Η κριτική της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Οι βιομηχανικοί φορείς διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν το μέτρο θα βοηθήσει τελικά την ευρωπαϊκή βιομηχανία και επισημαίνουν ότι το CBAM αυξάνει το κόστος εισροών, καταργούνται σταδιακά τα δωρεάν δικαιώματα ETS, αλλά τα έσοδα δεν επιστρέφουν στην πραγματική οικονομία.
Γι’ αυτό ζητούν μέρος των εσόδων του CBAM να κατευθύνεται δεσμευτικά σε επενδύσεις αποανθρακοποίησης, πράσινες τεχνολογίες (π.χ. υδρογόνο, CCS),υποδομές και ενεργειακή αναβάθμιση, ή να δημιουργηθεί ευρωπαϊκό ταμείο ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία διατηρεί επιφυλάξεις απέναντι στον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), όχι ως προς τον στόχο του –την αποτροπή της διαρροής άνθρακα και την προστασία του ευρωπαϊκού παραγωγικού ιστού– αλλά ως προς τον τρόπο και τον ρυθμό με τον οποίο εφαρμόζεται. Όπως επισημαίνουν βιομηχανικοί φορείς, ο κίνδυνος είναι το CBAM, αντί να λειτουργήσει ως ασπίδα, να εξελιχθεί σε έναν ακόμη παράγοντα κόστους για επιχειρήσεις που ήδη πιέζονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας και το αυστηρό καθεστώς του ETS.Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων (ETS). Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες προειδοποιούν ότι καλούνται να πληρώνουν ολοένα και μεγαλύτερο κόστος άνθρακα, την ώρα που ο μηχανισμός δεν προσφέρει ακόμη πλήρη και συμμετρική προστασία.
Το CBAM καλύπτει τις εισαγωγές, όχι όμως τις εξαγωγές εκτός ΕΕ, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να παραμένουν εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό σε αγορές όπου δεν υπάρχει αντίστοιχο κόστος άνθρακα.
Παράλληλα, έντονες αντιδράσεις προκαλεί το γεγονός ότι ο μηχανισμός αφορά κυρίως βασικά υλικά, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και το τσιμέντο, αφήνοντας εκτός τα λεγόμενα downstream προϊόντα. Σύμφωνα με τη βιομηχανία, αυτό δημιουργεί στρεβλώσεις, καθώς τα τελικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες δεν επιβαρύνονται, αποκτώντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ευρωπαϊκών, και ενισχύοντας τον κίνδυνο μεταφοράς της μεταποίησης εκτός ΕΕ.
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις επισημαίνουν το αυξημένο διοικητικό και τεχνικό βάρος. Η συλλογή αξιόπιστων στοιχείων για τις ενσωματωμένες εκπομπές από προμηθευτές τρίτων χωρών συχνά αποδεικνύεται δύσκολη, οδηγώντας στη χρήση τυποποιημένων τιμών που ανεβάζουν τεχνητά το κόστος. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο για μικρότερες επιχειρήσεις, που δεν διαθέτουν τους πόρους και τις υποδομές για να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα του νέου πλαισίου.
Ανησυχία προκαλεί και η περιορισμένη αναγνώριση ισοδύναμων συστημάτων τιμολόγησης άνθρακα σε τρίτες χώρες. Βιομηχανικοί κύκλοι προειδοποιούν ότι, χωρίς μεγαλύτερη ευελιξία, το CBAM κινδυνεύει να εκληφθεί ως εμπορικό εμπόδιο, πυροδοτώντας εντάσεις και πιθανά αντίμετρα από βασικούς εμπορικούς εταίρους της ΕΕ.
Τέλος, η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητά μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Οι επενδύσεις αποανθρακοποίησης είναι πολυετείς και κεφαλαιουχικά εντατικές, και απαιτούν ένα σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον. Χωρίς σαφή ορίζοντα και χωρίς διαβεβαιώσεις ότι τα έσοδα από το CBAM θα επιστρέφουν στην πραγματική οικονομία για τη στήριξη της πράσινης μετάβασης, ο φόβος είναι ότι η Ευρώπη θα χάσει κρίσιμες παραγωγικές δραστηριότητες αντί να τις μετασχηματίσει.
Σε αυτό το πλαίσιο, το μήνυμα της βιομηχανίας προς τις Βρυξέλλες είναι σαφές: το CBAM μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο κλιματικής πολιτικής, μόνο όμως εφόσον εφαρμοστεί με ρεαλισμό, σταδιακότητα και ουσιαστική στήριξη της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Οι δηλώσεις CBAM μέσα σε λίγες μέρες πήραν φωτιά
Κεντρικό στοιχείο του νέου πλαισίου είναι η υποχρεωτική αδειοδότηση των εισαγωγέων. Από το 2026, κανένα προϊόν που εμπίπτει στο CBAM –όπως σίδηρος και χάλυβας, αλουμίνιο, τσιμέντο και λιπάσματα– δεν μπορεί να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην ΕΕ αν ο εισαγωγέας δεν διαθέτει την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου δηλωτή CBAM. Η επικύρωση της άδειας γίνεται πλέον από τις τελωνειακές αρχές πριν τον εκτελωνισμό, καθιστώντας το CBAM αναπόσπαστο μέρος της εμπορικής διαδικασίας.
