Business

3 προκλήσεις και 4 λόγοι αισιοδοξίας για την ελληνική οικονομία – Τι θα γίνει με τις ελληνικές τράπεζες

επάνω: Στέλιος Ζαββός (αριστερά), Βασίλης Αντωνιάδης (δεξιά) κάτω: Γιώργος Τσόπελας (αριστερά), Luigi Buttiglione (δεξιά)


Θετικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία, με δυνατότητες για περαιτέρω επενδύσεις, διαβλέπουν κορυφαία στελέχη της εγχώριας αλλά και της διεθνούς επιχειρηματικής σκηνής, όπως προκύπτει από όσα ανέφεραν οι ομιλητές του webinar που πραγματοποίησε το Harvard Business School με θέμα «Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας μετά την πανδημία Covid-19- Τα επόμενα βήματα για την ανάκαμψη».

Το φλέγον ερώτημα αυτήν τη στιγμή, σε ό,τι αφορά τόσο την ελληνική όσο και τις υπόλοιπες οικονομίες, είναι αν θα καταφέρουμε, ως χώρα, να έχουμε μία γρήγορη ανάκαμψη ή αν θα οδηγηθούμε σε ύφεση. Το ερώτημα αυτό έθεσε, άλλωστε, κατά την εισαγωγική του παρουσίαση και ο συντονιστής του webinar, Στέλιος Ζαββός, πρόεδρος του Harvard Business School Club of Greece.

Οι ευρωπαϊκές προβλέψεις για την Ελλάδα κάνουν λόγο για αρνητικό ΑΕΠ, στο -10%, για το 2020, το οποίο, όμως, θα οδηγήσει σε ανάπτυξη το 2021, λίγο πάνω από το 7%. Την ίδια ώρα, η ανεργία αναμένεται να διαμορφωθεί στο 20% το 2020 και στο 17% το 2021. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, η Ελλάδα δεν είναι μόνη της, αλλά για να προσδιορίσουμε τα ελληνικά δεδομένα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις που θα αφήσει η σημερινή κρίση στην παγκόσμια οικονομία. Το status της ευρωπαϊκής οικονομίας και τα έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, η ανάπτυξη στη Γερμανία, το χρέος της Ιταλίας, η πολιτική σταθερότητα αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τρεις βασικές προκλήσεις:

1) Το επενδυτικό χάσμα που θα χρειαστεί περισσότερες μεγάλες επενδύσεις,

2) χαμηλή ανταγωνιστικότητα και

3) υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους.

Οικονομική ανάκαμψη διαφορετικών ταχυτήτων

Όπως επισήμανε ο Luigi Buttiglione, ιδρυτής και CEO της εταιρείας συμβούλων LB-Macro, που συνεργάζεται με μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και hedge funds, πρόκειται για την μεγαλύτερη οικονομική κρίση που έχουμε ζήσει και πρέπει να πάμε πίσω στο 1929 για να δούμε κάτι ανάλογο από πλευράς επιβράδυνσης της δραστηριότητας. Αυτό που ζούμε τους τελευταίους δύο μήνες είναι πρωτοφανές. Για παράδειγμα η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ τον Απρίλιο ήταν η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ποτέ.

Όπως διευκρίνισε, αυτό που βιώνουμε δεν είναι ύφεση αλλά οικονομική κρίση. Και εξήγησε ότι η ύφεση ακολουθείται από αντίστοιχη ανάκαμψη της δραστηριότητας και επιστροφή στα επίπεδα όπου βρισκόμασταν πριν από κάποιο σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Η κρίση χαρακτηρίζεται από επίμονη πτώση, η οποία αν διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα τότε οδηγούμαστε σε μεγάλη ύφεση όπως αυτή του 1929. Και όπως δείχνουν όλα μέχρι τώρα, η τωρινή κατάσταση δεν θα είναι σύντομη.

Σύμφωνα με τον Luigi Buttiglione, δεν θα επιστρέψουμε στα επίπεδα που βρισκόμασταν το 2019 πριν από το τέλος του 2021. Αυτό είναι σημαντικό γιατί συνεπάγεται ανεργία, κίνδυνο αποπληθωρισμού κ.ά..

Ωστόσο, αυτό που επισημαίνει είναι ότι δεν θα επηρεάσει όλες τις χώρες με τον ίδιο τρόπο. Ο οικονομολόγος δήλωσε υποστηρικτής της ελληνικής κυβέρνησης και υπογράμμισε ότι ορισμένες χώρες αντέδρασαν καλύτερα από άλλες και σίγουρα η Ελλάδα είναι μία από αυτές. Δυστυχώς οι μεγαλύτερες χώρες δεν το έκαναν, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Βρετανία, οι ΗΠΑ, και κατά συνέπεια δεν θα επηρεαστούν όλες οι οικονομίες με τον ίδιο τρόπο.

