές, η 16χρονη σπουδάστρια παίζει στη Ρηνούλα τον μονόλογο της Μαργαρίτας απ’ τον Φάουστ. «Δεν μου άρεσε καθόλου! Ήθελα σε όλα να βρω τα αίτια που την κάνουν να μιλάει έτσι, να σιωπά, να κλαίει. Γιατί; Ρωτούσα συνέχεια. Και γιατί κλαίει έτσι; Στο χωριό μου, δεν κλαίνε έτσι όπως εσύ, όταν πονάνε στα αλήθεια μέσα τους. Δεν με συγκινούσε! Εκείνη αντιδρούσε. Κόλλησα και εγώ ήθελα να της αποδείξω  πως δεν κλαίνε έτσι. Αυτή ήταν η αφορμή να πάω στην Δραματική Σχολή του Εθνικού».

Γληνός, Παρασκευάς, Καρυντινός, Κατσέλης, Ροντήρης. Τα ιερά τέρατα το κλασικού θεάτρου είναι οι δάσκαλοι της. Και θα πρέπει να μάθει να ζει στην γιγάντια σκιά τους. Να παίζει όπως εκείνοι της μαθαίνουν και να είναι πειθαρχημένη και υπάκουη! Α! Όχι αυτή, όχι η Ειρήνη, που σκαρφάλωνε στα δέντρα στο Χιλιομόδι και έμαθε να βλέπει τον κόσμο από ψηλά! «Τσακωνόμουνα απ’ την αρχή», λέει, «έκανα μάχη να μην πω αυτό που θέλανε όλοι τους. Με το πες-πες, την Ηλέκτρα του Γρυπάρη, ήταν αδύνατον να μην την κάνουμε όπως ήθελε ο Ροντήρης. Ο ίδιος όταν την έκανε ήταν υπέροχος, βέβαια, αλλά το «θα το κάνεις έτσι, όπως θέλω εγώ» δεν το μπορούσα. Του έλεγα, «την Παξινού την σέβομαι, που το κάνει έτσι, αλλά εγώ θα ‘θελα να δοκιμάσω το αλλιώς». Τελικά με άφησε στην ίδια τάξη».

Ο Σακελλάριος την είδε στο δρόμο σα ζωντανή Καρυάτιδα

Κατά την ίδια, τον τελευταίο της χρόνο στη Σχολή, την είδε ο Σακελλάριος να παίζει στον Μάκβεθ και της ζήτησε να βγει στην επιθεώρηση. Τεράστια αντίθεση και πράξη επαναστατική για ηθοποιό κλασσικής παιδείας. Η Ειρήνη είπε ναι.

«Μου άρεσαν οι ηθοποιοί της επιθεώρησης, του μουσικού θεάτρου, γιατί ήταν πιο φυσικοί, κοντά σε αυτό που θεωρούσα καλό παίξιμο. Αυτούς του Εθνικού δεν μπορούσα. Ήταν ψεύτικοι. Καθόμουν, όμως, στο Εθνικό και μαχόμουν. Έλεγα «μήπως και από άγνοια κλείνω ένα παράθυρο;». Βλέπετε, πιστεύω πάντα στις καλές προθέσεις και δύσκολα τις αμφισβητώ. Αν μου πει κάποιος, «έξω  ο ουρανός είναι πράσινος και βγάζει ένα φεγγάρι κόκκινο», θα βγω να το δω και αν όχι, πάντα θα ‘χω μέσα μου την έγνοια, μπας και ήταν αλήθεια ο ουρανός πράσινος και το φεγγάρι κόκκινο και εγώ το ‘χασα. Δεν με νοιάζει να χάσω αυτήν την εμπιστοσύνη στις καλές προθέσεις των άλλων.»

Ο Αλέκος Σακελλάριος στην αυτοβιογραφία του, πάντως, αναφέρει πως δεν την πρωτοείδε στη Σχολή της, αλλά να περπατά στο Σύνταγμα. Περιγράφει μια μελαχρινή καλλονή, ένα πανέμορφο πλάσμα με ένα απλό μακρύ φόρεμα, όλο πτυχώσεις, που κινούταν με μεγαλοπρέπεια και συνάμα απλότητα. Σαν να ζωντάνεψε μια Καρυάτιδα, λέει, και της δίνει για πάντα αυτόν τον χαρακτηρισμό, που υιοθέτησαν οι σπουδαιότεροι δημιουργοί της οικουμένης και σύσσωμος ο τύπος και η ιστορία της υποκριτικής. Ο Σακελλάριος την πήγε στον Φίνο για μια ταινία. Ο Φιλοποίμην Φίνος την χρησιμοποίησε, τελικά, το 1948. «Χαμένοι άγγελοι». Αυτή είναι η πρώτη της ταινία και η αρχή του μύθου.

