ΥΓΕΙΑ

Το τσάι αυξάνει τη διάρκεια της ζωής – Τι δείχνει νέα, μεγάλη έρευνα

  • Έφη Τσιβίκα
τσάι


Το τσάι είναι γνωστό για την ευεργετική επίδρασή του στην υγεία. Εντούτοις μια νέα μεγάλη ανάλυση έρχεται να προσθέσει στοιχεία στα ήδη υπάρχοντα και να το κατατάξει ακόμη πιο ψηλά στη λίστα με τις υγιεινές διατροφικές επιλογές.

Σύμφωνα με τα ευρήματά της, η κατανάλωση τσαγιού τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα συνδέεται με περισσότερα και υγιέστερα χρόνια ζωής, καθώς σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων αλλά και όλων των αιτιών θανάτου.

«Τα ευεργετικά αποτελέσματα για την υγεία είναι τα πιο ισχυρά για το πράσινο τσάι και για τους μακροχρόνιους πότες τσαγιού», διευκρινίζει η επικεφαλής συγγραφέας Δρ Xinyan Wang, από την Κινεζική Ακαδημία Ιατρικών Επιστημών στο Πεκίνο.

Η ανάλυση περιελάμβανε 100.902 άτομα, χωρίς ιστορικό εμφράγματος, εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρκίνου. Οι συμμετέχοντες κατατάχθηκαν σε δύο ομάδες: τους τακτικούς πότες τσαγιού (τρεις ή περισσότερες φορές την εβδομάδα) και τους μη τακτικούς ή αυτούς που δεν έπιναν καθόλου τσάι  (λιγότερο από τρεις φορές την εβδομάδα) και παρακολουθήθηκαν για διάμεσο διάστημα 7,3 έτη.

Οι αναλύσεις κατέδειξαν ότι οι τακτικοί πότες τσαγιού ηλικίας 50 ετών ανέπτυξαν στεφανιαία νόσο και εμφάνισαν εγκεφαλικό επεισόδιο 1.41 χρόνια αργότερα και έζησαν  1.26 χρόνια περισσότερο από όσους έπιναν σπάνια ή δεν έπιναν καθόλου τσάι.

Σε σύγκριση με όσους δεν έπιναν τσάι ή έπιναν περιστασιακά, οι τακτικοί πότες του ροφήματος διέτρεχαν 20% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικού επεισοδίου, 22% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης θανατηφόρων καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικού επεισοδίου και 15% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από όλες τις αιτίες.

Η πιθανή επίδραση των αλλαγών στη συμπεριφορά κατανάλωσης τσαγιού αναλύθηκε σε ένα υποσύνολο 14.081 συμμετεχόντων, με αξιολογήσεις σε δύο χρονικά σημεία. Η μέση διάρκεια μεταξύ των δύο ερευνών ήταν 8,2 έτη και η μέση παρακολούθηση μετά τη δεύτερη έρευνα ήταν 5,3 έτη.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι τακτικοί πότες τσαγιού που διατήρησαν τη συνήθειά τους και στις δύο έρευνες είχαν 39% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικού επεισοδίου, 56% χαμηλότερο κίνδυνο θανατηφόρων καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικού επεισοδίου και 29% μειωμένο κίνδυνο θανάτου από όλες τις αιτίες, σε σύγκριση με όσους δεν έπιναν σταθερά καθόλου τσάι ή δεν ήταν τακτικοί πότες.

«Η προστατευτική δράση του τσαγιού ήταν πιο έντονη μεταξύ της ομάδας με τους τακτικούς καταναλωτές του. Η μελέτη του μηχανισμού κατέδειξε  ότι οι κύριες βιοδραστικές ενώσεις του, δηλαδή οι πολυφαινόλες, δεν αποθηκεύονται στο σώμα μακροπρόθεσμα. Έτσι, η συχνή πρόσληψη τσαγιού σε μια εκτεταμένη περίοδο μπορεί να είναι απαραίτητη για την καρδιοπροστατευτική δράση», εξηγούν οι ερευνητές.

Σε μια υποανάλυση ανά τύπο τσαγιού, η κατανάλωση πράσινου τσαγιού συνδέθηκε με περίπου 25% χαμηλότερο κίνδυνο για καρδιακές παθήσεις και εγκεφαλικά επεισόδια, θανατηφόρα καρδιακά νοσήματα και εγκεφαλικά επεισόδια και θάνατο από όλες τις αιτίες. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις για το μαύρο τσάι.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να οφείλεται σε δύο παράγοντες:  Πρώτον, το πράσινο τσάι είναι πλούσια πηγή πολυφαινολών, που προστατεύουν από καρδιαγγειακές παθήσεις και τους παράγοντες κινδύνου αυτών, όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση και η δυσλιπιδαιμία. Από την άλλη πλευρά, το μαύρο τσάι είναι πλήρως ζυμωμένο και κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας οι πολυφαινόλες οξειδώνονται σε χρωστικές ουσίες και μπορεί να χάσουν την αντιοξειδωτική τους δράση. Δεύτερον, το μαύρο τσάι σερβίρεται συχνά με γάλα το οποίο, σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα, μπορεί να εξουδετερώσει την ευεργετική επίδραση του τσαγιού στην αγγειακή λειτουργία.

Οι αναλύσεις ανά φύλο έδειξαν ότι οι προστατευτικές επιδράσεις της τακτικής κατανάλωσης τσαγιού ήταν έντονες και ισχυρές σε διαφορετικές εκβάσεις για τους άνδρες, αλλά μόνο μέτριες για τις γυναίκες.

«Ένας λόγος είναι ότι το 48% των ανδρών ήταν τακτικοί καταναλωτές τσαγιού, σε σύγκριση με το μόλις 20% των γυναικών. Δεύτερον, οι γυναίκες είχαν πολύ χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης και θνησιμότητα από καρδιακές παθήσεις και εγκεφαλικά επεισόδια», εξηγούν οι επιστήμονες.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν σήμερα, Πέμπτη, στο European Journal of Preventive Cardiology, το περιοδικό της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας (ESC).