Μόνο αν υπάρχει σοβαρή οικονομική ύφεση στη ζώνη του ευρώ θα μπορέσει να ενεργοποιηθεί η Γενική Ρήτρα Διαφυγής (General Escape Clause, GEC) αναφέρει έγγραφο  της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών της Κομισιόν προς το Eurogroup, που θέτει το πλαίσιο της συζήτησης  που πραγματοποιείται  σήμερα για το είδος των  μέτρων που χρειάζονται για να αμβλυνθεί το σοκ από τη νέα άνοδο των τιμών ενέργειας.

Και σημειώνει ότι οι κίνδυνοι για την οικονομική προοπτική έχουν αυξηθεί αισθητά, αλλά δεν μπορεί ακόμη να συναχθεί ότι αυτή η προϋπόθεση πληρούται ή ότι θα πληρωθεί σύντομα. Άρα, προς το παρόν δεν αφήνει περιθώρια για ρήτρα διαφυγής. Όσον αφορά  τα μέτρα ελάφρυνσης που τα κράτη μέλη θα επιλέξουν προτείνει να είναι στοχευμένα, να μην αυξάνουν την κατανάλωση αερίου και πετρελαίου, να προωθούν την απανθρακοποίηση αφήνοντας ανοιχτή την επιλογή για μείωση φόρων στην ενέργεια εφόσον υπάρχει το δημοσιονομικό περιθώριο. Για τη χρηματοδότησή τους προβλέπει τα έσοδα από τα δικαιώματα εκπομπών και ενδεχομένως από φορολόγηση υπερκερδών του ενεργειακού τομέα.

1

Επίσης σημειώνει ότι η Εθνική Ρήτρα Διαφυγής (NEC) έχει ήδη ενεργοποιηθεί για αρκετά κράτη μέλη όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες. Η ενεργοποίηση τόσο της GEC όσο και της NEC τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα (η λεγόμενη «ρήτρα βιωσιμότητας»). Η Επιτροπή τονίζεται, ότι οφείλει να αξιολογήσει αυτή την προϋπόθεση πριν προτείνει την ενεργοποίηση των ρητρών διαφυγής. Η Επιτροπή έχει δείξει, σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της, ότι η ενεργοποίηση της NEC για την άμυνα θα οδηγήσει σε αύξηση του ελλείμματος και του χρέους σε πολλά κράτη μέλη και θα μεταθέσει τη μείωση του χρέους σε κράτη μέλη με υψηλό χρέος κατά αρκετά έτη.

Και αναφέρει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να υιοθετούν τα δημοσιονομικά μέτρα που θεωρούν αναγκαία, υπό την προϋπόθεση ότι η αύξηση των καθαρών δαπανών τους παραμένει εντός των ορίων της πορείας αύξησης καθαρών δαπανών που έχει συστήσει το Συμβούλιο. Οι αποκλίσεις από την πορεία καθαρών δαπανών θα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως του αν προέρχονται από μέτρα στήριξης της ενέργειας ή από οποιοδήποτε άλλο δημοσιονομικό μέτρο. Η προσέγγιση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία και τη διαφάνεια του δημοσιονομικού πλαισίου και αποφεύγει τη δημιουργία προηγούμενου που θα μπορούσε να υπονομεύσει τους δημοσιονομικούς κανόνες στο μέλλον. Στον βαθμό που τα μέτρα έχουν προσωρινό χαρακτήρα, ο αντίκτυπός τους στη σωρευτική απόκλιση θα είναι περιορισμένος σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Περιγράφοντας το πλαίσιο της κρίσης τονίνει ότι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η ΕΕ αντιμετωπίζει νέο κίνδυνο ενεργειακών διαταραχών λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αυτό έχει ανεβάσει ξανά τις τιμές πετρελαίου και αερίου, ενώ η ΕΕ μέσα στις πρώτες 17 μέρες της κρίσης με το Ιράν φέρεται να πλήρωσε περίπου 6 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Και λέει επίσης ότι η ΕΕ έχει γίνει πιο ανθεκτική από το 2022, επειδή ανέβηκε η συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή και μειώθηκε η εξάρτηση από το ρωσικό αέριο, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί η ευαλωτότητα, ειδικά στις μεταφορές που παραμένουν πολύ εξαρτημένες από το πετρέλαιο.