Το 1951 ο Φρίξος Ηλιάδης γυρνά μαζί της την «Νεκρή Πολιτεία» με τον Γιώργο Φούντα στον Μυστρά. Η ταινία συμμετέχει στο Φεστιβάλ Καννών και εκεί, με την πρώτη προβολή, ο κόσμος βρήκε μια πρωταγωνίστρια που σα να ‘χε έρθει από την αρχαϊκή πομπή των Παναθηναίων, να κουβαλούσε τη δύναμη και τη λιτότητα μιας Σπαρτιάτισσας κόρης, να ‘χε την αυστηρότητα και τη μεγαλοπρέπεια μιας Ρωμαίας Εστιάδας, βάθος και πολυπλοκότητα Βυζαντινής πριγκίπισσας, μιας Ισπανίδας παθιασμένης δόνας, μιας Αργεντίνας όλο καθήκον αγωνίστριας… Η Ειρήνη Παππά, σε εκείνη την σπάνια κόπια πια, είναι όλο βλέμμα βαθιά μυστηριώδες, εκφραστικό, σαγηνευτικό. Μια συγκέντρωση σε χαρακτηριστικά πανέμορφα που δεν μπορείς να της αντισταθείς. Ένα πλάσμα, που λες και έχει ζήσει πολλές σημαντικές ζωές και τις κουβαλάει σε ένα πρόσωπο φτιαγμένο από γλύπτη σπουδαίο της αρχαιότητας. Είναι 1952 και οι Κάννες ασχολούνται μόνο με την Παππά! Το παγκόσμιο σινεμά έχει ερωτευτεί ένα κορίτσι από το Χιλιομόδι Κορινθίας…

Παγκόσμια Ειρήνη

Τα υπόλοιπα πλέον γράφονται στην Ιστορία. Στέκεται 100 τουλάχιστον φορές απέναντι από την κάμερα σε διεθνείς παραγωγές, αριθμός ταινιών-ρεκόρ για Ελληνίδα ηθοποιό. Γίνεται μια περιπλανώμενη θιασώτης των λέξεων και της εικόνας και κάνει ταινίες σε όλες τις ηπείρους. Στην Τσινετσιτά την λατρεύουν, το Χόλιγουντ την αποθεώνει, αλλά και στην Γιουγκοσλαβία, στο Λίβανο, στο Μαρόκο, στη Βραζιλία, στην Αυστραλία, στην Πορτογαλία, η Ειρήνη Παππά φτιάχνει ρόλους, ζωές, αρχετυπικές ερμηνείες, αξεπέραστες γυναίκες, ερωτεύσιμες, όλο σαγήνη ηρωίδες.

Τζέιμς Κάγκνει, Μάρλον Μπράντο, Γρέγκορι Πεκ, Άντονι Κουίν, Ιβ Μοντάν στο σινεμά οι συμπρωταγωνιστές της και Μπρόντγουεϊ, το 1967, με το έργο «Εκείνο το καλοκαίρι, εκείνο το φθινόπωρο» στο πλευρό του Γιον Βόιτ – ναι, ναι του πατέρα της Αντζελίνα Τζόλι. Bella Greca πάντα για τους Ιταλούς, η σπουδαία Irene Pappas για το Χόλιγουντ, το Μπρόντγουεϊ, τα αρχαία θέατρα όλου του κόσμου. Ελένη στις «Τρωάδες» και Κλυταιμνήστρα στην «Ιφιγένεια» σε σκηνοθεσία του μεγάλου Έλληνα Μιχάλη Κακογιάννη.

