Ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ Καντάφι, γιος του ανατραπέντος Λίβυου δικτάτορα Μουαμάρ Καντάφι, έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς, βάζοντας βίαιο τέλος στην πολυετή προσπάθειά του να ανακτήσει πολιτική επιρροή στο κράτος της Βόρειας Αφρικής και μέλος του ΟΠΕΚ.

Ερευνητική ομάδα εξέτασε την Τρίτη τη σορό του 53χρονου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός του προήλθε από τραύματα από πυροβόλο όπλο, σύμφωνα με ανακοίνωση της Εισαγγελίας της Λιβύης. Δεν δόθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες, ωστόσο τοπικά μέσα μετέδωσαν ότι δολοφονήθηκε στην πόλη Ζιντάν, περίπου 137 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας Τρίπολης.

1

Λιβυκά μέσα ενημέρωσης επικαλέστηκαν ανακοίνωση της πολιτικής του ομάδας, σύμφωνα με την οποία τέσσερις μασκοφόροι άνδρες του επιτέθηκαν στο σπίτι του, σε μια «δειλή και προδοτική δολοφονία». Ένας από τους συμβούλους του στις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ο Αμπντουλάχ Οθμάν Αμπντουραχίμ, επιβεβαίωσε επίσης στο Bloomberg μέσω μηνύματος ότι ο Καντάφι σκοτώθηκε.

Η δολοφονία αποτελεί το πιο πρόσφατο επεισόδιο πολιτικής βίας σε μια χώρα που ταλανίζεται από αναταραχές από το 2011, όταν εξέγερση με τη στήριξη του ΝΑΤΟ ανέτρεψε το καθεστώς του πατέρα του, που βρισκόταν στην εξουσία επί τέσσερις δεκαετίες.

Μετά από διαδοχικά κύματα συγκρούσεων μεταξύ πολιτοφυλακών και την εμπλοκή ξένων δυνάμεων, η Λιβύη παραμένει διαιρεμένη ανάμεσα σε αντίπαλες κυβερνήσεις στην ανατολή και τη δύση. Αν και δεν έχει ξεσπάσει γενικευμένος πόλεμος τα τελευταία χρόνια, οι εντάσεις γύρω από τον έλεγχο κρατικών θεσμών και των κρίσιμων εσόδων από την ενέργεια συχνά απειλούν να κλιμακωθούν — γεγονός που ανησυχεί τις δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες που επιστρέφουν στη χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού στην Αφρική.

Ο επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης κάλεσε όλες τις πλευρές να αναμείνουν τα αποτελέσματα της επίσημης έρευνας και υπογράμμισε την ανάγκη να «απορριφθεί η υποκίνηση» που θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προσπάθειες εθνικής συμφιλίωσης.

«Η Λιβύη δεν μπορεί να κυβερνηθεί με τη βία ούτε να οικοδομηθεί πάνω στον φόβο και τις εξωδικαστικές δολοφονίες», δήλωσε ο Μοχάμεντ αλ-Μένφι σε ανάρτησή του στη σελίδα του στο Facebook.

Αν και δεν κατείχε ποτέ επίσημο αξίωμα, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ υπήρξε προβεβλημένη και επιδραστική προσωπικότητα στα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του πατέρα του. Τη δεκαετία του 2000, κάποιοι τον έβλεπαν ως μεταρρυθμιστή που θα μπορούσε να περιορίσει τις αυταρχικές υπερβολές ενός καθεστώτος αστυνομικού κράτους, το οποίο δεν ανεχόταν πολιτική αντιπολίτευση και υπήρξε έντονα εχθρικό προς τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980.

Ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ απέκτησε διδακτορικό από το London School of Economics το 2008, αν και το επίτευγμα αυτό σκιάστηκε από κατηγορίες λογοκλοπής. Την ίδια χρονιά δήλωσε ότι αποσύρεται από τα κρατικά πράγματα και ζήτησε μεταρρυθμίσεις στο αποκαλούμενο πολιτικό σύστημα της «Τζαμαχιρίγια» του πατέρα του.

