bloomberg
Sponsored by

Bloomberg

Το ελβετικό φράγκο και η κεντρική τράπεζα των εκπλήξεων


Αν η Ιστορία έχει να μας πει κάτι για το πότε πρέπει να περιμένουμε από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (SNB) να χαλαρώσει τη νομισματική της πολιτική, είναι αυτό: Μην περιμένετε συνεδρίαση.

Καθώς το ελβετικό φράγκο άγγιξε υψηλά δύο ετών έναντι του ευρώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ετοιμάζει έναν ακόμη γύρο μέτρων τόνωσης της οικονομίας, οι Ελβετοί αξιωματούχοι δέχονται όλο και μεγαλύτερη πίεση από την αγορά για να δώσουν τη δική τους απάντηση. Οι νομισματικές παρεμβάσεις φαίνεται ότι έχουν ήδη ξαναρχίσει. Αργά ή γρήγορα φέτος, ίσως χρειαστεί να καταφύγουν σε μείωση των επιτοκίων.

Η επόμενη προγραμματισμένη απόφαση της SNB απέχει ακόμα έξι εβδομάδες. Η τελευταία, όμως, φορά που οι Ελβετοί μείωσαν τα επιτόκια σε τριμηνιαία συνεδρίαση ήταν το 2009. Και τα επιτόκια έχουν μειωθεί από τότε κατά 150 μονάδες βάσης…

Αντίθετα, το χαρακτηριστικό στυλ της SNB είναι να κάνει εκπλήξεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η «βόμβα» του 2015, όταν κατάργησε το ανώτατο όριο διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, σε μια ημέρα που δεν είχε προγραμματιστεί καμία ανακοίνωση πολιτικής. Το σοκ για τους χρηματιστές που ήταν συνηθισμένοι από άλλες κεντρικές τράπεζες σε πληθώρα ενδείξεων για την πορεία της πολιτικής τους ήταν τεράστιο.

«Έχουμε όλοι συνηθίσει την τελευταία δεκαετία να καλυπτόμαστε από κάθε είδους καθοδήγηση για το μέλλον», λέει ο Jeremy Stretch, αναλυτής της καναδικής Imperial Bank of Commerce για την αγορά συναλλάγματος. «Αυτό μας έκανε πιο επιρρεπείς στις εκπλήξεις», προσθέτει.

Ο Stretch εκτιμά ότι η αδιαφάνεια είναι προς όφελος της SNB. Με το επιτόκιο στο -0,75%, ήδη στο χαμηλότερο επίπεδο από οποιασδήποτε άλλης κεντρικής τράπεζας, και με περιορισμένο περιθώριο ελιγμών, η σιγή ιχθύος που τηρεί η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας απέναντι στην αγορά σημαίνει ότι «μπορεί να έχουμε μια ελαφρώς μεγαλύτερη επίδραση».

Αντιθέτως, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Ευρωζώνη επικοινωνούν κάθε τους κίνηση πιο ανοιχτά, προκειμένου να μην προκαλέσουν αναταραχή. Μόλις τον περασμένο μήνα, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, προανήγγειλε νέο μπαράζ μέτρων τόνωσης για φέτος, λέγοντας ότι στελέχη έχουν αναλάβει να εξετάσουν τις επιλογές για τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν.

Η σαφής προαναγγελία της φύσης και του χρονοδιαγράμματος των ενεργειών έχει, ωστόσο, κι αυτή τους επικριτές της.

Ο επικεφαλής του τμήματος ανάλυσης της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών Hyun Song Shin υποστηρίζει ότι είναι πιθανό οι νομισματικές αρχές να μιλούν υπερβολικά πολύ και ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Lawrence Summers, επέκρινε πρόσφατα την «κακοφωνία» των πληροφοριών στις οποίες συμμετείχε η Fed όταν ανακοίνωσε την περικοπή των επιτοκίων της.

Ο πρόεδρος της SNB, Thomas Jordan, δεν φαίνεται επίσης να είναι οπαδός μιας τέτοιας στάσης. Σε αντίθεση με την Τράπεζα της Αγγλίας ή την ΕΚΤ, δεν δίνει εκτιμήσεις για το μέλλον των επιτοκίων.

Καμία προειδοποίηση

Οποιαδήποτε τέτοια επικοινωνία «θα εξαρτάται πάντα από το τι κάνει η ΕΚΤ ή τι συμβαίνει στις αγορές», δήλωσε ο Karsten Junius, επικεφαλής οικονομολόγος της Bank J. Safra Sarasin. «Έτσι, δεν το προσπαθούν», εξηγεί.

Ο Jordan και οι Ελβετοί συνάδελφοί του θέλουν γενικά να κρατούν τους επενδυτές σε επιφυλακή.

Πιο πρόσφατα, στην απόφασή τους τον Ιούνιο, εισήγαγαν ένα νέο επιτόκιο αναφοράς και εγκατέλειψαν το παλιό – και πάλι χωρίς προειδοποίηση.

Τα στελέχη της SNB ακολουθούν ένα σχέδιο που αναπτύχθηκε με τα χρόνια και έχει καταρτιστεί έτσι ώστε να μη δίνει αέρα στους κερδοσκόπους, οι κινήσεις των οποίων έχουν επιδεινώσει τις ανοδικές πιέσεις που δέχεται το ελβετικό φράγκο.

Αυτή τη φορά, η κεντρική τράπεζα μπορεί να επιλέξει να κάνει μικροπαρεμβάσεις για να υπερασπιστεί το ελβετικό φράγκο, πριν κλιμακώσει την αντίδρασή της. Θα μπορούσε, όμως, και να εκπλήξει τους πάντες, πηγαίνοντας κόντρα στην πρακτική της να κάνει εκπλήξεις, και να πάρει μια απόφαση στην επόμενη προγραμματισμένη συνεδρίαση που είναι προγραμματισμένη για τις 19 Σεπτεμβρίου. Μία εβδομάδα μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, όπου ο Ντράγκι αναμένεται να μειώσει τα επιτόκια.