ΥΓΕΙΑ

John Hopkins: Η λάθος διάγνωση το πιο κοινό, δαπανηρό και καταστροφικό ιατρικό λάθος

ιατρικός φάκελος


Για έναν ασθενή, ένα διαγνωστικό λάθος μπορεί να σημαίνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου και αυτό είναι μία παράμετρος ιδιαίτερα σημαντική καθώς, όπως διαπίστωσαν Αμερικανοί ερευνητές, τα διαγνωστικά σφάλματα είναι τα πιο κοινά, τα πιο δαπανηρά αλλά και τα πιο καταστροφικά ιατρικά λάθη.

Μόνο στην Αμερική εκτιμάται πως περισσότεροι από 100.000 πολίτες πεθαίνουν ή καθίστανται μόνιμα ανάπηροι κάθε χρόνο, λόγω λανθασμένης ή καθυστερημένης ιατρικής διάγνωσης.

Σύμφωνα με την  ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής το Ινστιτούτο για την Ασφάλεια και την Ποιότητα των Ασθενών «Armstrong» του Johns Hopkins, υπάρχουν τρεις κύριες κατηγορίες ασθενειών – τα αγγειακά συμβάματα, οι λοιμώξεις και ο καρκίνος – που αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα τρία τέταρτα όλων των σοβαρών βλαβών εξαιτίας λανθασμένης διάγνωσης.

Τα διαγνωστικά σφάλματα που οδήγησαν σε θάνατο ή σοβαρή, μόνιμη αναπηρία συσχετίστηκαν στη μελέτη τους με λάθη στη διάγνωση καρκίνου (37,8%), αγγειακών επεισοδίων (22,8%) και λοιμώξεων (13,5%) – τρεις κατηγορίες ασθενειών τις οποίες ο David Newman-Toker, MD ., διευθυντής του Ινστιτούτου Armstrong αποκαλεί οι «μεγάλες τρεις» (the big three).

Οι συγγραφείς περιγράφουν 15 συγκεκριμένες «μεγάλες τρεις» καταστάσεις που μαζί αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ όλων των σοβαρών βλαβών που σχετίζονται με τη λανθασμένη διάγνωση.

Οι κορυφαίες καταστάσεις σε κάθε κατηγορία είναι το εγκεφαλικό επεισόδιο, η σηψαιμία (λοίμωξη του αίματος) και ο  καρκίνος του πνεύμονα, αντίστοιχα. Αυτές συνοδεύονται από έμφραγμα του μυοκαρδίου, φλεβική θρομβοεμβολή (θρόμβοι αίματος στα πόδια και τους πνεύμονες), αορτικό ανεύρυσμα και διατομή (ρήξη της αορτής), αρτηριακός θρομβοεμβολισμός (παρεμπόδιση της παροχής αίματος στα εσωτερικά όργανα), μηνιγγίτιδα και εγκεφαλίτιδα, λοιμώξεις, πνευμονία, ενδοκαρδίτιδα (λοίμωξη στην καρδιά) και καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου, του προστάτη και του δέρματος.

«Γνωρίζουμε ότι διαγνωστικά σφάλματα συμβαίνουν σε όλους τους τομείς της Ιατρικής. Υπάρχουν πάνω από 10 χιλιάδες ασθένειες, καθεμία από τις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί με μια ποικιλία συμπτωμάτων. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι οι πιο σοβαρές βλάβες μπορούν να αποδοθούν σε έναν εκπληκτικά μικρό αριθμό καταστάσεων. Παρόλο που δεν θα μπορούσε το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί εύκολα ή γρήγορα , το στοιχείο αυτό μας παρέχει αφενός ένα σημείο για να ξεκινήσουμε, αφετέρου μια ελπίδα ότι το πρόβλημα  μπορεί να επιλυθεί», αναφέρει ο Newman.

