Οικονομία

«Παγώνει» τη δόση η Κομισιόν: Προειδοποίηση για «κόκκινα δάνεια» και πρώτη κατοικία

  • NewsRoom
Ελλάδα


H Ελλάδα πρέπει να επιταχύνει την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων που εκκρεμούν, έως το Eurogroup της 11ης Μαρτίου, προκειμένου να δοθεί το πράσινο φως για την αποδέσμευση της δόσης, ύψους 1 δισ. ευρώ. Aυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δίνοντας σήμερα στη δημοσιότητα τη δεύτερη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα.

H Κομισιόν εντοπίζει ως βασικές εκκρεμότητες την ολοκλήρωση του νέου νόμου Κατσέλη για την προστασία της πρώτης κατοικίας, την αναμόρφωση της ΑΑΔΕ και την αγορά ενέργειας, ζητώντας άμεσα να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις.

«Οι προϋποθέσεις για εκταμίευση της δόσης των χρημάτων που προέρχονται από επιστροφές κερδών επί ελληνικών ομολόγων (συνολικά 1 δις, ANFAS και SMPs) δεν συντρέχουν αυτή τη στιγμή και οι ελληνικές αρχές πρέπει να σπεύσουν να κλείσουν τα ανοιχτά προαπαιτούμενα πριν από την συνεδρίαση του Εurogroup της 11 Μαρτίου», αναφέρει χαρακτηριστικά η Κομισιόν, η οποία καταγράφει πως η χώρα είναι μια από τις τρεις στην ΕΕ με «υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες».

Επιπλέον, το διάδοχο πλαίσιο για το «νόμο Κατσέλη» την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη η συνάντηση κυβέρνησης – τραπεζιτών στο Μαξίμου, παραμένει τελείως ανοιχτό προς διαπραγμάτευση και στη σημερινή του μορφή δεν παίρνει τη σφραγίδα των Βρυξελλών.

Όπως σημειώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «η Ελλάδα, η οποία έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο μετά την έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης, έχει διαπιστωθεί ότι αντιμετωπίζει υπερβολικές ανισορροπίες». Σύμφωνα με την έκθεση, τα προηγούμενα χρόνια σημειώθηκαν «σημαντικές βελτιώσεις» που αφορούν «την ανταγωνιστικότητα του κόστους, οι οποίες, όμως, πάγωσαν πρόσφατα λόγω της υποτονικής αύξησης της παραγωγικότητας».

«Ενώ το ύψος του δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό, κατέχεται κυρίως από τους επίσημους πιστωτές και οι ανάγκες χρηματοδότησης θα είναι σχετικά χαμηλές για τουλάχιστον μια δεκαετία», αναφέρει η έκθεση, ενώ υπογραμμίζεται πως «ο ρυθμός μείωσης του χρέους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση της επίτευξης των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων και από την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για τη δημιουργία βιώσιμης προοπτικής ανάπτυξης».

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι «υπερβολικές ανισορροπίες» της Ελλάδας «συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική εξωτερική θέση, το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ένα πλαίσιο υψηλής, αν και μειούμενης, ανεργίας και χαμηλής προοπτικής ανάπτυξης».

Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι «η Ελλάδα κατάφερε να βγει με επιτυχία από το πρόγραμμα στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας τον Αύγουστο του 2018, αφού προχώρησε σε σημαντικές βελτιώσεις τα τελευταία χρόνια», ωστόσο, «εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες ανισορροπίες, συμπεριλαμβανομένης μιας εξαιρετικά αρνητικής διεθνούς θέσης στον τομέα των καθαρών επενδύσεων η οποία εξακολουθεί να επιδεινώνεται εν μέσω μέτριας αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που παραμένει αρνητικό».

Σε ό,τι αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Επιτροπή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το πολύ υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων. «Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζεται, αλλά η υιοθέτηση εργαλείων για την επίλυσή τους υπολείπεται των προσδοκιών», αναφέρει η έκθεση. Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνεται σταδιακά, αλλά παραμένει υψηλό σε 85 δισ. ευρώ ή περίπου 47% του συνόλου των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων το Σεπτέμβριο του 2018.

