ΥΓΕΙΑ

Ασπιρίνη: Εκατομμύρια άνθρωποι τη λαμβάνουν χωρίς λόγο-Ποιοι κινδυνεύουν

ασπιρίνη


Νέα μελέτη δείχνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν ασπιρίνη καθημερινά, αρνούμενοι να αποδεσμευτούν από μία πρακτική που τα επιστημονικά στοιχεία έχουν «καθαιρέσει» εδώ και έναν χρόνο. Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους στην προσπάθειά τους να την προστατεύσουν, εν αγνοία του θεράποντος ιατρού τους.

Για πολλά χρόνια, οι ειδικοί συνιστούσαν την καθημερινή χρήση της ασπιρίνης για την πρόληψη του εμφράγματος και του εγκεφαλικού επεισοδίου σε άτομα που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Το 2018, τρεις μελέτες κατέδειξαν ότι η ασπιρίνη όχι μόνο δεν είναι πάντοτε ευεργετική για την υγεία, αλλά μπορεί και να σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας.

Παρά τα ευρήματα αυτά, η ιδέα ότι η ασπιρίνη μπορεί να βοηθήσει την υγεία της καρδιάς και των αγγείων, παραμένει «ζωντανή» στον εγκέφαλο των ανθρώπων, κυρίως των ηλικιωμένων.

Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα μιας νέας έρευνας, από το Ιατρικό Κέντρο Beth Israel Deaconess, η οποία διαπίστωσε ότι εκατομμύρια ενήλικες εξακολουθούν να λαμβάνουν το φάρμακο καθημερινά, ανεξάρτητα από το αν το συστήνουν οι γιατροί τους ή όχι.

Ειδικότερα, η μελέτη διαπίστωσε ότι περίπου το 23% ή 29 εκατομμύρια Αμερικανοί, ανέφεραν ότι λαμβάνουν καθημερινά ασπιρίνη για την πρόληψη καρδιακών παθήσεων.

Από αυτά, σχεδόν το 23%, ή τα 6,6 εκατομμύρια, παίρνουν το χάπι κάθε μέρα χωρίς ιατρική συμβουλή.

Επιπλέον, περίπου οι μισοί από τους ενήλικες 70 ετών και άνω των ΗΠΑ που δεν έχουν καρδιακή νόσο ανέφεραν ότι λαμβάνουν καθημερινά ασπιρίνη.

Εντούτοις, η πρακτική αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας και του Αμερικανικού Κολεγίου Καρδιολογίας, οι οποίες αναφέρουν ρητά ότι οι ενήλικες άνω των 70 ετών που δεν είχαν καρδιακό επεισόδιο και άτομα με υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.

Ποιους ωφελεί και ποιους βλάπτει

Η ασπιρίνη μπορεί να ωφελήσει άτομα που έχουν υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Επιπλέον, όσοι έχουν υψηλή αρτηριακή πίεση, διαβήτη, υψηλή χοληστερόλη ή στεφανιαίο στεντ, μπορεί να ευεργετηθούν από τη χρήση της, καθώς τα οφέλη μπορεί να αντισταθμίσουν τους κινδύνους, σύμφωνα με τον Δρ. Robert Greenfield, καρδιολόγο, λιπιδόλογο και διευθυντή Μη Επεμβατικής Καρδιολογίας και Καρδιακής Αποκατάστασης στο Ινστιτούτο Καρδιάς και Αγγείων MemorialCare.

Ωστόσο, είναι σημαντικό για όλους να συμβουλευτούν το γιατρό τους σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να λαμβάνουν το φάρμακο.

«Όσο απλό και αβλαβές κι αν φαίνεται το δισκίο ασπιρίνης, η δράση του στον ανθρώπινο οργανισμό είναι σύνθετη και μπορεί να επιφέρει τόσο σημαντικά οφέλη όσο και βλάβες. Αν και μπορεί να αποτρέψει την πήξη του αίματος και συνεπώς να αποτρέψει τα εγκεφαλικά επεισόδια και τα εμφράγματα, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε επικίνδυνη αιμορραγία και άλλες παρενέργειες», δήλωσε ο Δρ. David Cutler, ιατρός Οικογενειακής Ιατρικής στο Ιατρικό Κέντρο Saint John, στο Πόβιντενς.

Εκτός από την αιμορραγία στο γαστρεντερικό σωλήνα, η καθημερινή θεραπεία με ασπιρίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ενός εγκεφαλικού επεισοδίου, καθώς και να προκαλέσει σοβαρή αλλεργική αντίδραση σε ορισμένους ανθρώπους, με πιο ευάλωτους τους ενήλικες ηλικίας  70 και άνω, επισημαίνουν οι ειδικοί.

Όπως αναφέρουν, οι ηλικιωμένοι ασθενείς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αιμορραγίας και πεπτικών ελκών, ένας κίνδυνος που αυξάνεται σημαντικά εάν οι ασθενείς κάνουν ταυτόχρονα χρήση άλλων αντιπηκτικών (όπως η βαρφαρίνη, η κλοπιδογρέλη), μη συνταγογραφούμενων αναλγητικών (όπως ιβουπροφαίνη ή ναπροξένη) ή στεροειδών.

«Η ιατρική απόφαση όσον αφορά στη θεραπεία με ασπιρίνη πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως την ηλικία των ασθενών, το προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσου, τον κίνδυνο αιμορραγίας και την ταυτόχρονη χρήση άλλων αντιπηκτικών του αίματος. Η ουσία είναι να συζητήσετε με τον γιατρό σας εάν θα επωφεληθείτε από τη θεραπεία με ασπιρίνη», δήλωσε ο Δρ. Aditya Bharadwaj, επεμβατικός καρδιολόγος στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Loma Linda.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Annals of Internal Medicine.