Think Tanks

H Αλ Κάιντα ανασυντάχθηκε και είναι έτοιμη να επιτεθεί ξανά στη Δύση


Έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και η Αλ Κάιντα έχει υποστεί φθορά.

Η τρομοκρατική οργάνωση φαίνεται σήμερα εντυπωσιακά διαφορετική από την οργάνωση που σκότωσε χιλιάδες Αμερικανούς πολίτες σε αμερικανικό έδαφος. Η εντατική αντιτρομοκρατική πίεση στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν έχει αφήσει πίσω της μια γηράσκουσα και ολοένα και πιο αποσυνδεδεμένη κεντρική ηγεσία.

Η εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους ως ανταγωνιστή, εν τω μεταξύ, άφησε την Αλ Κάιντα με ένα brand που κατά καιρούς δυσκολευόταν να ανταγωνιστεί για την παγκόσμια πρωτιά στην τζιχάντ.

Με τον ηγέτη του ομίλου Αϊμάν Αλ Ζαουάχρι σε κακή υγεία και απομονωμένο, πιθανότατα κάπου στο Πακιστάν, και τον Χάμζα Μπιν Λάντεν, που ίσως ήταν επόμενος στη διαδοχή, να φέρεται να σκοτώθηκε πρόσφατα, τα πιο αφοσιωμένα μέλη της Αλ Κάιντα φαίνεται πως καταλαβαίνουν ότι η καλύτερη ευκαιρία για να συνεχίσει τη δραστηριότητά της είναι η διαρκής παρουσία της στη Συρία.

Για να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που έφερε ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας στην Αλ Κάιντα, η οργάνωση άρχισε να μετακινεί σημαντικά περιουσιακά στοιχεία από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν στο Λεβάντ τον Σεπτέμβριο του 2014.

Σημαντική αλλαγή

Αυτή η μετατόπιση στο κέντρο βάρους της ομάδας συνιστά μια σημαντική αλλαγή με επιπτώσεις που δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως από τους αξιωματούχους της αντιτρομοκρατικής δράσης παγκοσμίως. Μετά από δύο ταραχώδεις δεκαετίες που διαδέχθηκαν την πιο θεαματική αποστολή της, η Αλ Κάιντα έχει ανασυνταχθεί και είναι και πάλι έντονα επικεντρωμένη στο να επιτεθεί στη Δύση.

Μετά τον θάνατο του ιδρυτή της Οσάμα Μπιν Λάντεν το 2011 και την έναρξη των αποκαλούμενων εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης, η Αλ Κάιντα άρχισε να υιοθετεί μια νέα στρατηγική.

Οι επιστήμονες της τρομοκρατίας παρατήρησαν ευρέως ότι η Αλ Κάιντα άρχισε να επιδιώκει πιο περιορισμένους στρατηγικούς στόχους με έμφαση στον τοπικό χαρακτήρα και τα σταδιακά βήματα. Αυτή η στρατηγική μετατόπιση χαρακτηρίστηκε ευρέως ως «ελεγχόμενος πραγματισμός» και «στρατηγική υπομονή». Η Αλ Κάιντα φάνηκε να «αναδομείται ήσυχα και υπομονετικά», αφήνοντας εσκεμμένα το Ισλαμικό Κράτος να υποστεί το κύριο βάρος της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας της Δύσης.

Αυτή η πραγματιστική στρατηγική ήταν πιο εμφανής στον τρόπο με τον οποίο η οργάνωση λειτούργησε στη Συρία. Εκεί υπήρχε μια ομάδα που ήταν γνωστή ως Μέτωπο Nusra και εφάρμοσε αποτελεσματικότερα μια προσέγγιση απέναντι στην τζιχάντ που είχε παρουσιάσει κάποια επιτυχία κατά το παρελθόν στην Υεμένη και το Μάλι, αλλά η οποία και πάλι απέτυχε τελικά.

Με το να διοχετεύει τις ενέργειές της τοπικά, απαγορεύοντας τον ποινικό κώδικα, οικοδομώντας συμμαχίες σε όλο το ισλαμικό και μη ισλαμικό φάσμα και υποσκελίζοντας λιγότερο ακραίους αντιπάλους στην παροχή αποτελεσματικής και αδιάφθορης διακυβέρνησης, το Μέτωπο Nusra δημιούργησε ένα επίπεδο λαϊκής αξιοπιστίας που κανένα άλλο τμήμα της Αλ Κάιντα δεν είχε πλησιάσει.

Εν ολίγοις, το Μέτωπο Nusra είχε ισχυρή επίγνωση για το πώς γινόταν αντιληπτό το brand του από τους ντόπιους και ενήργησε ανάλογα. Το ότι αποδείχθηκε επίσης ότι ήταν ο πιο ικανός στρατιωτικός παίκτης στο πεδίο της μάχης ήταν απλά ένα επιπλέον μπόνους.