Επισημαίνεται ότι οι Ελληνικές αρχές έστειλαν πρόσφατα στην Επιτροπή μια πρόταση για ένα είδος καθεστώτος προστασίας περιουσιακών στοιχείων που στοχεύει στη μείωση των «κόκκινων» δανείων. Σε ό,τι αφορά τις συζητήσεις για το νέο σύστημα προστασίας της πρώτης κατοικίας, το οποίο θα αντικαταστήσει το νόμο Κατσέλη, επισημαίνεται ότι οι θεσμοί ανησυχούν για τα εξής: Πρέπει να διασφαλιστεί ότι το σύστημα είναι προσωρινό, με στόχο την προστασία των πλέον ευάλωτων νοικοκυριών και όχι την ενθάρρυνση των στρατηγικών κακοπληρωτών. Επίσης, το νέο καθεστώς θα πρέπει να αξιολογηθεί από την Επιτροπή από την άποψη της κρατικής ενίσχυσης.

Σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας, η έκθεση της Επιτροπής λέει ότι έχει προχωρήσει, αν και με αργούς ρυθμούς και με ορισμένα ανοικτά ζητήματα. Ειδικότερα για το ζήτημα της ΔΕΗ, η Επιτροπή εντοπίζει καθυστερήσεις και θέτει ζήτημα κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της. Τα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης πρέπει να συμφωνηθούν με την Επιτροπή και οι ελληνικές αρχές θα υποβάλουν νέα πρόταση έως τις αρχές Μαρτίου 2019 για να αξιολογηθεί αν έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις αντιμονοπωλιακές διορθωτικές ενέργειες. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι συζητήσεις μεταξύ των ελληνικών αρχών, της ΔΕΗ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκονται σε εξέλιξη για την εξεύρεση αποδεκτού μέσου αντιμετώπισης της αντιμονοπωλιακής υπόθεσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας της ΕΕ.

Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, η έκθεση της Επιτροπής τονίζει ότι κάποιες ολοκληρώθηκαν επιτυχώς (ΔΕΣΦΑ, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών), ενώ το Ελληνικό έχει καθυστερήσει. Όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις που σχεδιάζεται να ολοκληρωθούν ως το τέλος του 2019, σημειώνεται πρόοδος για τους περιφερειακούς λιμένες, αλλά και καθυστερήσεις στην παραχώρηση της Εγνατίας και της μαρίνας του Αλίμου.

Εξάλλου, στον τομέα της αγοράς εργασίας η Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες για τη «διψήφια ποσοστιαία αύξηση του κατώτατου μισθού κατά περίπου 11%» και τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις της στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κάποια αύξηση του νόμιμου κατώτατου μισθού ήταν αναμενόμενη και είναι πράγματι ευπρόσδεκτη, καθώς το επίπεδό της είχε παγώσει από το 2012. Αναγνωρίζει, επίσης, ότι βραχυπρόθεσμα, η αύξηση μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις όσον αφορά το αυξημένο διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση. Σημειώνει, ωστόσο, ότι οι προοπτικές απασχόλησης συγκεκριμένων ομάδων μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά, καθώς η αύξηση κατά σχεδόν 11% υπερβαίνει κατά πολύ τα προβλεπόμενα ποσοστά αύξησης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα κατά τα προσεχή έτη. Συνεπώς, αυτό θα συνεπάγεται σημαντική απώλεια ανταγωνιστικότητας σε σύγκριση με τις άλλες χώρες στην Ευρωζώνη και αυξάνεται ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων στην απασχόληση, κυρίως στους εργαζόμενους με χαμηλή ειδίκευση και στους νέους.

Εξάλλου, η Επιτροπή εκφράζει ανησυχία και για την επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ενώ επισημαίνει ότι δημιουργούνται νέες οφειλές. Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2018 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονταν στα 1,4 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 0,3 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Αύγουστο του 2018.

Σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα, η Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες για τις πρόσφατες ανακοινώσεις της κυβέρνησης για νέες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού το 2019 και για τη σημαντική αύξηση του έκτακτου προσωπικού το 2018, υπογραμμίζοντας ότι πρέπει να αποφευχθεί η επιστροφή στον υπερβολικό αριθμό δημοσίων υπαλλήλων στα προ κρίσης επίπεδα, αλλά και η αντίστοιχη πίεση στους δημοσιονομικούς στόχους.

