bloomberg

Financial Times

Στη μέγγενη των αρνητικών επιτοκίων οι τράπεζες: Νέες περικοπές και στο βάθος… συγχωνεύσεις

  • των Stephen Morris, Olaf Storbeck και Martin Arnold


Για ακόμη πιο μεγάλες περικοπές δαπανών, αλλά και νέα συγκέντρωση στον κλάδο, ετοιμάζονται οι ευρωπαϊκές τράπεζες μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να παρατείνει μια βασανιστική για τις ίδιες 5ετή περίοδο αρνητικών επιτοκίων.

Η αλήθεια είναι πως οι τράπεζες της περιοχής έμειναν απογοητευμένες από την τελευταία πράξη του Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της ΕΚΤ, όταν την περασμένη εβδομάδα μείωσε το βασικό επιτόκιο καταθέσεων της κεντρικής τράπεζας στο -0,5%, παρουσιάζοντας παράλληλα ένα νέο, κλιμακωτό σύστημα για την προστασία μέρους των καταθέσεων που διατηρούν οι τράπεζες στην ΕΚΤ από τα αρνητικά επιτόκια.

Ωστόσο, η ανακούφιση που προσφέρει το κλιμακωτό σύστημα δεν πρόκειται να αντισταθμίσει τα κέρδη που χάνουν οι τράπεζες λόγω των χαμηλότερων βασικών επιτοκίων. Αντιθέτως, αυξάνεται η πίεση που δέχεται ο κλάδος, την ώρα που προσπαθεί μετά δυσκολίας να δώσει αποδεκτές αποδόσεις, υποστηρίζουν στους Financial Times αναλυτές και στελέχη.

Την ίδια στιγμή, η ΕΚΤ αναμένεται να προχωρήσει και σε νέα μείωση του επιτοκίου καταθέσεων μέχρι το τέλος της χρονιάς, γεγονός που θα επιφέρει ακόμη μεγαλύτερη μείωση του επιτοκίου Euribor βάσει του οποίου διαμορφώνεται το επιτόκιο πολλών δανείων.

«Το κλιμακωτό σύστημα για τις καταθέσεις… [είναι] σταγόνα στον ωκεανό», αναφέρει χαρακτηριστικά η αναλύτρια της Morgan Stanley Magdalena Stoklosa.

«Οι περισσότερες τράπεζες ενδέχεται να δουν μηδαμινές αυξήσεις σε επίπεδο κερδοφορίας… καθώς η ευαισθησία στο Euribor είναι πολύ μεγαλύτερη από τις εξοικονομήσεις που επιτυγχάνουν από τις καταθέσεις τους στην ΕΚΤ», σημειώνει.

Η πρώτη φορά που τα επιτόκια στην περιοχή πέρασαν σε αρνητικό έδαφος ήταν τον Ιούνιο του 2014. Στόχος ήταν να δοθεί κίνητρο στις τράπεζες να ρίξουν περισσότερο χρήμα στην πραγματική οικονομία, που έχανε δυνάμεις, ώστε να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα, αντί να φυλάνε το πλεόνασμα ρευστότητάς τους στην κεντρική τράπεζα.

Αυτό είχε όμως μια παράπλευρη συνέπεια: να τρωθεί ακόμη περισσότερο η ήδη μειωμένη κερδοφορία των τραπεζών της Ευρώπης, οι οποίες διακρατούν συνολικά διαθέσιμα ύψους 1,9 τρισ. ευρώ προκειμένου να πληρούν τους κανονισμούς που ισχύουν μετά την κρίση.

Ο δείκτης αναφοράς για τον τραπεζικό κλάδο κινείται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 20 ετών και η μέση Απόδοση Ιδίων Κεφαλαίων (RoE) των ευρωπαϊκών τραπεζών κινείται μόλις στο επίπεδο του 6%, πολύ κάτω από το υπολογιζόμενο Κόστος Ιδίων Κεφαλαίων (11%) και μετά βίας στο μισό της αντίστοιχης απόδοσης των αμερικανικών ανταγωνιστικών τραπεζών.