Ένας άλλος παράγοντας που θα παίξει ρόλο είναι ότι ορισμένες χώρες βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, όπως η Ελβετία, και κατά συνέπεια θα έχουν καλύτερες δυνατότητες αντίδρασης σε αυτό το σοκ.

Τέλος, τόνισε ότι υπάρχουν ορισμένες περιοχές οι οποίες λόγω της θεσμικής τους οργάνωσης μπορούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα ευκολότερα. Για παράδειγμα οι ΗΠΑ μπορεί να μην κατάφεραν να αντιμετωπίσουν άμεσα τον ιό, ωστόσο είναι μία χώρα με δικό της νόμισμα, με μεγάλο συντονισμό στην δημοσιονομική και νομισματική της πολιτική, που μπορεί να χειριστεί καλύτερα τις επιπτώσεις στην οικονομία.

Η Ευρωζώνη από την άλλη δεν είναι ολοκληρωμένη ένωση, καθώς δεν έχει την ίδια δημοσιονομική πολιτική, το ίδιο τραπεζικό σύστημα, δεν είναι οικονομική ένωση, ούτε έχει το ίδιο πολιτικό σύστημα. Η έλλειψη όλων αυτών την καθιστά πιο αδύναμη στις αντιδράσεις της. Έτσι υπάρχει έλλειψη συντονισμού στην δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, αλλά και θεσμικά.

Μάλιστα, αναφέρθηκε στο θέμα του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που αμφισβήτησε ευθέως τη νομιμότητα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (του γνωστού ως QE), βάσει του οποίου η ΕΚΤ έχει αγοράσει μέχρι σήμερα πάνω από 2 τρισ. ευρώ δημοσίου χρέους. Όπως υποστήριξε, αυτό θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία του θεσμικού οργάνου.

Ωστόσο, τόνισε ότι η γερμανική παρέμβαση δεν επηρεάζει απαραίτητα τις κινήσεις της ΕΚΤ που είδαμε το τελευταίο διάστημα, αλλά εκτιμά ότι μπορεί να την καταστήσει πιο αργή στις αντιδράσεις της. Θα δούμε τι θα γίνει στη συνεδρίαση του Ιουνίου, τόνισε. Γεγονός είναι ότι η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την δυσλειτουργία της ΕΕ.

Αναφερόμενος στην γαλλογερμανική πρόταση για το ταμείο ανάκαμψης, ύψους 500 δισ. ευρώ, τη χαρακτήρισε θετική αλλά τόνισε ότι τα καθαρά κεφάλαια που θα δοθούν στις χώρες θα είναι τελικά λιγότερα.

Για τα πακέτα του ESM επισήμανε ότι θα τα εκμεταλλευτούν ελάχιστες χώρες. Η Ιταλία και η Ισπανία έχουν ήδη πει όχι, η Ελλάδα ίσως να μην το χρειάζεται κιόλας και έτσι το μεγαλύτερο μέρος των συγκεκριμένων κεφαλαίων δεν θα χρησιμοποιηθεί.

Η Ιταλία, με μία αδύναμη κυβέρνηση, την οποία μάλιστα ο ομιλητής συνέκρινε με την προηγούμενη κυβέρνηση της Ελλάδας, ξεκινά με υψηλό επίπεδο χρέους, χαμηλή ανάπτυξη και βρίσκεται σε εύθραυστη κατάσταση.

Οι τέσσερις λόγοι αισιοδοξίας για την ελληνική οικονομία

Ο Γιώργος Τσόπελας, Managing Partner της McKinsey, παρουσίασε τις απόψεις της εταιρείας για συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους στην Ελλάδα.

«Υπάρχουν τέσσερις λόγοι για τους οποίους νιώθω σχετικά αισιόδοξος για την Ελλάδα», τόνισε ο κ. Τσόπελας. Και εξήγησε:

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί πιστεύουμε ότι η μείωση του ΑΕΠ δεν θα είναι τόσο μεγάλη όσο η ΕΕ και οι διεθνείς εκτιμήσεις υποστηρίζουν. Με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει μία μέτρια τουριστική ανάκαμψη, και θα έχουμε μεγάλο αντίκτυπο από τα κυβερνητικά μέτρα, προβλέπουμε μείωση του ΑΕΠ από 5% έως 7%.