Ωστόσο, η μέθοδος πίσω από την επιτυχία του Μετώπου Nusra είχε μια σημαντική παρενέργεια: απομόνωσε τη συριακή πτέρυγα από την κεντρική ηγεσία της Αλ Κάιντα στη Νότια Ασία. Μια τοπικιστική προσέγγιση απαιτούσε ένα επίπεδο ευελιξίας και γρήγορης λήψης αποφάσεων που αποδείχθηκε αδύνατο να συντονιστεί με τον Ζαουάχρι, ο οποίος στη χειρότερη περίπτωση ήταν τελείως απομονωμένος ή στην καλύτερη περίπτωση χρειαζόταν μήνες για να ανταποκριθεί στις επικοινωνίες.

Το 2016 έγινε επίσης σαφές ότι για να διατηρηθεί η επιτυχία του Μετώπου Nusra και να μεταφραστεί η αξιοπιστία σε δημοτικότητα, η δημοτικότητα σε στήριξη και η στήριξη σε πίστη, έπρεπε να αντιμετωπίσει το μεγαλύτερο εμπόδιο για την πρόοδο: τη σύνδεσή του με μία Αλ Κάιντα που προκαλούσε μόνο υποψίες, παράνοια και δυσπιστία.

Μέσω δύο διαδοχικών επανασχεδιασμών τον Ιούλιο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017, το μέτωπο Nusra μετονομάστηκε σε Jabhat Fateh al-Sham και στη συνέχεια σε Hayat Tahrir al-Sham. Το πρώτο rebranding υλοποιήθηκε ειρηνικά και το δεύτερο μέσω στρατιωτικών επιθέσεων σε ισλαμικές ομάδες που θεωρούνταν πιθανές απειλές. Είτε με τέτοια αρχική πρόθεση είτε όχι, από τη στιγμή που το Hayat Tahrir al-Sham ανακοινώθηκε στον κόσμο, δεν θεωρείτο πλέον πιστό μέλος της οικογένειας της Αλ Κάιντα. Χάρη στις ξαφνικές επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων του, ήταν επίσης βαθιά αντιλαϊκό – για πρώτη φορά στην ύπαρξή του.

Εξοργισμένοι από αυτό που ερμήνευσαν ως παραποίηση της ταυτότητας του Μετώπου Nusra και της καθαρότητας του σκοπού του, καθώς και της παράτυπης διαδικασίας που βρισκόταν πίσω από την εξέλιξή του, οι πιστοί της Αλ Κάιντα αποχώρησαν σε σημαντικό αριθμό.

Βετεράνοι ηγέτες

Mε επικεφαλής βετεράνους με δεκαετίες εμπειρίας στα ανώτατα επίπεδα της Αλ Κάιντα, αυτοί οι πιστοί της Αλ Κάιντα δημιούργησαν νέες ομάδες, με κυριότερη την Tanzim Huras al-Din, το όνομα της οποίας σημαίνει «Φύλακες της Οργάνωσης Θρησκείας». Με οδηγίες από τον Ζαουάχρι και άλλους, έχουν επιστρέψει πίσω στο μοντέλο της επίλεκτης εμπροσθοφυλακής που συνηθιζόταν παραδοσιακά στις ημέρες του Μπιν Λάντεν, με συνεργαζόμενες ομάδες που αποθαρρύνονται να από το να ελέγχουν ή να διοικούν εδάφη, αποφεύγοντας δεσμούς με ακάθαρτες οργανώσεις ή ξένες κυβερνήσεις και επιδιώκοντας μια ρητά στρατιωτική στρατηγική, με το βλέμμα σε καθέναν από τους «κοντινούς» εχθρούς στην περιοχή, αλλά και τους «μακρινούς» στη Δύση.

Από την ίδρυσή της στα τέλη του 2017, η Tanzim Huras al-Din έχει επικεφαλής τον Samir Hijazi, επίσης γνωστό ως Abu Hammam al-Shami, κορυφαίο στέλεχος της Αλ Κάιντα που έχει περάσει από την Ιορδανία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράκ και τον Λίβανο πριν την άφιξή του στη Συρία το 2012. Ο Hijazi παραμένει κοντά στον διαβόητο ηγέτη της Αλ Κάιντα Saif al-Adel και συνεργάστηκε προηγουμένως στενά με τον Abu Musab al-Zarqawi, που συντονίζει την εκπαίδευση ξένων μαχητών στο Ιράκ.

Ωστόσο, δύο πηγές μας λένε ότι ο Hijazi αντικαταστάθηκε πρόσφατα ως ηγέτης του Tanzim Huras al-Din από μία άλλη ηγετική φυσιογνωμία της Αλ Κάιντα, τον Khalid al-Aruri, επίσης γνωστό ως Abu al-Qassam al-Urduni, ο οποίος σύμφωνα με τις ίδιες πηγές επελέγη από τον Ζαουάχρι ως ένας από τους τρεις παγκόσμιους αναπληρωτές της Αλ Κάιντα, μαζί με τους Adel και Abdullah Ahmed Abdullah, γνωστό και ως Abu Mohammed al-Masri,, οι οποίοι είναι και οι δύο στο Ιράν.