«Οι αποφάσεις της ΕΚΤ καθιστούν αδύνατη την επίτευξη απόδοσης 10% και πάνω. Σε αυτό το περιβάλλον, θα είμαστε καλά αν πιάσουμε το 7%», λέει χαρακτηριστικά κορυφαίο στέλεχος μεγάλης γερμανικής τράπεζας.

Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο Kian Abouhossein, αναλυτής της JPMorgan Chase, ο οποίος εκτιμά ότι οι τράπεζες θα επιδοθούν σε πόλεμο τιμών στον τομέα των δανείων για να αυξήσουν το μερίδιό τους σε μια αγορά στην οποία οι καταθέσεις αυξάνονται ταχύτερα από τα δάνεια.

«Η ΕΚΤ ουσιαστικά μειώνει τη δομική κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών μακροπρόθεσμα, ενώ το κλιμακωτό σύστημα βοηθά μόνο βραχυπρόθεσμα», λέει ο ίδιος και προσθέτει: «Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούν να το αντιμετωπίσουν αυτό οι τράπεζες είναι να γίνουν πιο ανταγωνιστικές σε επίπεδο κόστους ή να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις και εξαγορές».

Σύμφωνα με την Γερμανική Ένωση Τραπεζών, το 2018 οι τόκοι που πλήρωσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες στην ΕΚΤ για τις καταθέσεις τους ανήλθαν σε 7,2 δισ. ευρώ. Και με το κλιμακωτό σύστημα, η Ένωση υπολογίζει ότι ο ετήσιος λογαριασμός θα μειωθεί στα 5 δισ. ευρώ, αφού η ΕΚΤ δεν θα χρεώνει αρνητικά επιτόκια για περίπου 800 δισ. ευρώ από τα χρήματα που είναι «παρκαρισμένα» σε αυτήν.

Οι αναλυτές της Morgan Stanley και της Citigroup υπολογίζουν ότι τα καθαρά κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών θα αυξηθούν κατά 2% κατά μέσον όρο, αλλά προειδοποιούν ότι η αύξηση αυτή μπορεί να αντισταθμιστεί από ένα 1,5% μείον, το οποίο θα προέλθει από τη μείωση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ κατά 10 μονάδες βάσης.

«Θεωρούμε ότι ο αντίκτυπος είναι καθαρά ουδέτερος για τον κλάδο», τονίζει ο Andrew Coombs της Citi.

«Τελικά, οι τράπεζες βγαίνουν και πάλι ζημιωμένες από τα μηδενικά, ουσιαστικά, επιτόκια καταθέσεων… και η μετακύλιση των αρνητικών επιτοκίων στους πελάτες λιανικής είναι κάτι που δεν γίνεται εύκολα για λόγους πολιτικής», υπογραμμίζει.

Το κλιμακωτό σύστημα για τα επιτόκια καταθέσεων που εισήγαγε ο Μάριο Ντράγκι, στα πρότυπα εκείνου της κεντρικής τράπεζας της Ελβετίας, εξαιρεί από τα αρνητικά επιτόκια ένα μέρος των καταθέσεων των τραπεζών, το οποίο μπορεί να ανέλθει έως και στο εξαπλάσιο της αξίας των ελάχιστων απαιτήσεων για τα διαθέσιμά τους στην ΕΚΤ.

Ο κ. Ντράγκι αρνείται ότι η περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, ενώ βρίσκονται ήδη σε αρνητικό έδαφος, θα καταστρέψει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως πιστεύουν κάποιοι. Αντ’ αυτού, θεωρεί πως οι διοικήσεις των τραπεζών θα πρέπει να επικεντρωθούν στις περικοπές κόστους και στην ψηφιοποίηση των επιχειρηματικών μοντέλων τους.