Ο δεύτερος λόγος που είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι είναι επειδή έχουμε καλά θετικά από τον κλάδο των τραπεζών. Οι αρχικές προβλέψεις δείχνουν ότι παρά την πίεση στην κερδοφορία από τα νέα «κόκκινα» δάνεια που θα δημιουργηθούν (NPEs), η επάρκεια κεφαλαίων του συστήματος παραμένει ισχυρή και δεν θα χρειαστεί νέα κεφαλαιοποίηση ούτε το 2020 ούτε το 2021. Έτσι το σύστημα παραμένει δυνατό και ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας Core Tier I παραμένει πάνω από το 14% και τα δύο χρόνια.

Υπάρχει ένα θέμα με τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις δεδομένης της αρνητικής κερδοφορίας, κυρίως το 2020-21, αλλά υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπιστεί.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι, παρά το μεγάλο πλήγμα που δέχθηκαν αρκετοί πολύ σημαντικοί κλάδοι, υπάρχουν ισχυρά μέτρα που εξετάζονται αυτή τη στιγμή από την κυβέρνηση, καθώς και τα οριζόντια μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί, τα οποία είναι πολύ κοντά σε αυτό που χρειάζεται η χώρα και αρχίζουν ήδη να αποδίδουν.

Και ο τέταρτος εξίσου σημαντικός λόγος είναι η χρηματοδότηση αυτού του προγράμματος, που αποτελεί πρόκληση αλλά είναι εφικτή. Επίσης, φαίνεται ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το δημόσιο πρόγραμμα επενδύσεων να υλοποιηθεί.

Αναλυτικά για τα παραπάνω ο κ. Τσόπελας διευκρίνισε:

-Υπάρχουν δύο παράμετροι κλειδιά. Η μία είναι ότι ο ελληνικός τουρισμός ανακάμπτει και η δεύτερη το μέγεθος και αντίκτυπος των κυβερνητικών μέτρων. Έτσι αν υποθέσουμε ότι έχουμε μέτρια ανάκαμψη του τουρισμού, με 50% μείωση των περσινών τουριστικών εσόδων και το πρόγραμμα της κυβέρνησης ανέλθει στα 20-24 δισ. ευρώ συνολικά, τότε το σενάριο για τη μείωση του ΑΕΠ θα κυμανθεί από -5% έως -7%.

-Τα άλλα θετικά νέα έρχονται από τον τραπεζικό κλάδο. Η ανάλυση της McKinsey υποθέτει ότι θα υπάρξει αύξηση στα NPEs κατά 10 δισ. έως 14 δισ. ευρώ, θα υπάρξει μερική ανάκτηση και θα διαμορφωθούν τελικά στα 9-12 δισ. ευρώ. Από αυτά, 0-3 δισ. ευρώ θα εγγραφούν το 2020 και τα 9-12 δισ. στο τέλος του 2021. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα πρέπει να κάνει προβλέψεις που θα κυμανθούν στα 7-9 δισ. ευρώ.

Όσον αφορά τον αντίκτυπο της πανδημίας στα τραπεζικά κέρδη και την κεφαλαιακή κατάσταση του τραπεζικού κλάδου, για το 2020 το PPI ήταν στα 3-3,35 δισ. ευρώ και το 2021 θα καταλήξει οριακά αρνητικό. Αυτό σημαίνει για την κεφαλαιακή επάρκεια του κλάδου ότι ο δείκτης Core Tier I θα διαμορφωθεί περίπου στο 15,6% στο τέλος του 2020 και στο 14,5% στο τέλος του 2021. Άρα το σύστημα είναι ισχυρό.

Το τρίτο θέμα στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Τσόπελας σχετίζεται με όσα κάνει η χώρα για τα προβλήματα του κάθε κλάδου. Για παράδειγμα οι αεροπορικές έχουν χάσει το 50-60% της ζήτησης σε ετήσια βάση και αυτό σημαίνει ότι έχουν υποστεί ζημιά που ανέρχεται στα 500-700 εκατομμύρια ευρώ. Στα αεροδρόμια η μείωση ανέρχεται σε 50-70%, στον ηλεκτρισμό 15-25% κ.ά.

Σύμφωνα με την ανάλυση της McKinsey υπάρχουν δύο δέσμες μέτρων. Η μία για το διάστημα Μαρτίου-Ιουλίου και η επόμενη που θα καλύψει το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι μέχρι το τέλος του έτους.