Σπουδαίοι σκηνοθέτες και δημιουργοί και φίλοι και έπαινοι μεγάλοι από τους σπουδαιότερους δημοσιογράφους του καιρού της αλλά και τον Φελίνι, την Κάθριν Χέμπορν, τον Μπράντο που έλεγαν πως «σπουδαιότερη ηθοποιός δεν υπάρχει». Και βραβεία και τιμές και διακρίσεις, περισσότερα από 24! Ανάμεσα τους, βραβεία καλύτερης κινηματογραφικής μεταφοράς και ηχητικής επένδυσης στο Φεστιβάλ των Κανών το 1962, για την «Ήλεκτρα», Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου το 1969 για το «Ζ», του Κώστα Γαβρά, ο τίτλος της «Γυναίκας της Ευρώπης», το 2000, «Χρυσός Λέοντας» της Μπιεννάλε Θεάτρου Βενετίας, για μια «από τις γνωστότερες καλλιτέχνιδες, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία, στη σταδιοδρομία της, που μετρά πέντε δεκαετίες, αναμετρήθηκε με σημαντικούς γυναικείους ρόλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, πολλοί εκ των οποίων ανήκαν στην αρχαία τραγωδία.

Έγινε μια διεθνής εκπρόσωπος του μεσογειακού πολιτισμού, ενσαρκώνοντας πλήρως τη δύναμη της αρχαίας τραγωδίας. Μεγάλη τιμή της, θεώρησε η ίδια, το ότι ήταν ανάμεσα στους 260 καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο, που προσκάλεσε ο Πάπας Βενέδικτος στην Καπέλα Σιξτίνα του Βατικανού, για να τους ζητήσει «να μεταδώσουν με την τέχνη τους το μήνυμα του Θεού και να μη φοβούνται ότι η πίστη θα μπορούσε να μειώσει τον οίστρο και τη δημιουργικότητά τους».

Έχει τιμηθεί ακόμη, με  το Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, το 1995. Το 2008 βραβεύτηκε με το «Βραβείο Ρώμη» στο αρχαίο θέατρο της «Όστια Αντίκα». Είναι επίτιμη διδάκτωρ του Πανεπιστήμιου της Ρώμης.

Οι ηθοποιοί που λάτρεψε – και τη λάτρεψαν

Και η ίδια που όλους τους γνώρισε και έμαθε και ήταν μια κινητή ανθρώπινη βιβλιοθήκη, ποιους ομότεχνους της εκτιμά άραγε;

«Μ’ αρέσει η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, ο Ντε Νίρο στις πρώτες του ταινίες, ο Μπράντο. Όχι, ο Νίκολσον, δεν μου αρέσει. Επαναλαμβάνεται. Το σινεμά σήμερα έγινε ανάλογο συμπεριφοράς και ο νατουραλισμός υπερίσχυσε του ρεαλισμού».

Και της αρέσει μια άλλη σπουδαία γυναίκα-Οδυσσέας, σαν την ίδια, η Μαρία Κάλλας – πώς αλλιώς; «Σκεφτήκατε πόσο έχει δουλέψει η Μαρία Κάλλας; Αν δεν ερευνήσεις, δεν μελετήσεις κάθε δυνατότητα και την παράδοση σαν παράδοση, αλλά ως μορφή, τότε είναι νεκρή η τέχνη. Όμως η Κάλλας σέρνει μια βοή, μια φωνή γεμάτη λεπτομέρειες που με ανατριχιάζει. Καλή φωνή έχουν και άλλες, αλλά ψυχή σαν της Κάλλας;».

Η σύγκρουση με τον Χορν και ουδείς προφήτης στον τόπο του…

1979. Αύγουστος. Η Ειρήνη Παππά είναι να παίξει  στο Ηρώδειο «Αντώνιο και Κλεοπάτρα», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Με αφορμή όμως τη συμμετοχή της ηθοποιού, ξέσπασε άγριος καυγάς ανάμεσα σε αυτήν και τον Δημήτρη Χορν, που μιλούσε για την Ειρήνη Παππά με υποτιμητικά λόγια και αμφισβητούσε τις ερμηνευτικές της ικανότητες επί σκηνής.

Η «έκρηξη» του Χορν κατά της Παππά

Λίγο πριν από την πρεμιέρα του θεατρικού έργου, το θέμα συζητήθηκε στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του ΕΟΤ. Σε κάποια στιγμή της συνεδρίασης, ειπώθηκε ότι «κανένας δεν θα αρνούνταν να δει την Ειρήνη Παππά να ενσαρκώνει την Κλεοπάτρα». Η φράση αυτή όμως, έκανε έξαλλο τον Δημήτρη Χορν, που ως μέλος του Συμβουλίου είχε αντίρρηση για τη συμμετοχή της δημοφιλούς ηθοποιού.