Οι όποιες ελπίδες για ουσιαστική αλλαγή διαψεύστηκαν με την εξέγερση του 2011, όταν ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ στήριξε μια ανελέητη καταστολή των διαδηλωτών. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο του απήγγειλε το 2011 κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ενώ το 2015 λιβυκό δικαστήριο τον καταδίκασε ερήμην σε θάνατο για μαζικές δολοφονίες κατά τη διάρκεια της εξέγερσης.

Αργότερα, Λίβυοι βουλευτές ενέκριναν νόμο αμνηστίας που του επέτρεψε να αποφύγει την εκτέλεση. Αφού κρατήθηκε από πολιτοφυλακή, αφέθηκε ελεύθερος το 2017 και επανεμφανίστηκε δημόσια στα τέλη του 2021, επιχειρώντας να επιστρέψει στην εξουσία θέτοντας υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Η υποψηφιότητά του συγκέντρωσε κάποια τοπική στήριξη, ενώ φέρεται να υποστηρίχθηκε και από τη Ρωσία, ωστόσο η εκλογική διαδικασία ακυρώθηκε τελικά λόγω νομικών ενστάσεων και ανησυχιών για την ασφάλεια. Στη συνέχεια, οξύνθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ του πρωθυπουργού Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, επικεφαλής της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης, και των αρχών της ανατολικής Λιβύης, όπου κυριαρχεί ο στρατιωτικός διοικητής Χαλίφα Χαφτάρ.

Ο νεότερος Καντάφι δεν εγκατέλειψε ποτέ επίσημα τη φιλοδοξία του να ανακτήσει πολιτική επιρροή. Παρέμενε μια πιθανή μελλοντική φιγούρα στη λιβυκή πολιτική σκηνή, χάρη στο βαρύ οικογενειακό όνομα και έναν πυρήνα αφοσιωμένων υποστηρικτών.

«Σε μια χώρα διχασμένη στα δύο, πρόκειται για μια μειοψηφία που εξακολουθεί να έχει κάποιο βάρος», δήλωσε ο Ρικάρντο Φαμπιάνι, διευθυντής του προγράμματος Βόρειας Αφρικής στο International Crisis Group, αναφερόμενος στους εναπομείναντες υποστηρικτές του Καντάφι.

Παρότι ο πατέρας του είχε πολλά παιδιά, δεν υπάρχει σαφής διάδοχος. Ένας από τους αδελφούς του Σαΐφ αλ-Ισλάμ, ο Χάνιμπαλ, αφέθηκε πρόσφατα ελεύθερος στον Λίβανο, όπου κρατούνταν επί μία δεκαετία για υπόθεση εξαφάνισης που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970.

«Υπάρχει πλέον μια αρκετά σημαντική ομάδα που έχασε τον ηγέτη της και θα δυσκολευτεί να τον αντικαταστήσει», σημείωσε ο Φαμπιάνι, εκτιμώντας ότι αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει ένα κενό το οποίο μπορούν να εκμεταλλευτούν άλλοι λιβυκοί παράγοντες. Πρόσθεσε ότι είναι επίσης πιθανό οι ηγεσίες στην ανατολική και τη δυτική Λιβύη να επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν την εξέλιξη για να εδραιώσουν τον έλεγχό τους.

Διαβάστε επίσης 

Ρωσία: Ισχυρή έκρηξη μετά από εκτροχιασμό εμπορικής αμαξοστοιχίας που μετέφερε βενζίνη (Βίντεο)

Κόντρα στον Τραμπ οι NYT: Απροσδόκητα έσοδα $802 εκατ. και 450.000 νέοι ψηφιακοί συνδρομητές

Ουρμπάιν (Euroclear): Οι επενδυτές απομακρύνονται από τις ΗΠΑ και μεταφέρουν assets στην Ευρώπη