Σε ό,τι αφορά τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, ο διορισμός των 90 υψηλόβαθμων στελεχών του Δημοσίου ολοκληρώθηκε, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί κανένας από τους αναμενόμενους 69 διορισμούς διοικητικών γραμματέων.

Σχετικά με την κρατική χρηματοδότηση, υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα άντλησε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ με την έκδοση πενταετούς κρατικού ομολόγου στα τέλη Ιανουαρίου 2019, την πρώτη έκδοση ομολόγων από το Φεβρουάριο του 2018, και από το τέλος του προγράμματος ESM. Η απόδοση ήταν 3,6%, χαμηλότερη από το αρχικά προγραμματισμένο εύρος 3,75-3,85%. Παρόλο που η εξέλιξη αυτή ήταν θετική, δείχνει επίσης ότι τα περιθώρια διακύμανσης των αποδόσεων (yield spreads) της Ελλάδας παραμένουν υψηλά και ευαίσθητα όχι μόνο στις εξωτερικές συνθήκες της αγοράς αλλά και σε εσωτερικούς παράγοντες.

Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους παραμένει σε σταθερά επίπεδα, σε σχέση με την τελευταία ανάλυση της βιωσιμότητας του Νοεμβρίου του 2018.

ΔΕΙΤΩ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ

Σε λάθος κατεύθυνση οι προτάσεις για την πρώτη κατοικία

Σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις, η Κομισιόν εξέφρασε στις αρχές «σχόλια, ανησυχίες και προβληματισμούς» σε ό,τι αφορά το διάδοχο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη, για την προστασία στης πρώτης κατοικίας, ο οποίος ξεκαθάρισε μάλιστα ότι ο νόμος Κατσέλη δεν είναι το μόνο σημείο προβληματισμού και ανταλλαγών μεταξύ Κομισιόν και ελληνικών αρχών.

Συγκεκριμένα ο Βάλντις Ντομπρόβσκις έκανε λόγο για μέτρα που απαιτούνται για την γενικότερη εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδας και ξεκαθάρισε ότι ο σκοπός είναι η προστασία που παρέχεται να είναι απόλυτα στοχευμένα στις πλέον ασθενείς ομάδες, περιορισμένα χρονικά και να μη δημιουργούν εμπόδια για την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών. Για αυτά τα τρία σημεία, η Κομισιόν προειδοποίησε τις ελληνικές αρχές μετά την παρουσίαση της νέας νομοθεσίας.

«Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και το ζήτημα των κόκκινων δανείων, δημοσιεύουμε τη 2η έκθεση για την Ελλάδα, και το συμπέρασμα είναι ότι παρά τη σημαντική πρόοδο, ο ρυθμός εκτέλεσης των μεταρρυθμίσεων επιβραδύνθηκε όπως και οι ίδιες οι μεταρρυθμίσεις σε πολλές περιπτώσεις”, δήλωσε ο Αντιπρόεδρος.

«Ο νόμος Κατσέλη ήταν μια από τις δεσμεύσεις», επεσήμανε και ξεκαθάρισε ότι ακόμα και σήμερα τη μέρα της παρουσίασης της έκθεσης της Κομισιόν για την ελληνική οικονομία, «υπάρχουν ακόμα ανοιχτές συζητήσεις», τονίζοντας ότι «σε σχέση με την προστασία πρώτης κατοικίας, έχουμε μοιραστεί τις ανησυχίες μας με τις αρχές».

Διευκρίνισε δε ότι «είναι σωστό και θεμιτό για εμάς το να προστατεύονται οι αδύναμοι, αλλά η προστασία πρέπει να παρέχεται προσωρινά και όχι για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές». Tόνισε, δε, ότι «δεν είναι μυστικό ότι η Ελλάδα έχει σήμερα μακράν το μεγαλύτερο επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων στην ΕΕ».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Νέα συνάντηση τραπεζιτών – κυβέρνησης αυτή την ώρα στο Μαξίμου για την προστασία της πρώτης κατοικίας

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Έκθεση Κομισιόν: Tα «γκρίζα» σημεία της δεύτερης αξιολόγησης


ΣΧΟΛΙΑ