«Αρνούμαι εγώ να δω την Παππά στο Ηρώδειο. Δεν έχει παίξει ποτέ της θέατρο στην Ελλάδα. Αμφισβητώ την αξία της. Και παραιτούμαι από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο», δήλωνε  εκνευρισμένος ο Χορν.

Η έκρηξη του ηθοποιού έμεινε προσωρινά αναπάντητη. Ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης που ήταν παρών, αν και εξεπλάγην αρνητικά από τον πάλαι ποτέ πρωταγωνιστή του, δεν αντέδρασε. Επενέβη όμως κατευναστικά, ο γενικός γραμματέας του ΕΟΤ Παναγιώτης Λαμπρίας: «Εν πάση περιπτώσει, έχομεν ανειλημμένη υποχρέωση απέναντι στον κύριο Κακογιάννη. Έχομεν εγκρίνει το έργο του με την Ειρήνη Παπά και το ανακοινώσαμε σε ειδική συνέντευξη τύπου», έλεγε στη συνεδρίαση. Όταν οι υπεύθυνοι διαβεβαίωσαν τον Χορν ότιη παράσταση θα είχε το εχέγγυο του Κακογιάννη, απάντησε και πάλι απαξιωτικά. «Ο σκηνοθέτης δεν μετράει και ο ηθοποιός είναι το παν». Ο Κακογιάννης απάντησε: «Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση της καλλιτεχνικής αξίας της κυρίας Παππά μόνο, αλλά και για ουσιαστική αμφισβήτηση της συμβολής του σκηνοθέτη στο θέατρο. Με τον Δημήτρη έχω θαυμάσιες αναμνήσεις από εκείνη την εποχή που ήμουν ο σκηνοθέτης του θιάσου Λαμπέτη – Χορν. Στην αρχή της καριέρας μου στην Ελλάδα δεν είχα μεγαλύτερο σύμμαχο από αυτόν». Παρά τις αντιρρήσεις πάντως, η παράσταση θα παιζόταν κανονικά στον προκαθορισμένο χρόνο και τόπο.

Ο Δημήτρης Χορν εναντίον όλων 

Όταν η Ειρήνη Παππά έμαθε τι είχε ειπωθεί στον ΕΟΤ, πέρασε στην αντεπίθεση.

«Ο κύριος Χορν έχει κάθε δικαίωμα να μην του αρέσω και πιστεύω πως γνήσια δεν του αρέσω, όπως άλλωστε γνήσια δεν μου αρέσει και μένα αυτός. Αλλά εφόσον γνωμοδοτούσε, θα έπρεπε τα επιχειρήματά του να ήταν τεκμηριωμένα. Λυπάμαι ωστόσο που παραμονές μιας δύσκολης πρεμιέρας, τέτοιες δηλώσεις δημιουργούν στο θεατή ατμόσφαιρα στρατοδικείου. Η παράσταση δεν είναι δίκη, ούτε η σκηνή γήπεδου», έλεγε χαρακτηριστικά.

Στο πλευρό της ηθοποιού στάθηκαν από την πρώτη στιγμή πολλοί ηθοποιοί, οι οποίοι όμως ανώνυμα έκαναν καυστικές δηλώσεις εναντίον του Χορν. Μολυβιά ξυθήκαν ως λόγχες και το μελάνι έγινε υγρό πυρ. Η αντιδικία έγινε πρωτοσέλιδο και όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος, έπαιρνε θέση. Οι ταγμένοι στο πλευρό της Παππά, έλεγαν ανάμεσα σ άλλα: «Ο αιώνιος εστέτ τα ‘βαλε από ζηλοφθονία με την Παππά που είναι υπόδειγμα συναδέλφου και η φήμη της στο εξωτερικό μοναδική», «αυτός που κρίνει την Παππά λησμόνησε το πρόσφατο δικό του φιάσκο στο Ηρώδειο;. Τότε έπαιξε καλά τους κλασσικούς ρόλους; Ήταν απαράδεκτος και στον Ερρίκο Δ΄και στο Ριχάρδο Γ΄και στον Δον Ζουάν», «τουλάχιστον η Παππά έντιμα μπαίνει τώρα στον ελληνικό θεατρικό χώρο, ενώ αυτός είναι φευγάτος εδώ και δέκα χρόνια».