Η μελέτη

Για τη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν 11.592 περιπτώσεις διαγνωστικών σφαλμάτων που σημειώθηκαν μεταξύ των ετών 2006 και 2015, οι οποίες προέκυψαν από την βάση δεδομένων του εθνικού Συστήματος Συγκριτικής Αξιολόγησης (CBS).

Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει πληροφορίες από 400 νοσοκομεία, μεταξύ αυτών περισσότερα από 30 ακαδημαϊκά και εκπαιδευτικά, που καλύπτονται τόσο από κρατικά όσο και από εμπορικά ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία αντιπροσωπεύουν περισσότεροι από 180.000 γιατροί από τα 50 κράτη, συν την Ουάσινγκτον, την περιφέρεια της Κολούμπια και το Πουέρτο Ρίκο.

Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν λάθος ιατρική διάγνωση, η μέση ηλικία ήταν 49 έτη και περισσότεροι από τους μισούς ήταν γυναίκες. Για τα παιδιά και τους νεαρούς ενήλικες (ηλικίας 0-20 ετών), οι βλάβες συχνότερα προέρχονταν από αδιάγνωστες λοιμώξεις (27,6%) και όχι από αγγειακά επεισόδια (7,1%) ή καρκίνους (9,1%), ενώ το αντίστροφο ίσχυε για τους μεσήλικες και τους ηλικιωμένους . Περίπου το ήμισυ των περιπτώσεων βλάβης υψηλής σοβαρότητας που μελετήθηκαν από τους ερευνητές κατέληξε, ενώ το άλλο μισό οδηγήθηκε σε μόνιμη αναπηρία.

Η ανάλυση διαπίστωσε, επίσης, ότι η αποτυχία της κλινικής κρίσης ήταν η αιτία σε περισσότερες από το 85% των εσφαλμένων περιπτώσεων. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό ενισχύει τα αυξανόμενα αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να κάνουν περισσότερα για να στηρίξουν τη λήψη διαγνωστικών αποφάσεων. Οι συγγραφείς επεσήμαναν παρεμβάσεις όπως η ανάπτυξη εργαλείων υποστήριξης διαγνωστικών αποφάσεων με υπολογιστή, η αύξηση της άμεσης πρόσβασης σε ειδικούς, η υποστήριξη αποτελεσματικότερης ομαδικής εργασίας η βελτίωση της διαγνωστικής εκπαίδευσης μέσω προσομοίωσης κ.ά..

Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι τα περισσότερα από τα διαγνωστικά λάθη (71,2%) εμφανίστηκαν σε περιπατητικά περιβάλλοντα – είτε σε τμήματα έκτακτης ανάγκης, με πιο κοινές τις αδιάγνωστες λοιμώξεις και τα αγγειακά επεισόδια, είτε σε εξωτερικά ιατρεία όπου ήταν πιο πιθανό να σχετίζονται με τον καρκίνο. «Αυτά τα ευρήματα μας δίνουν έναν οδικό χάρτη για να σκεφτούμε τι είδους προβλήματα πρέπει να λύσουμε και σε ποια κλινικά περιβάλλοντα», λέει ο Newman-Toker.

Προειδοποιεί, δε, ότι η εστίαση σε σοβαρές βλάβες στην ανάλυση αφήνει πολλές χρόνιες ή μακροχρόνιες καταστάσεις, όπως ημικρανίες ή σκλήρυνση κατά πλάκας, αδιάγνωστες για χρόνια ή και δεκαετίες, οδηγώντας σε σημαντικά προβλήματα τους ασθενείς, ακόμη και αν τελικά υποβληθούν σε θεραπεία.

«Αν αφιερώσουμε τους κατάλληλους πόρους για την αντιμετώπιση της λανθασμένης διάγνωσης των «τριών μεγάλων» κατηγοριών ασθενειών που εντοπίσαμε, θα μπορούσαμε να σώσουμε το ήμισυ των ανθρώπων που πεθαίνουν ή καθίστανται μόνιμα ανάπηροι από διαγνωστικά σφάλματα», σημειώνει.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση Diagnosis.