Μετά από σχεδόν τρία χρόνια διόρθωσης, η δευτερογενής αγορά ρολογιών πολυτελείας δείχνει σημάδια σταθεροποίησης και ήπιας ανάκαμψης. Οι έντονες υπερβολές της πανδημικής περιόδου έχουν υποχωρήσει, οι τιμές έχουν εξορθολογιστεί και —για πρώτη φορά μετά το 2021— οι αγοραστές δεν κινούνται υπό καθεστώς φόβου ότι «χάνουν το τρένο».

Σε αυτό το περιβάλλον, τα μεταχειρισμένα ρολόγια, και ειδικά τα μοντέλα της Rolex, επανεμφανίζονται ως μια εναλλακτική που συνδυάζει κύρος, σχετική ασφάλεια αξίας και εκπτώσεις που δύσκολα συναντά κανείς στην πρωτογενή αγορά.

1

Το ερώτημα δεν είναι αν οι τιμές θα επιστρέψουν στα ιστορικά υψηλά τους, αλλά αν η τρέχουσα συγκυρία αποτελεί το τελευταίο παράθυρο για αγορές με όρους πραγματικής αξίας.

Η πρόοδος από εδώ και πέρα εξαρτάται από το αν θα συνεχιστούν δύο τάσεις: η άνοδος των τιμών των καινούργιων ρολογιών και η άνοδος των χρηματιστηριακών αγορών. Ενώ η πρώτη τάση έχει πολλές πιθανότητες να συνεχιστεί, η δεύτερη πάντα ήταν λιγότερο βέβαιη.

Από την πανδημία στο 2026

Η διακύμανση των τιμών των ρολογιών στη δευτερογενή αγορά ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν οι καταναλωτές με κέρδη από κρυπτονομίσματα και επιδοτήσεις, άρχισαν να αγοράζουν μεταχειρισμένα μοντέλα στο διαδίκτυο.

Ωστόσο, η φούσκα έσκασε την άνοιξη του 2022, καθώς το Bitcoin έπεσε και τα επιτόκια αυξήθηκαν, αναγκάζοντας όσους είχαν δανειστεί για να εμπλουτίσουν τις συλλογές τους, να πουλήσουν.

Οι διακυμάνσεις των τιμών

Η τελευταία έκθεση της Morgan Stanley και της πλατφόρμας έρευνας WatchCharts διαπιστώνει ότι οι τιμές για 300 μοντέλα από 10 μάρκες αυξήθηκαν κατά 1,9% το τελευταίο τρίμηνο του 2025, σε σύγκριση με τους προηγούμενους τρεις μήνες. Αυτή η δυναμική βασίζεται στη βελτίωση που σημειώθηκε νωρίτερα το 2025 και γενικότερα στον κλάδο πολυτελείας αλλά και πιο ειδικά στα κοσμήματα.

Ο δείκτης Bloomberg Subdial Watch, ο οποίος βασίζεται στα 50 ρολόγια με τη μεγαλύτερη αξία συναλλαγών, έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδό του. Αυτό το σημείο καμπής αντικατοπτρίζει την τάση στο κόστος των νέων ρολογιών. Οι δασμοί έχουν αναγκάσει τους ωρολογοποιούς να αυξήσουν τις τιμές στις ΗΠΑ, με ορισμένους να τις προσαρμόζουν και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Rolex, η οποία δεν προχώρησε σε αύξηση το περασμένο φθινόπωρο, προσχώρησε αυτό το μήνα σε εκτιμώμενη αύξηση 6%. Καθώς οι τιμές ανεβαίνουν, όλο και περισσότεροι αγοραστές στρέφονται προς τη δευτερογενή αγορά, όπου — εκτός από τις τρεις κορυφαίες εταιρείες Patek Philippe, Rolex και Audemars Piguet — οι περισσότερες μάρκες πωλούν κάτω από τη λιανική τιμή.

Σε αυτό προστίθεται και η άνοδος του Bitcoin και το γεγονός ότι οι παγκόσμιες μετοχές έκαναν ρεκόρ πέρυσι, ενισχύοντας την αύξηση στις δευτερογενείς τιμές κατά 4,9% το 2025, η πρώτη αύξηση που σημειώθηκε από το 2021.