Η πρεμιέρα γινεται με επιτυχία, ενώ ο Χορν έχει το τελευταίο λόγο στον Τύπο: «το Ηρώδειο δόθηκε στην Παππά λόγω των κινηματογραφικών της επιτυχιών, ενώ το είχαν ζητήσει ηθοποιοί όπως η Λαμπέτη και ο Κατράκης. Γι αυτό δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να δω ένα κινηματογραφικό έργο της κυρίας Παππά στο Ηρώδειο»!

Ένα σκάνδαλο, ο Βελουχιώτης, η πικρία της

Η Ειρήνη Παππά δεν έκρυψε ποτέ πως ήταν μέλος του ΚΚΕ, άλλα ούτε και πως με την μεταπολίτευση έβρισκε την προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου ηγετική. Όμως από τις αριστερές της πεποιθήσεις, που φυσικά δεν την εμποδίσαν να δουλέψει παγκόσμια ακόμα και στην καρδιά του Χόλιγουντ που σκιαμαχεί συχνά με εχθρούς ιδεολογικούς, κάποια στιγμή ξεσπά μια φήμη και μια σωρεία δημοσιεύσεων που πληγώνει την Ειρήνη Παππά πολύ. Μια κυρία από την Καρδίτσα, δηλώνει πως είναι εξώγαμο παιδί της Παππά και του Αρη Βελουχιώτη! Μια ιστορία σκοτεινή σα τη ιστορική περίοδο της εποχής εκείνης, με ήρωες δυο πλάσματα μυθικά για τη χώρα, γίνονται υλικό πρώτης τάξεως για θεωρίες συνομωσίας. Η Ειρήνη Παππά αποδεικνύει πως εκείνη την περίοδο που της χρεώνονται όλα αυτά, ήταν 16 χρόνων και μαθήτρια στο σχολείο της και στο Εθνικό. Ο στενός της κύκλος, πάλι, κάνει λόγο για μια λεβέντισσα που ποτέ δε θα αρνιόταν να αναλάβει όλες τις ευθύνες, ακόμη και εκείνες που δεν της αναλογούσαν.

Κάπου, κάπου απόηχος, σαν αστικός μύθος, μπερδεύει την πραγματικότητα με την φημολογία και συζητιέται ως αποκλειστικό, ψιθυριστό νέο. Δεν μπορεί όμως να σκιάσει το νυχτερινό βλέμμα της Ειρήνης πια, γιατί είναι τόσο δεδομένο για την προσφορά του, όσο η αιωνιότητα…

Ο Μπράντο, ο Αγα Χαν, ο Μάρκες και ο τελευταίος έρωτας

Πολλές οι τιμές, πολλή η αναγνώριση, για εκείνο το κορίτσι που ήθελε να γίνει ηθοποιός για να δείξει σε μια άλλη πως κλαίνε οι άνθρωποι, όταν πονούν στα αλήθεια, από μέσα τους. Για μια γυναίκα που χόρτασε η ψυχή της ταξίδια, εικόνες, ρόλους, σπουδαίους ανθρώπους, βιβλία, λέξεις, ιδέες, σκέψεις μεγάλων διανοητών και έρωτες. Όχι, η Ειρήνη Παππά δεν μίλαγε για αυτούς, ούτε άφηνε περιθώρια να την ρωτήσουν. Στα 18 της έκανε τον έναν και μοναδικό γάμο της ζωής με τον συγγραφέα ‘Αλκη Παππά. Χώρισαν στα τρία χρόνια κοινής ζωής. Κράτησε ωστόσο το επίθετό του και με αυτό έκανε διεθνή καριέρα.

Συνδέθηκε με τον Αντονι Κουίν και καμπόσους από τους συμπρωταγωνιστές της, ενώ είναι δεδομένο πως ο βαθύπλουτος Αγά Χαν, σύζυγος για ένα φεγγάρι της θρυλικής Ρίτας Χέιγουορθ, ήταν τρελός και παλαβός για εκείνη.