Ο Aruri είναι ένα από τα δύο τουλάχιστον μέλη του Tanzim Huras al-Din που κατέχουν θέσεις στο παγκόσμιο συμβούλιο shura της Αλ Κάιντα, το οποίο αποτελείται από περίπου 12 μέλη, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων παραμένει στη Νότια Ασία. Αυτό υπογραμμίζει πως η Συρία έχει πλέον γίνει ο κύριος κόμβος των επενδύσεων της Αλ Κάιντα, αντικαθιστώντας το προηγουμένως προτιμώμενο μέτωπο στην Υεμένη. Δεν έχει υπάρξει καμία έλλειψη βετεράνων της Αλ Κάιντα στην Tanzim Huras al-Din – ανάμεσά τους οι Sami al-Oraydi, Bilal Khuraisat, Faraj Ahmad Nanaa, και μέχρι τον φερόμενο θάνατό του στις 22 Αυγούστου, ο Abu Khallad al-Muhandis, πεθερός του Adel.

Πιεστικό ερώτημα

Καθώς η Αλ Κάιντα συνεχίζει να υφίσταται αλλαγές ως παγκόσμια οργάνωση, μια από τις πιο πιεστικές ερωτήσεις για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και κυβερνητικούς αξιωματούχους είναι σε ποιο βαθμό η ομάδα εξακολουθεί να επικεντρώνεται στις επιθεσεις κατά της Δύσης.

Μήπως η απουσία θεαματικών επιθέσεων που να αποδίδονταν στην Αλ Κάιντα κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης αντιπροσωπεύει έλλειψη ικανοτήτων ή απλώς αλλαγή προτεραιοτήτων;

Σε μια συνέντευξη στο Al Jazeera τον Μάιο του 2015, ο τότε ηγέτης του Μετώπου Nusra Abu Mohammed al-Jolani εξήγησε ότι ο Ζαουάχρι του είχε δώσει εντολή να μην χρησιμοποιήσει τη Συρία ως βάση από την οποία να επιτεθεί στη Δύση. Αυτή η εντολή, η οποία είχε φθάσει με μια μυστική επιστολή νωρίτερα εκείνου του έτους, ανταποκρινόταν στην εκστρατεία πληγμάτων της αμερικανικής κυβέρνησης εναντίον της λεγόμενης Ομάδας Khorasan – μίας μικρής ομάδας στελεχών της Αλ Κάιντα που δραστηριοποιείτο στη βόρεια Συρία με ρητή πρόθεση να επιτεθεί στη Δύση – που είχε αρχίσει τον Σεπτέμβριο του 2014.

Με απλά λόγια, αυτή ήταν μια λογική επιστροφή στη στρατηγική του Μετώπου Nusra με τα τοπικά επικεντρωμένα σταδιακά βήματα και μια απόφαση για να αποφευχθεί η δυτική σπουδή εν μέσω μιας κλιμακούμενης διεθνούς εκστρατείας εναντίον του αντιπάλου της Αλ Κάιντα, του Ισλαμικού Κράτους.

Παγκόσμια στρατηγική

Ίσως για να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση σχετικά με το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δύση παραμένουν στο στόχαστρο των διεθνών προσπαθειών της Αλ Κάιντα, η οργάνωση δημοσίευσε μια σειρά μηνυμάτων τα επόμενα χρόνια. Σε ένα μήνυμα από τον Απρίλιο του 2017, ο Ζαουάχρι επανέλαβε τη σημασία του παγκόσμιου αγώνα της Αλ Κάιντα.

Τον επόμενο μήνα, μηνύματα από τον Hamza bin Laden και τον εμίρη της Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο Qasim al-Raymi προέτρεπαν τους οπαδούς της Αλ Κάιντα να ξεκινήσουν επιθέσεις στη Δύση.

Αναμενόμενα, το Μάιο του 2017, ο τότε Αμερικανός διευθυντής Μυστικών Υπηρεσιών Dan Coats κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η Ευρώπη θα παραμείνει ευάλωτη σε τρομοκρατικές επιθέσεις και στοιχεία τόσο του ISIS όσο και της Αλ Κάιντα είναι πιθανό να συνεχίσουν να κατευθύνονται και να διευκολύνουν συνωμοσίες κατά στόχων στην Ευρώπη». Η Ansar al-Furqan, μια ομάδα βετεράνων και πιστών της Αλ Κάιντα που σχηματίστηκε για λίγο στη Συρία τον Οκτώβριο του 2017, φέρεται να ακολουθούσε τους «νέους στόχους στη Συρία: πολέμος αντάρτικου με το βλέμμα στη στόχευση κατά της Δύσης».

Μια ακόμα ομιλία του Ζαουάχρι, με τίτλο «Η Αμερική είναι ο πρώτος εχθρός των Μουσουλμάνων» που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2018, προέτρεψε τους οπαδούς της Αλ Κάιντα να χτυπήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τίποτα από αυτά δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη, καθώς το γενικό αφήγημα της Αλ Κάιντα ήταν πάντα ότι η Δύση βρίσκεται σε πόλεμο με το Ισλάμ.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο world economic forum.org, σε συνεργασία με τη RAND Corporation