Η τρέχουσα ανάκαμψη φαίνεται να είναι ευρύτερη από τη βελτίωση που παρατηρήθηκε νωρίτερα το 2025. Εκείνη την περίοδο, οι αυξήσεις οδηγήθηκαν από τις Patek Philippe, Rolex, Compagnie Financière Richemont (Cartier) και Swatch Group (Omega), ενώ οι τιμές συνέχισαν να πέφτουν για άλλες μάρκες.

Ωστόσο, το τελευταίο τρίμηνο, οι 21 από τις 35 μάρκες που παρακολουθεί η Morgan Stanley σημείωσαν άνοδο. Όλο και περισσότεροι αγοραστές συνειδητοποιούν ότι με μέσες εκπτώσεις 30% έως 40% στα νέα μοντέλα για μάρκες εκτός των τριών κορυφαίων, υπάρχουν καλές ευκαιρίες.

Η κατάσταση στην πρωτογενή αγορά

Η ανάκαμψη μπορεί επίσης να αντανακλά την κατάσταση στην πρωτογενή αγορά των ρολογιών. Σύμφωνα με την Vontobel Equity Research, και σε αυτήν παρατηρείται μια διαφορά μεταξύ της υπεραπόδοσης των πιο περιζήτητων ονομάτων και του υπόλοιπου της αγοράς.

Ωστόσο, οι πωλήσεις του τμήματος ωρολογοποιίας της Richemont αυξήθηκαν κατά 7% κατά το τρίμηνο που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου, ξεπερνώντας κατά πολύ τις προσδοκίες των αναλυτών και αυτό αποτελεί ενθαρρυντικό σημάδι για τον ευρύτερο κλάδο. Αυτό το τμήμα δεν περιλαμβάνει την Cartier, αλλά περιλαμβάνει μάρκες όπως Jaeger-LeCoultre, A. Lange & Söhne, Vacheron Constantin και IWC Schaffhausen.

Οι κορυφαίες μάρκες υπερέχουν επίσης στις πωλήσεις νέων ρολογιών

Η αύξηση των τιμών σίγουρα συνέβαλε σε αυτό. Ωστόσο, αυξήθηκε και ο όγκος των πωλήσεων, με τη ζήτηση να κατανέμεται σε διάφορες μάρκες και γεωγραφικές περιοχές, ιδίως στις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή. Πιθανώς συνέβαλαν σε αυτό και οι στρατηγικές κινήσεις των ομίλων.

Η Richemont εφαρμόζει τη στρατηγική που βοήθησε την Cartier να γίνει το αγαπημένο ρολόι της Γενιάς Z, επαναλανσάροντας το πιο γνωστό μοντέλο της Jaeger-LeCoultre, το Reverso, και φαίνεται να έχει αποτέλεσμα – τα μικρότερα μεγέθη ειδικά αποδεικνύονται δημοφιλή.

Μπορεί η ανάκαμψη στη δευτερογενή αγορά να διατηρηθεί;

Το γεγονός ότι τα καινούργια ρολόγια γίνονται όλο και πιο ακριβά είναι ένας παράγοντας που θα μπορούσε να συνεχίσει να ενισχύει την αξία των μεταχειρισμένων. Αν και οι αυξήσεις που σχετίζονται με τους δασμούς δεν αναμένεται να επαναληφθούν φέτος — ο φόρος της Ελβετίας μειώθηκε από το 39% στο 15% τον Νοέμβριο — οι ωρολογοποιοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενα κόστη λόγω της αύξησης της τιμής του χρυσού και της αποδυνάμωσης του δολαρίου έναντι του ελβετικού φράγκου, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να πουλήσουν περισσότερα ρολόγια στις ΗΠΑ ή να αυξήσουν τις τιμές για να επιτύχουν την ίδια αξία πωλήσεων.