Η τελευταία επίσκεψη του Μπράντο στην Ελλάδα ήταν το 1999 σε ηλικία 74 ετών. Τότε συναντήθηκε για τελευταία φορά με την Ελληνίδα ηθοποιό Ειρήνη Παππά, με την οποία είχε σχέση τη δεκαετία του ’50.  Εκείνος ήταν 30 χρόνων κα εκείνη 24. Φόντο της παθιασμένης σχέσης τους ήταν η θερμή, φωτεινή και όλο νεανικότητα Ρώμη! Κάποτε, όμως, εκείνη θα παραδεχτεί πως «αγαπούσα πολύ τον Μπράντο και νοιαζόμουν για εκείνον. Ήταν το μεγάλο πάθος της ζωής μου».

Παρόλο που χώρισαν, συνέχισαν να διατηρούν επαφές και το 1999 που ήρθε, εκείνος στην Ελλάδα έτρεξε να την συναντήσει.

«Παρόλα τα υπόλοιπα, ήταν ακόμα υπέροχος ο τρόπος που σκεφτόταν», είπε εκείνη για την τελευταία τους συνάντηση.

Η Παππά γοήτευσε ιδιαίτερα και τον Κολομβιανό συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Οι δυο τους συναντήθηκαν λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα της ταινίας Ερέντιρα που βασίστηκε στο βιβλίο του συγγραφέα. Όταν τη συνάντησε ο Μάρκες, ήταν σίγουρος ότι η Παππά θα ενσάρκωνε την πρωταγωνίστρια και μόλις πληροφορήθηκε ότι ο ρόλος της ήταν αυτός της ηλικιωμένης κακιάς, δήλωσε δημόσια: «Είμαι αντίθετος με το ότι η Ειρήνη Παππά παίζει το ρόλο της άκαρδης γιαγιάς. Θα ήθελα να έπαιζε την Ερέντιρα γιατί είναι η πιο νέα, η πιο ωραία και η πιο λυγερή στην ταινία». Η ερμηνεία της όμως δικαίωσε τον σκηνοθέτη που την είχε επιλέξει και έκανε τον συγγραφέα να παραδεχτεί: «Μετέτρεψε το πρόσωπο της γιαγιάς σε κάτι άλλο».

Ο τελευταίος έρωτας, που παραδέχτηκε, ήταν στην Ιταλία με έναν νεότερο της άνδρα. Το 2002, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, στην Άννα Παναγιωταρέα, λέει: «Γιατί είναι κακό να ερωτευτείς έναν νέο άντρα; Νιώθω υπέροχα, να τον έχω αγκαλιασμένο από την μέση, καθισμένη στο πίσω μέρος της μηχανής του και να γυρνάμε με ταχύτητα, σ’ όλους τους δρόμους της Ρώμης».

Επιστροφή μιας γυναίκας που ήταν Οδυσσέας…

Παιδιά δεν έκανε, γιατί ένιωθε η ίδια πάντα παιδί. Κάπνιζε. Έβγαινε πολύ. Σε κάθε μεγάλη πρωτεύουσα, ένα στέκι, άλλοι φίλοι, πολλοί φίλοι. Δεν πρόλαβε ποτέ της να πλήξει ή να νιώσει την πολυτέλεια της αδράνειας. Ελλάδα, Αμερική, Ιταλία, Πορτογαλία.

«…Μπορώ μόνο να πω ότι η Αθήνα θα είναι πάντα η μητέρα μου, αλλά η Ρώμη, παράλληλα, είναι δεύτερη μητέρα μου, από ξεκάθαρη επιλογή μου», είπε κάποτε για τις πόλεις που την σημάδεψαν και για την έννοια της πατρίδας.

Με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, θα μπει επικεφαλής άλλης μιας πρωτοπορίας. Ηχογραφεί για τον τελευταίο δίσκο του μουσικού συγκροτήματος «Aphrodite’s Child» που είχε φτιάξει μαζί με τον Ντέμη Ρούσσο, μουσικά θέματα βασισμένα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και γόητρα με σπαρακτική ερμηνεία δημοτικά τραγούδια, τις περιβόητες «ΩΔΕΣ».