Τα πρώτα στοιχεία εφαρμογής αποτυπώνουν το εύρος του μηχανισμού. Πάνω από 12.000 οικονομικοί φορείς υπέβαλαν αίτηση για αδειοδότηση μέσα στις πρώτες ημέρες του 2026, ενώ περισσότεροι από 4.100 απέκτησαν ήδη καθεστώς εξουσιοδοτημένου δηλωτή. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, περισσότερες από 10.000 τελωνειακές δηλώσεις με προϊόντα CBAM επικυρώθηκαν αυτόματα μέσω των διασυνδεδεμένων συστημάτων. Οι όγκοι που δηλώθηκαν αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τον σίδηρο και τον χάλυβα, επιβεβαιώνοντας ότι ο συγκεκριμένος κλάδος βρίσκεται στο επίκεντρο των πρώτων επιπτώσεων.
Η έναρξη ισχύος του CBAM συνοδεύτηκε από έναν συντονισμένο μηχανισμό ενεργοποίησης σε όλα τα κράτη-μέλη, με το CBAM Registry να διασυνδέεται πλήρως με τα εθνικά τελωνειακά συστήματα, το TARIC και το EU Customs Single Window. Η διαλειτουργικότητα αυτή επιτρέπει στους τελωνειακούς ελέγχους να πραγματοποιούνται σε πραγματικό χρόνο, χωρίς πρόσθετες γραφειοκρατικές διαδικασίες, διασφαλίζοντας ότι οι εισαγωγές προϊόντων που υπάγονται στο CBAM συνεχίζονται χωρίς καθυστερήσεις, αλλά πλέον υπό αυστηρότερο καθεστώς συμμόρφωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται και ο μεγάλος αριθμός αιτήσεων στο CBAM Registry. Οι επιχειρήσεις υποβάλλουν αίτηση όχι απλώς για λόγους τυπικής συμμόρφωσης, αλλά για να διασφαλίσουν τη συνέχεια των εισαγωγών τους. Χωρίς εγγραφή και έγκριση στο μητρώο, τα εμπορεύματα δεν μπορούν να εκτελωνιστούν, με κίνδυνο μπλοκαρίσματος φορτίων, καθυστερήσεων στην παραγωγή και διατάραξης συμβολαίων. Παράλληλα, η εγγραφή στο CBAM Registry αποτελεί προϋπόθεση για τη μελλοντική αγορά και διαχείριση των πιστοποιητικών CBAM, τα οποία θα αντανακλούν το κόστος των ενσωματωμένων εκπομπών CO₂ στα εισαγόμενα προϊόντα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γεωγραφία των εισαγωγών. Τουρκία, Κίνα και Ινδία συγκαταλέγονται στις βασικές χώρες προέλευσης προϊόντων CBAM, γεγονός που προσδίδει στο μέτρο σαφή γεωοικονομική διάσταση. Το CBAM δεν λειτουργεί μόνο ως εργαλείο κλιματικής πολιτικής, αλλά και ως μηχανισμός εξίσωσης όρων ανταγωνισμού, περιορίζοντας τον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα» και προστατεύοντας την ευρωπαϊκή βιομηχανία από εισαγωγές χαμηλότερου κόστους λόγω χαλαρότερων περιβαλλοντικών κανόνων.
Το χάος στα λιπάσματα και το παράθυρο του Άρθρου 27α
Στον τομέα των λιπασμάτων επικράτησε χάος με την εφαρμογή το CBAM τις τελευταίες ημέρες . Η αγορά των λιπασμάτων μπλοκαρίστηκε γιατί δεν έχουν ακόμα καθοριστεί πλήρως όλοι οι κανόνες υπολογισμού του CBAM για τα λιπάσματα — όπως benchmarks, «προεπιλεγμένες τιμές» και άλλοι τεχνικοί παράγοντες που καθορίζουν πόσο θα κοστίζει το CBAM ανά τόνο λιπάσματος. Χωρίς καθαρό κόστος CBAM, οι εισαγωγείς, μεταπωλητές και αγρότες δεν μπορούν να διαπραγματευτούν ούτε να τιμολογήσουν προϊόντα — με αποτέλεσμα μια σχεδόν ολική παύση συναλλαγών σε βασικά προϊόντα όπως η ουρία. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά σχεδόν «παγωμένη», όπου κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η τελική τιμή και συνεπώς και η οικονομική έκθεση αν αγοράσει ή πουλήσει λιπάσματα.
Λόγω αυτής της αβεβαιότητας οι εκτιμήσεις για το πρόσθετο κόστος του CBAM στα λιπάσματα κυμαίνονται από τουλάχιστον +10–15% έως και >30% στην τιμή.
Το γεγονός αυτό πάγωσε παραγγελίες και εισαγωγές — κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο έλλειψης αποθεμάτων μέσα στο 2026 και πιέζει τις τιμές ακόμα ψηλότερα. Με δεδομένο ότι τα αποθέματα καλύπτουν μόνο περίπου το 60% των αναγκών, ο κίνδυνος ελλείψεων να είναι υπαρκτός.