Υπάρχουν επίσης ορισμένες ιδιαιτερότητες της αγοράς που ενδέχεται να συμβάλουν στη διατήρηση των τιμών και του ενδιαφέροντος σε υψηλά επίπεδα. Για παράδειγμα, το Panthère της Cartier, το οποίο έχει ωθήσει την τάση για μικρότερα, κυρίως χρυσά, ρολόγια είναι ιδιαίτερα διάσημο κάτι που συμβάλλει στην ενίσχυση άλλων μοντέλων, όπως το Lady Datejust 26 mm της Rolex, το οποίο σταμάτησε να παράγεται το 2015.

Το Rolex, που έχει την ίδια αισθητική «παλαιού πλούτου» με το Panthère, μπορεί να αγοραστεί περίπου στη μισή τιμή ενός παρόμοιου νέου μοντέλου της μάρκας. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το WatchCharts, αρκετά Lady Datejust 26 mm ήταν μεταξύ των μοντέλων Rolex με την καλύτερη απόδοση πέρυσι.

Παιχνίδια μεταπώλησης, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες

Για τους ωρολογοποιούς, μια ισχυρότερη δευτερογενής αγορά είναι δίκοπο μαχαίρι. Ενώ οι αυξήσεις των τιμών είναι μια καλή ένδειξη της ζήτησης της μάρκας, οι καταναλωτές που αγοράζουν μεταχειρισμένα μοντέλα αποσπούν τις πωλήσεις από τις νέες κυκλοφορίες.

Ένας τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτή η τάση είναι οι ωρολογοποιοί να εισέλθουν οι ίδιοι στην αγορά μεταπώλησης, όπως έκανε η Rolex. Οι πωλήσεις μέσω του λεγόμενου Certified Pre-Owned Program ξεπέρασαν τα 500 εκατομμύρια δολάρια το 2025, από 319 εκατομμύρια δολάρια το 2024, σύμφωνα με τη Morgan Stanley.

Ωστόσο, η δύναμη της αγοράς μεταχειρισμένων προϊόντων παραμένει εύθραυστη. Αν και αποφεύχθηκε μια νέα εμπορική διαμάχη, οι αναταράξεις στις μετοχές και τα ομόλογα την περασμένη εβδομάδα υπενθυμίζουν ότι η εμπιστοσύνη των αγοραστών μπορεί να κλονιστεί γρήγορα από τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες.

Και ακόμη και εν μέσω της αναζωπύρωσης, οι λάτρεις των ρολογιών είναι λιγότερο ενθουσιώδεις από ό,τι πριν από μερικά χρόνια, όταν πολλοί αγόραζαν ρολόγια για να τα μεταπωλήσουν με κέρδος.

Έχοντας την αρνητική εμπειρία από την κατάρρευση πριν από τέσσερα χρόνια, περισσότεροι αγοραστές είναι νευρικοί. Η επένδυση σε ένα ακριβό ρολόι, παρουσιάζει ακόμη ευκαιρίες. Αλλά ο χρόνος τρέχει.

Παρά τα σημάδια ανάκαμψης, η δευτερογενής αγορά ρολογιών παραμένει μια αγορά ισορροπιών και όχι βεβαιοτήτων. Η εποχή των γρήγορων κερδών έχει περάσει, και οι αγοραστές εμφανίζονται πιο προσεκτικοί, επιλέγοντας μοντέλα με διαχρονικό σχεδιασμό, περιορισμένη προσφορά και σαφή θέση στο οικοσύστημα της μάρκας.

Για όσους προσεγγίζουν τα ρολόγια ως αντικείμενα μακροπρόθεσμης αξίας, η σημερινή συγκυρία εξακολουθεί να προσφέρει ευκαιρίες. Όμως, όσο η εμπιστοσύνη επιστρέφει και οι τιμές σταθεροποιούνται, το περιθώριο αυτό χρονικά στενεύει.

Διαβάστε επίσης:

Rolex: Από τον Churchill στον Buffet και τον Obama – 9 θρυλικοί άνδρες ηγέτες και τα αγαπημένα τους ρολόγια 

Rolex: Τα τρία συνηθέστερα λάθη κατά την αγορά ενός ρολογιού και πώς να τα αποφύγετε 

11 τρόποι για να εντοπίσετε ένα ψεύτικο Rolex σε 30 δευτερόλεπτα