Πόσοι τίτλοι έργων, ονόματα, πόλεις, στιγμές, στιγμές σπουδαίων ηρώων! Πόσες ζωές χώρεσαν σ’ αυτή τη μια της Ειρήνης Παππά, που δεν φτάνουν οι σελίδες να χωρέσουν! Ήλεκτρα ναι, Ελένη σίγουρα και Αντιγόνη για μια τιμή και καθήκον! Αλλά πάνω απ’ όλα μια γυναίκα Οδυσσέας, που περιπλανήθηκε, ξεχάστηκε σε άλλους κόσμους, γεύτηκε καρπούς αγνώστους, δεν λησμόνησε, πέρασε πανηγύρια σε αγκαλιές, συνομίλησε με τους σπουδαίους του καιρού της και κάποτε γύρισε. Ένα βράδυ στη βίλα του Ιόλα, μιλάει στο Νίκο Σταθούλη με κουβέντες σα ποίηση για τον καθρέφτη – εαυτό της. «Κάθε άνθρωπος, θέλει δεν θέλει, μέσα στη νύχτα του κοιμάται ή μέσα σε κάποιο βαθύ υποσυνείδητο έχει την αίσθηση της αιωνιότητας, μια αίσθηση κληρονομιάς», λέει, «αυτή η αίσθηση της πρώτης αυγής ή της πρώτης λύπης ή του μέλλοντος θανάτου θα υπάρχει. Κι όταν καμιά φορά η τέχνη επεμβαίνει σε ένα άτομο και σε βάζει στο κανάλι της αιώνιας αρμονίας άνευ χρόνου, χώρου και περιβάλλοντος, αν δυο τρεις φορές στη ζωή μου αισθάνθηκα έτσι, ήταν αυτό που με έκανε να κάτσω σε αυτήν τη δουλειά και να γίνω ηθοποιός. Είναι αυτό που με κάνει με μια υποδόρια αρμονία, η οποία είναι άσχετη από θνησιμότητα, αλλά έτσι είναι, μια σχέση με το αιώνιο και τις σπάνιες αλήθειες του…».

Κοιτώντας τις Καρυάτιδες αιώνια

Είναι πια 93 ετών, αλλά ήταν και είναι πάντα της ένα σύμβολο αιώνιο Ελλάδας. Έχει εάν σπίτι κάτω απ την Ακρόπολη, να την κοιτάζει, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί και κάθε πρωί όταν ξύπνια. Εκεί κάπου στέκονται αιώνιες, οι άλλες φιλενάδες της, οι όμοιες της, οι μαρμάρινες Καρυάτιδες. Πίστευε πάντα στον Θεό. Όταν περπατούσε ακόμα, έκανε  βόλτες στην Πλάκα. Πάντα της κάπνιζε. Και ας έλεγε πως «δεν αγαπώ την αστική ζωή και δεν μου αρέσει να παίζω με ένα τσιγάρο και να πίνω καφέ για να δείξω εκνευρισμό και αγωνία». Αυτή που ήταν μόνιμα σε έναν δρόμο, σε ένα ταξίδι, σε κάποιο πάρτι, που πίστευε τι της έλεγαν οι άνθρωποι και δεν αφήνονταν να την χαλάσει η υποψία, που εμπιστευόταν το τυχαίο, η γυναίκα-Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη της, σε αυτήν την αρχαία γειτονιά. Το αγοροκόριτσο, που δεν χαμογελά εύκολα, η δωρική, αυστηρή ντίβα, η ευγενής και λεβέντισσα Ελληνίδα, η πάντα παγανίστρια με ένα κομμάτι της στον χρόνο, έναν εαυτό της, για πάντα σκαρφαλωμένη σε ένα δέντρο στο Χιλιομόδι, δίπλα από ένα πηγάδι και μια εκκλησία, ξεκουράζεται από μια ζωή ευλογημένη, από αυτές που ούτε τολμήσαμε να ονειρευτούμε, οι άλλοι, οι υπόλοιποι, οι κοινοί! Γιατί οι θεοί, πάντα βασανίζουν τους ανθρώπους και έφτιαξαν μια Καρυάτιδα που για καπρίτσιο,  την ζωντάνεψαν και την άφησαν στον κόσμο μας, για να την θαυμάσουμε και να αισθανθούμε πόσο απλοί, πόσο χωμάτινοι, είμαστε εμείς οι θνητοί… Και τώρα κάπου στους θρόνους τους, θα γελάνε που «μας την έφεραν» ρίχνοντας μια ισόθεη τους, ανάμεσα μας…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Παντελής Ζερβός, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Β’)

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Κυβέλη, Αυλωνίτης, Λογοθετίδης: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Α’)

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ: Όταν πέφτει η αυλαία: Αγαγιώτου, Νοταρά, Ταϋγέτη: Οι θεατρίνες που υπέφεραν πολύ!