Ωστόσο, οι ενώσεις του κλάδου υποστηρίζουν ότι τα μέτρα Ντράγκι αποδυναμώνουν τις τράπεζες, ενώ η γερμανική ταμπλόιντ εφημερίδα Bild Zeitung χαρακτήρισε τον Ντράγκι «Κόμη Ντράγκιλα» που «πίνει το αίμα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς μας».

Ο υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, μελετά το ενδεχόμενο να απαγορεύσει προκαταβολικά στις τράπεζες να μετακυλίσον το κόστος των αρνητικών επιτοκίων στους μεγαλοκαταθέτες.

Στην Ευρώπη, πολλές τράπεζες περνούν ήδη ένα μέρος τουλάχιστον των αρνητικών επιτοκίων σε εταιρείες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στην Ελβετία, η UBS και η Credit Suisse άρχισαν προσφάτως να χρεώνουν τους πιο εύπορους πελάτες τους για τις καταθέσεις που έχουν σε ελβετικό φράγκο και ευρώ.

Ωστόσο, καμία τράπεζα δεν έχει τολμήσει μέχρι στιγμής να χρεώσει αρνητικό επιτόκιο σε απλούς πελάτες λιανικής, μια κίνηση που πολλοί φοβούνται ότι θα μπορούσε να «διώξει» πελάτες, είτε προς άλλες, φθηνότερες τράπεζες είτε και εντελώς εκτός τραπεζικού συστήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, όμως, οι ιταλικές και άλλες τράπεζες της Νότιας Ευρώπης θα μπορούσαν να βγουν σχετικά κερδισμένες από την πολιτική της ΕΚΤ.

Μία τακτική θα μπορούσε να είναι να πουλούν βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα με αρνητική απόδοση και να καταθέτουν δωρεάν τα χρήματα στην ΕΚΤ.

Μία άλλη θα μπορούσε να είναι η αξιοποίηση των στοχευμένων πιο μακροπρόθεσμων πράξεων αναχρηματοδότησης TLTRO III.

Με το νέο αυτό πλαίσιο, οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται χρήματα για τρία χρόνια με επιτόκιο -0,5% και στη συνέχεια να τα καταθέτουν δωρεάν στην κεντρική τράπεζα, εισπράττοντας τη διαφορά.

«Η ΕΚΤ δημιουργεί στην ουσία μια ευκαιρία για carry trade», λέει ο κ. Abouhossein, προσθέτοντας ότι οι τράπεζες της ευρωπεριφέρειας θα μπορούν να «παρκάρουν» 55 δισ. ευρώ στον μηχανισμό απαλλαγής από τα αρνητικά επιτόκια της ΕΚΤ. Γύρω στα 43 δισ. ευρώ από αυτά βρίσκονται, σύμφωνα με τον κ. Abouhossein, σε ιταλικές τράπεζες και τα υπόλοιπα σε Πορτογαλία και Ελλάδα.

Οι τράπεζες που θα υποστούν το μεγαλύτερο πλήγμα στην Ευρώπη από τα αρνητικά επιτόκια είναι οι γερμανικές, οι οποίες και έχουν περίπου 30% του συνόλου των καταθέσεων που υπερβαίνουν το υποχρεωτικό όριο για τις καταθέσεις στην ΕΚΤ.

Η Deutsche Bank έχει γύρω στα 75-100 δισ. ευρώ στην κεντρική τράπεζα, όπερ σημαίνει πως το αρνητικό επιτόκιο του -0,4% της κόστισε το 2018 γύρω στα 400 εκατ. ευρώ.

Όλες οι τράπεζες της Ευρώπης κοιτούν το business plan τους υπό το φως των νέων στοιχείων», δηλώνει υψηλόβαθμος τραπεζίτης ελβετικής τράπεζας. Και συμπληρώνει: «Μέσα στους επόμενους μήνες θα πρέπει να ληφθούν κάποιες πολύ σκληρές αποφάσεις».