Business

Τ. & Δ. Κουτσολιούτσος (Folli Follie): Πώς έχασαν 108 εκατ. σε μια ημέρα, η πικρή έκθεση της QCM και οι δικαστικές διενέξεις

Δημήτρης και Καίτη Κουτσολιούτσου. Βασικοί Μέτοχοι Folli Follie


Οι δικαστικές περιπέτειες με τον Βίκτωρα Ρέστη, ένα θηριώδες σπίτι στις ΣΠΕΤΣΕΣ που κάθε χρόνο γίνεται ένα μυθικό πάρτι, οι συνεχείς μετακινήσεις με ελικόπτερα και προφανώς η σκληρή δουλειά  συνέθεταν έως σήμερα λίγο πολύ την ζωή της οικογένειας Κουτσολιούτσου. Ξαφνικά όμως σήμερα το πρωί το σκηνικό άλλαξε δραματικά. O Δημήτρης και ο Τζώρτζης Κουτσολιούτσος βρέθηκαν στο επίκεντρο της αρνητικής επικαιρότητας σήμερα το πρωί όταν ένα αμερικανικό Fund το Quintessential Capital Management, (είχε αποκαλύψει και το σκάνδαλο της ελληνικής GLOBO) κατηγόρησε τους μετόχους της Folli Follie (FF) ότι παραπλανούν το επενδυτικό κοινό χαρακτηρίζοντας  την εταιρία τους Parmalat (ιταλική γαλακτοβιομηχανία που κατέρρευσε εξαιτίας λογιστικών ατασθαλιών). Η δημοσιοποίηση της έκθεσης φέρνει τριγμούς όχι μόνο στην διοίκηση αλλά και στην μετοχή της εισηγμένης που την Παρασκευή το μεσημέρι κατέρρευσε.

Η περιουσία της οικογένειας μόνο στην FF αξίζει αυτή την στιγμή 200 εκατ. ευρώ. (σήμερα η μετοχή υποχωρεί κατά 30%. Ως εκ τούτου μόνο σήμερα η οικογένεια Κουτσολιούτσου έχει απολέσει 108 εκατ. ευρώ)

Η μεγάλη αντιπαράθεση με τον Ρέστη 

Η αντιπαράθεσή του με τον Γιώργο Κουτσολιούτσο των Folli-Follie προ ετών κόστισε στον εφοπλιστή Βίκτωρα Ρέστη μία ακόμη δίωξη εις βάρος του, για το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης. Αντικείμενο της διαμάχης η εταιρεία της οικογένειας Κουτσολιούτσου Seanergy, που δραστηριοποιείται σε επενδύσεις στην ποντοπόρο ναυτιλία.  Ο Β. Ρέστης, η μητέρα του και οι δύο αδελφές του κατηγορούνται ότι εξαπάτησαν τον μηνυτή, αρπάζοντας την εταιρεία με δόλιο τρόπο και σχεδόν “τζάμπα”.

Η υπόθεση αυτή ξεκινά το 2008, όταν η οικογένεια Κουτσολιούτσου αποφασίζει να πουλήσει το πακέτο των μετοχών που διαθέτει στη Seanergy.

Όπως αναφέρεται στη μήνυση, παρόλο που υπήρχαν και άλλες προσφορές, εμπιστεύτηκαν τον εφοπλιστή “δεδομένου ότι μέχρι  τη χρονική εκείνη περίοδο η οικογένεια Ρέστη – και κυρίως το όνομα του Β. Ρέστη – δεν είχε εμπλακεί στις ποινικές υποθέσεις οι οποίες σήμερα διερευνώνται από την ελληνική δικαιοσύνη, τουναντίον διέθεταν τη φήμη πλοιοκτητών  με οικονομική επιφάνεια και πείρα στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις και κυρίως λόγω της… σαφούς και ρητής δεσμεύσεώς του περί εξαγοράς της δικής μας συμμετοχής  την 30.09.2009, δια της καταρτίσεως προσυμφώνου εξαγοράς μετοχών με δικαίωμα προαίρεσης υπέρ υμών, έναντι του  τιμήματος των 22.250.000 $ και της παντελούς άγνοιάς μας για τις πραγματικές προθέσεις του και με τις “υποθέσεις”, με τις οποίες εμπλεκόνταν”.

Έτσι, σημειώνεται, “παραπεισθήκαμε και συμφωνήσαμε αφενός μεν να μην πωλήσουμε στην ελεύθερη αγορά το δικό μας μετοχικό πακέτο, αλλά στους μηνυομένους έναντι του ως άνω τιμήματος, αφετέρου δε να μη λάβουμε τη δεδομένη χρονική στιγμή το ποσό των 22.250.000 $, αλλά να παραμείνουμε προσωρινά ως μέτοχοι μειοψηφίας, εμπιστευόμενοι την  πορεία της εταιρείας, καθώς και τη διαχείριση αυτής  και των αποκτηθησομένων πλοίων στα χέρια του Β. Ρέστη, των λοιπών μελών της οικογένειάς του και των στενών συνεργατών του”.

Κατά τον μηνυτή,  “το προμελετημένο και εκτελεσθέν με ιδιαίτερη επιδεξιότητα σχέδιο των μηνυομένων ήταν διττό: μέσω μιας καλά οργανωμένης απάτης στόχευσαν σε δύο “θύματα”, εμάς και τη Seanergy, την εταιρεία, δηλαδή, που με προσπάθειες χρόνων καταφέραμε να ιδρύσουμε.