Τα μέτρα στήριξης της ενέργειας γενικά δεν θεωρούνται εφάπαξ

Σημειώνει επίσης ότι τα μέτρα στήριξης της ενέργειας που θεσπίστηκαν ως απάντηση στην αύξηση των τιμών ενέργειας το 2021 δεν ταξινομήθηκαν ως εφάπαξ. Η ίδια λογική εφαρμόστηκε επίσης στην περίπτωση των μέτρων που θεσπίστηκαν ως απάντηση στην COVID-19.

Τα μέτρα στήριξης της ενέργειας γενικά δεν θεωρούνται εφάπαξ (one-offs). Ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως εφάπαξ απαιτεί να είναι εκ φύσεως προσωρινό (δηλαδή το μέτρο να μην μπορεί να καταστεί μόνιμο). Η αξιολόγηση λαμβάνει επίσης υπόψη τον βαθμό ελέγχου της κυβέρνησης, καθώς και τον κίνδυνο δημιουργίας ακατάλληλων κινήτρων για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ιδίως όσον αφορά τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία, ακόμη και όταν τα μέτρα στήριξης της ενέργειας θεσπίζονται σε προσωρινή βάση, τείνουν να παραμένουν σε ισχύ για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή ακόμη και να καθίστανται μόνιμα. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αποτρέπει τέτοια μέτρα από το να καταστούν μόνιμα, δεν πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν εφάπαξ. Επιπλέον, σε αντίθεση με την αντιμετώπιση μιας φυσικής καταστροφής, οι κυβερνήσεις έχουν σημαντικό βαθμό ελέγχου ως προς το μέγεθος και τον σχεδιασμό αυτών των μέτρων. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση των μέτρων στήριξης της ενέργειας ως εφάπαξ θα αποτελούσε απόκλιση από την καθιερωμένη πρακτική και ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει την έννοια του εφάπαξ μέτρου.

Για τους λόγους αυτούς επίσης, τονίζεται ότι τα αιτήματα για ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής δεν θα ήταν επίσης κατάλληλα. Η εθνική ρήτρα διαφυγής προορίζεται για την αντιμετώπιση εξαιρετικών περιστάσεων εκτός του ελέγχου των κρατών μελών και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο διαχείρισης βραχυπρόθεσμων σοκ, τα οποία μπορούν ήδη να αντιμετωπιστούν εντός του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου.

Τι είδους μέτρα προκρίνονται

Σύφωνα με το πλαίσιο που θέτει το έγγραφο, για την αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης  και μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθούν τα κράτη μέλη, βασικό σημείο εκκίνησης  είναι η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας και η ενίσχυση της χρήσης καθαρών πηγών ενέργειας.

Η μετάβαση αυτή αναμένεται να μειώσει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να περιορίσει την έκθεση σε εξωτερικά σοκ. Ωστόσο, δεδομένου ότι πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και σημαντικές επενδύσεις, αναγνωρίζεται ως  αναγκαία και η λήψη βραχυπρόθεσμων μέτρων στήριξης.

Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώνονται τρεις βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν τον σχεδιασμό των μέτρων: πρώτον, να είναι συμβατά με τους στόχους απανθρακοποίησης, δεύτερον, να μην ενθαρρύνουν την αύξηση της ζήτησης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και τρίτον, να λαμβάνουν υπόψη τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Με βάση αυτές τις αρχές, το έγγραφο εξετάζει μια σειρά πιθανών παρεμβάσεων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για τη μείωση της ζήτησης και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Παράλληλα, η Επιτροπή προκρίνει σαφώς την παροχή στοχευμένης εισοδηματικής στήριξης προς τα ευάλωτα νοικοκυριά ως την προτιμητέα επιλογή πολιτικής, καθώς προστατεύει τα εισοδήματα χωρίς να αλλοιώνει τα σήματα τιμών στην αγορά ενέργειας. Εξετάζονται επίσης μέτρα που αφορούν τη μείωση φόρων και επιβαρύνσεων στην ηλεκτρική ενέργεια, αν και επισημαίνεται ότι αυτά μπορεί να έχουν σημαντικό δημοσιονομικό κόστος και απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση.

Τέλος, γίνεται αναφορά σε πιθανές πηγές χρηματοδότησης των μέτρων, όπως τα έσοδα από το σύστημα εμπορίας εκπομπών (ETS) και η φορολόγηση υπερκερδών στον ενεργειακό τομέα, ενώ επισημαίνεται η ανάγκη για συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να διασφαλιστεί η συνοχή της ενιαίας αγοράς και να αποφευχθούν αποκλίσεις μεταξύ κρατών μελών.