Είμαστε σίγουροι και έχουμε υπολογίσει ότι τα οριζόντια μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί, τα πρώτα 12 δισ. ευρώ, άρχισαν να έχουν αντίκτυπο, τόνισε.

Ο ρόλος του κλάδου ενέργειας και της ναυτιλίας

Αισιοδοξία για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας εξέφρασε και ο Βασίλης Αντωνιάδης, Managing Director της Boston Consulting Group. 

Ωστόσο, παρά τις βελτιωμένες προβλέψεις για την Ελλάδα, ο κ. Αντωνιάδης εξέφρασε τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι στις περισσότερες από τις μεγάλες οικονομίες έχει επηρεαστεί πάνω από το 20% των θέσεων εργασίας, είτε με ανεργία είτε με διαφορετικούς εργασιακούς όρους και εκτίμησε ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι οικονομίες σε όλο τον κόσμο.

Ειδικότερα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τόνισε ότι η κυβέρνηση ξεκίνησε με το σενάριο της «γρήγορης ανάκαμψης». Η άρση των μέτρων έγινε γρήγορα και όπως όλα δείχνουν βαδίζουμε προς μία πιο γρήγορη ανάκαμψη. H εκτίμηση της Boston Consulting είναι ότι δεν θα ξεπεράσουμε τη μείωση κατά 10% του ΑΕΠ το 2020 και θα μπορέσουμε έτσι να έχουμε ανάκαμψη 6% το 2021. Εκτιμά δηλαδή ότι θα κινηθούμε ανάμεσα στο πολύ θετικό και στο μέτριο σενάριο.

Προϋπόθεση για αυτό είναι να συνεχίσουμε με τον ίδιο ρυθμό το άνοιγμα της οικονομίας και να μην υπάρξει δεύτερο κύμα πανδημίας. Πριν από δύο εβδομάδες, όπως επισήμανε ο κ. Αντωνιάδης, εκτιμούσε ότι θα έχουμε μείωση του ΑΕΠ κατά 10% ενώ τώρα έχει πιο αισιόδοξη εκτίμηση.

Το στέλεχος της Boston Consulting κατά την ομιλία του εστίασε στον κλάδο ενέργειας, όπου μπορούν να γίνουν μεγάλες επενδύσεις, και στον κλάδο της ναυτιλίας.

Για την ενέργεια επεσήμανε ότι μπορούν να γίνουν επενδύσεις ύψους 8 δισ. ευρώ τα επόμενα 2-3 χρόνια, εκ των οποίων τα 4 δισ. ευρώ αφορούν ιδιωτικοποιήσεις στον κλάδο. Επίσης, η ελληνική οικονομία μπορεί να ενισχυθεί από επιπλέον 3 δισ. ευρώ που θα προέλθουν από τον αγωγό Ανατολικής Μεσογείου.

Η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια θα υποχωρήσει κατά 10% το 2020, επισήμανε, καθώς έχουμε μικρότερη εξάρτηση από την βιομηχανική κατανάλωση. Από την άλλη αναμένεται αύξηση κατά 3% περίπου στη ζήτηση για αέριο το τρέχον έτος. Επίσης, η ελάχιστη τιμή μειώνεται και αυτό βοηθά στην ανταγωνιστικότητα.

Παράλληλα, ο κ. Αντωνιάδης εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα υλοποιηθούν τουλάχιστον έξι ιδιωτικοποιήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, μεταξύ των οποίων και αυτή της ΔΕΠΑ, τόνισε ότι υπάρχουν εγχώριοι επενδυτές που είναι πολύ ενεργοί στο συγκεκριμένο τομέα, ενώ έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον και από συγκεκριμένα equity funds.

Αν η κυβέρνηση συνεχίσει το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, παρά την πανδημία, τα έσοδα δεν θα είναι λιγότερα από 8 δισ. ευρώ. Παράλληλα, θα αλλάξουν σημαντικά περιοχές κλειδιά της χώρας μας όπως η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη και θα αποτελέσουν παράδειγμα για όλη την Ευρώπη.

Για τη ναυτιλία τόνισε ότι είναι ένας κλάδος που έχουμε την τάση να ξεχνάμε πολλές φορές, ενώ συμβάλει στο ΑΕΠ της χώρας τουλάχιστον 12% ανάλογα με τη χρονιά. Παρουσιάζει μικτή εικόνα λόγω της πανδημίας αλλά σίγουρα έχει θετικά νέα από τον κλάδο των τάνκερ που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα και στον ελληνικό στόλο.


ΣΧΟΛΙΑ