 Όλες οι πράξεις των μηνυόμενων απέβλεπαν στην εξαπάτησή μας και δια αυτής στόχευαν αφενός μεν να διεισδύσουν “με την άδειά μας” αλλά και τη στήριξή μας στη Seanergy, προκειμένου να σφετεριστούν ανενόχλητοι τα κεφάλαια αυτής, αφετέρου δε να μας προκαλέσουν ζημία εκατομμυρίων.

Η υλοποίηση του σχεδιασμού των μηνυομένων έλαβε χώρα πείθοντάς μας, αρχικώς στην  κατάρτιση σύμβασης με αυτούς και στην προσωρινή παραμονή μας στη Seanergy, εν συνεχεία δε, προκαλώντας, μέσω του οχηματος-εταιρείας, που ήταν πλέον στα χέρια της, μέσω συνεχόμενων παράνομων πράξεων και απατηλών δηλώσεων, τη μετοχική μας εξόντωση, η οποία θα τους επέτρεπε  να επισφραγίσουν την τελεσθείσα σε βάρος μας απάτη”…

Το βαν με το βαλιτσάκι και τον κοριό

Όπως υποστηρίζουν οι Γιώργος και Δημήτρης Κουτσολιούτσος, στο πλαίσιο της διαμάχης που είχαν με τον εφοπλιστή αντιλήφθηκαν να παρακολουθούνται τόσο οι τηλεφωνικές επικοινωνίες τους όσο και οι μετακινήσεις τους.

Μάλιστα, ο ίδιος ο Ρέστης υπερηφανευόταν σε κοινές παρέες ότι είχε προμηθευτεί από το Ισραήλ ειδικό μηχανισμό παρακολούθησης επικοινωνιών και συνδιαλέξεων, τον οποίο είχε τοποθετήσει σε ειδικά διαμορφωμένο κλειστό φορτηγάκι (βαν) και είχε τη δυνατότητα, ευρισκόμενος σε συγκεκριμένη απόσταση από κτίρια, να παρακολουθεί και να καταγράφει όλες τις εντός των εγκαταστάσεων αυτών συνομιλίες, ακόμη και τηλεφωνικές.

Κοντά στις εγκαταστάσεις

Έτσι αναγκάστηκαν να προβούν σε έλεγχο των εγκαταστάσεων των επιχειρήσεων και των γραφείων τους, ενώ επέβαλαν στα διευθυντικά στελέχη της εταιρείας τους να ελέγχουν τους υπαλλήλους και τα κτίρια για τυχόν ύποπτες κινήσεις.

Στη συνέχεια παρατήρησαν έξω από την έδρα της εταιρείας τους, στον Άγιο Στέφανο Αττικής, ένα όχημα-βαν, χρώματος λευκού, το οποίο, αν και άλλαζε συνεχώς θέσεις, βρισκόταν πάντοτε γύρω ή πολύ κοντά στις εγκαταστάσεις.

Θορυβημένοι από το περιστατικό αυτό, αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν ειδικά συστήματα ασφαλείας και να αναζητήσουν εξειδικευμένο προσωπικό.

Στο πλαίσιο, μάλιστα, των σχετικών συνεντεύξεων για αυτές τις προσλήψεις –οι οποίες σημειωτέων δόθηκαν εκτός των γραφείων της εταιρείας–, ο αρμόδιος του συγκεκριμένου τομέα έκπληκτος πληροφορήθηκε από έναν υποψήφιο ότι η προηγούμενη αποστολή ήταν η παρακολούθηση της οικογένειας Κουτσολιούτσου… για λογαριασμό του Βίκτωρα Ρέστη!

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εισαγγελική έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στην οικία του Β. Ρέστη, με αφορμή την υπόθεση για τα δάνεια της τράπεζας FBB, είχε βρεθεί και κατασχεθεί, ανάμεσα στα άλλα, και ένα βαλιτσάκι-κοριός…

Οι μπράβοι και οι ξυλοδαρμοί

Στα ίδια δικόγραφα, οι πολιτικώς ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ο λόγος για τον οποίο καθυστέρησαν να προσφύγουν στα Δικαστήρια είναι το γεγονός ότι βρίσκονταν υπό το καθεστώς φόβου, εν όψει των μεθόδων και των ανθρώπων που χρησιμοποιούσε ο αντίδικός τους εφοπλιστής.

Χαρακτηριστικά αναφέρουν:

α) Τη συνοδεία δεκάδων «μπράβων» που βρίσκονταν παντού με τον Β. Ρέστη.

β) Τις μαρτυρίες και τις καταγγελίες για ξυλοδαρμούς ανθρώπων, που συναλλάχθηκαν ή/και διαφώνησαν με τον Β. Ρέστη.

γ) Την επίδειξη της (νόμιμης και παράνομης) κατοχής όπλων, του ιδίου και των συνεργατών του.

δ) Την κατοχή πανάκριβων μέσων παρακολούθησης, που μόνο κρατικές υπηρεσίες μπορούσαν να διαθέτουν.

ε) Τις διασυνδέσεις του με πολιτικούς, δικαστικούς λειτουργούς και εν ενεργεία αστυνομικούς.



ΣΧΟΛΙΑ